Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

HANDE θα πεί..λουλούδι

Ήχοι τρομαχτικοί σάλευαν το νού σ εκείνη την προκυμαία ,καθώς χιλιάδες ζωές πάσχιζαν να βρούν μια θέση σε κάποια βάρκα ,για να τους πάει μέχρι τα καράβια που περιμένανε στη ράδα . Κάρα φορτωμένα με πραμάτειες,παιδιά μοναχά και βρώμικα,κυρίες με κρινολίνα,αξιωματικοί αξύριστοι με ξηλωμένες τις επωμίδες,παπάδες,αγρότες,όλοι σ ενα συνονθύλευμα ,σπρώχνανε προς το πουθενά,σαν το κύμα της θάλασσας που ξεσπά με ορμή στα βράχια και στο κατόπιν γυρίζει πίσω παραδομένο και χωρίς ορμή .Πτώματα στη θάλασσα από εκείνους που αυτοκτόνησαν ή που αναποδογύρισε η βάρκα τους,Και πίσω τους η φωτιά να μαίνεται καίγοντας ανεμπόδιστη ότι απόμενε από κείνη την ζωντανή και ακμάζουσα πόλη του Ελληνισμού,τη Σμύρνη.Στάθηκε κι εκείνος στη προκυμαία χωρίς ελπίδα,αφήνωντας την φαντασία του να ταξιδέψει προς τα πίσω,εκεί που ο νούς γαληνεύει από τους χτύπους μια γυναικείας καρδιάς.Την είχε ερωτευθεί στον Μπουρνόβα,.. ήτανε Τουρκοπούλα.Την πρωτόδε στο παζάρι μαζί με τους γονιούς της ένα χρόνο πρίν,καθώς περιπολούσε καμαρωτός πάνω στο μαύρο άτι του.Ητανε Ιλλαρχος και μάλιστα παρασημοφορημένος για ανδραγαθεία στις μάχες των προηγούμενων ημερών.Παιδί αγροτών από την Ρούμελη,μεγαλωμένος στη φτώχεια και στην ανέχεια,αλλά και απόφοιτος του οχταταξίου Γυμνασίου στη Λαμία,εκπαιδεύθηκε σαν έφεδρος αξιωματικός του Ιππικού.Σε όλες τις μάχες διακρίθηκε σπέρνωντας τον πανικό στους Τούρκους,αλλά σεβόμενος τους αμάχους πολλές φορές υπερασπίζοντας τους.Αυτό έκανε και στον Μπουρνόβα,όταν κάποιος δικός μας επιχείρησε να βιάσει την πανέμορφη Χάντε ,μπροστά στους δικούς της,στο παζάρι.Ορμησε κατά πάνω του σαν τον χάροντα και με την κυρτή του σπάθα του απόκοψε το δεξί χέρι.Δεν μπορούσε να δεχθεί το βιασμό μιας γυναίκας,τον βιασμό της ίδιας της ζωής.Αυτή η ενέργεια του ,του στοίχισε ένα αστέρι.Τον υποβιβάσανε σε υπίλαρχο,με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς να δώσουνε βάση στους λόγους που τον οδήγησαν σε μια τέτοια πράξη,Στην φυλακή παρέμεινε ένα μήνα,με μόνο επισκέπτη την πανέμορφη Χάντε,που του έφερνε ότι καλούδια μαγείρευε η μάνα της.Βλεπόντουσαν πίσω απ τα κάγκελα και για πολύ λίγο,όμως αρκετός χρόνος για ν αναπτυχθεί ο έρωτας ανάμεσα τους,έστω και με νοήματα,έστω και με τα μάτια.¨Μ αρέσει το ονομά σου¨¨της είπε κάποια μέρα.Εκείνη τότε λές και τα βλέμματα αγάπης μπορούνε να ερμηνεύσουνε την κάθε λέξη,έτρεξε προς ένα κοντινό χωράφι και γύρισε κρατώντας ένα λουλούδι.Του το πρόσφερε τρυφερά,λεγοντάς του ¨¨χάντε..λουλούδ騨΄΄Εμένα με λένε Ομηρο της είπε εκείνος χαμογελώντας.Στο άκουσμα του ονόματος αστράψανε τα κατάμαυρα μάτια της¨¨Ομηρος..Ομέρ¨¨ψέλλισε τιτιβίζοντας σαν πουλάκι,ενώνοντας τα χέρια της με τα δικά του...Τι δύναμη που έχει η αγάπη,πόσα μπορεί να ξεπεράσει,πόσα μπορεί να κατασιγάσει,πόσα ονειρα πλέκει,,πόσα μπουντρούμια φωτίζει.
Η επικοινωνια του με την αγαπημένη του Χάντε,το ¨¨λουλούδ騨 του ,δεν συνεχίστηκε καθώς τα πράγματα πήγαιναν πολύ άσχημα στο νέο μέτωπο πού άνοιξαν κάποιοι άφρονες δικοί μας,οραματιζόμενοι την ανασύσταση της .. Βυζαντινής αυτοκρατορίας.Για μηνες το αίμα κι απ τις δύο πλευρές γέννησε μίσος άσβεστο και εκδικητικότητα .Στην οπισθοχώρηση έμαθε τα μαύρα μαντάτα.Κάποιοι λιποτάκτες κατέσφαξαν τους γονείς του ¨¨λουλουδιού¨¨ του ενώ εκείνη αφου την βίασαν την πέταξαν σ ένα λάκο με κοπριές με το κορμί της κατατεμαχισμένο.Ευτυχώς που κάποιοι συγχωριανοί τους σπευσανε και τους θάψανε πρόχειρα σε κοινό τάφο ,πριν προλάβει ο ίδιος ν αντικρύσει εκείνη την φριχτή εικόνα.
Κατέβηκε από το άτι του κραδαίνωντας σαν τρελός την σπάθα του αποδιώχνοντας μακριά κάθε ανθρώπινο πλάσμα.Κατόπιν γονάτισε και πέφτοντας πάνω στη σωρό από το φρέσκο χώμα που σκέπαζε την αγαπημένη του μαζί με τους δικούς της,άρχισε να την φωνάζει ¨¨Χάντε,λουλούδι μου,σήκω γύρισα να σε πάρω μαζί μου¨¨
Ο θρήνος μιας αντρίκιας ψυχής που δεν κιότεψε σε καμία μάχη,αλλά που μπροστά στο χαμό της αγαπημένης γρύλιζε σαν πληγωμένο θεριό.Σηκώθηκε ορθός και κόβωντας ένα λουλούδι το ακούμπησε πάνω στον τάφο των χαμένων ονείρων.Μετά σε στάση προσοχής και με τη σπάθα του στην θέση απονομής τιμών μπροστά απ το μουσκεμένο απ τα δάκρυα πρόσωπο,άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί προς τα σύγνεφα που λάκιζαν στον νοτιά.Μια φωνή απ τη μεριά της θάλασσας διέκοψε το ταραγμένο ταξίδι του νού .
Μια βάρκα σχεδόν φισκαρισμένη είχε αράξει ακριβώς μπροστά του.¨¨Ελα ήρωα,έχουμε μια θέση και για σένᨨακούστηκε.Ητανε κάποιο δικοί του συνάδελφοι αλλά και πολίτες της άρχουσας τάξης στοιβαγμένοι εκεί μέσα.Ειχανε καταφέρει με τις χρυσές τους λίρες να εξαγοράσουν την σωτηρία τους.Αλλοίμονο στους άλλους,τους πολλούς που δεν είχανε τον παρά για κάτι τέτοιο.Δίπλα του μια νέα γυναίκα με απλανές βλέμμα και μ ένα κοριτσάκι στην αγκαλιά,τον κοίταξε για μια στιγμή βαθιά στα μάτια.Εσκυψε το κεφάλι μπροστά σ εκείνο το βλέμμα της απόγνωσης.Ήταν το βλέμμα μιας μάνας που ανήμπορη και με σφιγμένο στην αγκαλιά της το βλαστάρι της, τον προκαλούσε να δώσει την πιο μεγάλη μάχη στη ζωή του,την μάχη με τον εαυτό του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη και σχεδόν σπρώχνοντας την,την βοήθησε να δρασκελίσει το κενό και να μπεί στη βάρκα ,κρατώντας εκείνος το κοριτσάκι της στην αγκαλιά του."Τί ζεστασία που δίνει το σωματάκι ενός παιδιού έστω και κατουρημένου",μονολόγησε,σπεύδοντας να το παραδώσει στον λεμβούχο κι εκείνος με την σειρά του στη νεαρή μητέρα..Εκείνη μουσκεμένη στο κλάμα του έστειλε ένα φιλί,,το μεγαλύτερο παράσημο που δεν καρφιτσώνεται στο στήθος,μα στην ψυχή του άντρα. ¨¨Οι Τσέτες,οι τσέτες¨¨ακούστηκε από φωνές σε απόγνωση κοντά του. Καβαλαραίοι και πεζοί ξεχύθηκαν μανιασμένοι στο ανήμπορο πλήθος που πανικόβλητο έπεφτεστην θάλασσα.Ανέβηκε γοργά στο άτι του και χώνοντας τα σπιρούνια βαθειά στη σάρκα του,όρμησε σαν τον άνεμο με σηκωμένη την σπάθα προς εκείνο το μπουλούκι που απερίσπαστο είχε αρχίσει να θερίζει ψυχές και σώματα.Λένε πως σ εκείνα τα μέρη τις νυχτιές τα Αυγούστου ,ακούγονται οπλές αλόγου και μια απόκοσμη φωνή να καλεί την αγαπημένη του ,΄Χάντεεεεεε¨..
Μαράκος

12 σχόλια:

MARAKOS είπε...

με ΄΄Δημοκρατικό΄΄ μανδύα


σ ομόλογα επένδυσαν το χρήμα των ταμείων
κι ο δόλιος ο απόμαχος θα είναι πάντα μείον
γιατί ψηφίσαν οι πολλοί να τρώνε μόνο οι λίγοι
κι απ το πολύ το ξάφρισμα κατάντησαν κολίγοι

όσο για προηγούμενους που κεφαλές ζητάνε
την Σοφοκλέους άφησαν δικοί τους να τη φάνε
παρερμηνέψαν δυστυχώς την εντολή που πήραν
κι αντί για εντιμότητα απλώσανε την χείρα

κι αφού μας αποψίλωσαν με Δημοκρατικό μανδύα
μας πήραν και τα σώβρακα αδέλφια μα τον Δία
γιαυτό και σείς συμπάσχοντες είναι καιρός να βρείτε
τον λάκκο ποιοί μας σκάψανε και μη βαρυγκομείτε

Αυτοί οι δυό βαλθήκανε με περισσό κουράγιο
ζητιάνοι ν απογίνουμε τσί ρούγες μα τον Άγιο
να τρώμε απο συσσίτιο κι απ τα σκουπίδια ακόμη
αφού οι κλέφτες άλλαξαν και γίναν αστυνόμοι

Οταν θαρθεί η ώρα τους να πάμε για την ψήφο
να ρίξουμε στην κάλπη τους ιό που νάχει τύφο
μα δεν τους πιάνουνε θαρρώ αρρώστιες και τα τοιαύτα
γιαυτό και σεις καλού κακού κρατάτε μια τομάτα

μα τις ακρίβυναν κι αυτές οι κολλητοί μας "φίλοι"
να μη τους ντοματιάσουμε και γίνουνε ρεζίλι

marakos
αναρχικός..με αρχές

MARAKOS είπε...

δεν πιστεύω λόγους πια..

δεν πιστεύω λόγους πια
ούτε κούφιες κι άδειες λέξεις,
μια απ τα ίδια βρε παιδιά
πρό της κάλπης υποσχέσεις

εξηντάρησα και γώ
κι όλο οι ίδιοι κυβερνούνε,
με τον ίδιο τον σκοπό
για να μας ταλαιπωρούνε

θε να φύγω μακριά
πάνω στα βουνά ν ανέβω,
να τους βλέπω από ψηλά
και να μη ξανακατέβω

νάχω στέγη ουρανό
για κρεβάτι το χορτάρι,
και παρέα μου σιμά
μα τι άλλο, ..ένα πουρνάρι

μια γκλίτσα συντροφιά
αν κανείς τους το τολμήσει,
νάρθει επάνω στο βουνό
ψήφο για να μου ζητήσει

μα μετά τις εκλογές
θα κατέβω στιχαδέλφια
θα με ψάχνουν, η κυρά
φίλοι, συγγενείς κι αδέλφια

Μαράκος

MARAKOS είπε...

έλα να πιούμε ένα καφέ

έλα να πιούμε ένα καφέ
με λίγη ζάχαρη,
να πούμε ΄΄όχι΄΄ στη ζωή
τη μαύρη κι άχαρη

να θυμηθούμε
όσα ζήσαμε παρέα,
αφήνοντας ξοπίσω μας
Αθήνα και Περαία

έλα να πιούμε ένα καφέ
με λίγη ζάχαρη,
με φόντο τα μικρά
τα γλαρονήσια

κι ας ταξιδέψουμε
γοργά μα και με άνεση
σε μέρη δροσερά
και πελαγίσια

έλα να πιούμε ένα καφέ
με λίγη ζάχαρη,
ακόμα κι αν μας πάγωσε
το κρύο

να πούμε ¨αντίο¨
στη ζωή την άχαρη
κι ας μη κατέβουμε
ποτέ από το πλοίο

Μαράκος

MARAKOS είπε...

ΟΙ ΓΥΜΝΗΣΤΡΙΕΣ

Στην ακτή της Aγιας Αννας μια γυμνίστρια που λετε,
με μια σοβαροφανή κυρία φέις του φέις aνταμιέται.

Της φωνάζ εκεινη λαύρα το μαγιό της να φορέσει,
γιατι ο άντρας της πιο πέρα ίσως την αποπλανέψει

Βαλε μέσα τα μεμέδια έχω και μικρά παιδιά,
δες τα μάτια τους κυρά μου σε θωρούνε χαμηλά

τα παιδιά πρέπει να μάθουν λεει η γυμνή κυρία,
πως ο γυμνισμός δεν κάνει τη ζημιά στην ιστορία

θα φωνάξω την πολίτσια να σε πιάσει Λουκρητία
κράζει με φωνή κοράκου η σεμνότυφη κυρία

μα εκείνη όλο πόζα της γυρνάει τον ποπό,
και αφήνει σαν τρομπέτα ένα ήχο βροντερό

ευθύς όλ η παράλια από μπάτσους πλημμυρίζει
γιατι αέρια βρωμούχα όλη η πλαζ κακομυρίζει

εξω όλοι θε να βγείτε ο αρχήμπατσος φωνάζει
η Αλ κάιντα μας ήρθε και αέρια μας βάζει

βγαίνουνε λοιπόν αντάμα η γυμνιστρια κι η άλλη
και αρχίζουν να παλεύουν σαν τους Σούμο στ ακρογιάλι

οι αντίμαχες κυρίες ευτραφέστατες κι οι δύο,
κάνανε την παραλία Σεληνιακό τοπίο

πότε η μία από πάνω πότε η άλλη από κάτω,
ελακούβιασαν την άμμο και την καναν ανω κάτω

πάνω όμως μες της πάλης την τρελή αναμπουμπούλα
βγήκε το μαγιό της άλλης,και έμεινε γυμνή σε ούλα

σταματήσανε αμέσως τον καυγά και τις νυχιές,
και βαλθήκαν να ισιώνουν τις λακούβες τις βαθιές

ξετσιτσίδωτες κι οι δυό τους ξάπλωσαν στην παραλία,
ενώ ο σύζυγος πιο πέρα τάριχνε σε μια κυρία

που σεμνότυφη φαινόταν και φορούσε και μαγιό,
μα δεν άφηνε ευκαιρία και δεν έχανε καιρό

ετσι ο σύζυγος με άλλη φύγαν απ την παραλία,
και κουτσούβελα και μάνα μείναν με την απορία

Μαράκος

MARAKOS είπε...

του Αλεξάνδρου η χώρα

Ένοιωσα περηφάνια
που βάλαμε το ¨¨βέτ﨨
και παραγγείλαν κατα κεί
καφέ πικρό και σκέτο

πώς να το κρύψομεν λοιπόν
είμαστε Μακεδόνες,
με βούλα μα κι απόδειξη
απ τους παλιούς αιώνες

Αν θέλουν οι γειτόνοι μας
ας πάνε στη Βεργίνα,
ν ανοίξουνε τα μάτια τους
μπας κι ανακρούσουν πρύμνα

ακούστε φίλοι Σκοπιανοί
είσαστε βέροι Σλάβοι,
πείτε το ¨Βούλγαροι¨ μωρέ
είτε και ¨Γιουγκοσλάβοι¨

όμως δεν φταίτε σεις θαρρώ
ο Τίτο σας τα φταίει,
και κάτι ¨ατσίδες¨ απο δώ
π αφήσαν να το λέει

όμως εμείς σας νοιώθουμε
και θα τα δώσουμ όλα,
γι αυτό θ ασφαλτοστρώσουμε
τζάμπα όλη τη χώρα

αρκεί να επιτρέψετε
αυτό που μας ανήκει,
να το ψελλίζουμε κρυφά
όταν ο Νίμιτς λείπει

Μακεδονία αθάνατη
του Αλεξάνδρου η χώρα,
που σου πουλάν το όνομα
σκυφτούληδες με δώρα

Όσο για σας πυρόπληκτοι
Ευρούδια δεν θα δείτε,
μόνο αν μετοικίσετε
στα Σκόπια θα τα βρείτε

εκεί θα πάει ο παράς
στους ¨Βορειομακεδόνες¨,
κι όσο για σας αυτόχθονες
αρπάξτε τις σφεντόνες

πετάξτε κόκκινα αυγά
και πείτε τους ΄΄Ανέστη¨,
και ρίξτε απ το θρόνο του
κάθε ραγιά και χέστη

Μαράκος

MARAKOS είπε...

η "ταμπέλα"


Μη σε μέλει ο άλλοι φίλε
τι "ταμπέλα" θα σου βάλουν,
αν σε πούν "μπουρζουαζία"
η "φασίστα" ή κάτι άλλο..

παντελώς αγνοησέ τους
άν σου βάλουνε και πάγο,
μιας και δεν νογάν οι δόλιοι
και αρμέγουν ως και ..τράγο

Μόνο μια "ταμπέλα" πρέπει
στη ψυχή βαθειά να έχεις
"άνθρωπος" θαρρώ να γράφει
και για άνθρωπο να τρέχεις

Μαράκος

MARAKOS είπε...

ένας γάτος πονεμένος

ένας γάτος πονεμένος
θεριακλής και σιτεμένος
ξανθοκάστανη γατούλα
συναντάει στην πεζούλα

του αρέσει η τσαχπίνα
για τα χείλη της τα φίνα
έρωτας τον σιγόκαιει
και αμέσως της το λεει

βρε πανέμορφη γατούλα
με τη ροζ σου τη μυτούλα
τα πρασινωπά σου μάτια
μ έκαναν χίλια κομμάτια

σ ερωτεύτηκα μικρή μου
ως τα βάθη της ψυχής μου
άσε με να σ αγκαλιάσω
και σιμά σου να κοπιάσω

μα τα χείλη μου σου δίνω
όταν πρέπει να ξεδίνω
απ τα τόσα βάσανα μου
που βαραίνουν την καρδιά μου

αχ πανέμορφη ψιψίνα
τι μου έμελλε να πάθω
κουστουμάκι θα φορέσω
κι αυριο κοντά σου θαρθω

να μ ανοίξεις την αγκάλη
και φιλιά να με γεμίσεις
για να μεινουνε στο τέλος
οι καυτές αναπολήσεις

γι αυτό άσε με μωρό μου
να σου πιάσω την ουρίτσα
να την δέσω στη δική μου
και να κάνω μια θηλίτσα

να κρεμάσω τους καημούς μας
και μαζί να πορευθούμε,
σε αυλές και κεραμίδια
την αγάπη μας να ζούμε

Μαράκος 2003

MARAKOS είπε...

η πρώτη αγάπη

Την συνάντησα πριν καποια χρόνια σ ενα μεγάλο Σουπερ μαρκετ.Ομως δεν αναγνωρίσαμε στην αρχή ο ένας τον αλλο,μιας και ειχανε περασει πανω απο 40 χρόνια και είχαμε κατσιάσει για τα καλά κι οι δυό μας.
Ομως να που κάποια μαθήτρια μου με είδε εκεί μέσα και με φώναξε με το επίθετο μου, κάνοντας όλο τον κόσμο να γυρίσει για να με δει απο περιέργεια.
Γύρισε και εκείνη το κεφάλι στο άκουσμα του επίθετου,σπεύδοντας με γοργά βήματα προς το μέρος μου.
Μήπως είσαι ο Μάριος?Κατι αμυδρά μου θύμισε εκείνη τη στιγμή η φωνή της,..μηπως εισαι η ...?.. ψέλισα και εγώ κομματάκι αιφνιδιασμένος.
Μάριε μου,αγάπη μου παλιά !.φώναξε θωρώντας με σαν διατηρητέο πούχα ξεφύγει απο την κατεδάφιση.
Στη συνέχεια,ασπαστήκαμε ο ένας τον άλλο κάνοντας θόρυβο με τις υπερχειλισμένες μας κοιλίτσες , που ηλθανε σε άμεση και εκρηκτική επαφή εν τω μέσω του καταστήματος ,αλλά και ποταμούς γεροντικών σαλιαρισμάτων που κατέληξαν στο φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα του μάρκετ κάνοντας το πιο ολισθηρό.
Κατόπιν συνεχίσαμε να ψωνίζουμε πλάι πλάι, μιλώντας για ρομαντικά πράγματα.......ζαχαρο,ουρικο οξυ,πιεση, αθριτικά ...μέσες,άκρες κλπ
Ήταν χωρισμένη πάνω απο 15 χρόνια και πολύ κακοπερασμένη όπως μου εξήγησε .
Της μίλησα επι τροχάδην και για τα δικά μου και συνεχίσαμε να συνψωνιζουμε ,ανταλλάσοντας "διαιτητικές" συνταγές για... μπουρεκάκια,στιφάδο,γαλακτομπούρεκο κι ότι τέλος πάντων είναι άκρως υγιεινό και αναγκαίο για την ηλικία μας.
Ώστε χήρος ?βροντοφώναξε κάποια στιγμή μπροστά απο μια γουρουνοκεφαλή που μας μειδιούσε ασυστόλως.Δυστυχώς ναί ,ανταπάντησα κοιτάζοντας μελαγχολικά το κενό .
Μετα το ταμείο,ξαναχώρισαν οι δρόμοι μας
Πριν αποχωριστούμε όμως και πάει ο καθείς στο τετρατροχο τσαρδί του, μου πρότεινε να την επισκεφθώ για καφέ σπίτι της για να τα πούμε ..σε βάθος. Τελικά όμως δεν πήγα. Τίποτα πια δεν χτυπούσε μέσα μου για κεινη.. προς τί λοιπόν ο καφές που ανεβάζει και την πίεση ,για τέτοια είμαστε δα?
Δεν ξανασυναντηθηκαμε έκτοτε..

Μαράκος 2004

MARAKOS είπε...

ΣΑΝ ΘΑΡΘΕΙ Η ΩΡΑ ΜΟΥ ΝΑ ΦΥΓΩ

σαν θάρθει η ώρα μου να φύγω
μην αναρωτηθείς αν σε αγάπησα πολύ,
μη ψηλαφίζεις μνήμες ούτε καν για λίγο
ούτε ένα δάκρυ να κυλίσει απ την ψυχή

μόνο την τέφρα μου στη θάλασσα να ρίξεις
και ένα βότσαλο να πάει στα βαθιά,
και χαμογελαστά στο σπίτι να γυρίσεις
και να ξεχάσεις πως υπήρξα αληθινά

σαν θαρθει εκείνη η ώρα που θα φύγω
στη λήθη ν αποθέσεις το κοινό μας χθες,
και μη νοιαστείς στο πού θα πάω ,ή τι θα γίνω
καινούργια ρότα χάραξε και άλλο ταίρι βρες

η μοναξιά είναι σκληρή για τους ανθρώπους
δεν θαθελα να νοιώσω την καρδιά σου μοναχή,
βρες δύναμη και βάλε νέους στόχους
και κάνε ένα ξεκίνημα ξανά απ την αρχή

Μαράκος

MARAKOS είπε...

ΟΙ ΝΑΝΟΙ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΤΗΛΟΥ

Κείνη τη νύχτα που φωτιές
οι ουρανοί ανάψαν,
κι αστροπελέκια φοβερά
την πλάση αναταράξαν..

..στις γυάλινες προθήκες τους
τα κόκαλα των νάνων,
πήρανε σάρκα και ζωή
μεγάλων ελεφάντων.

Ποδοπατώντας κάθε τι
την πόλη διασχίζουν
τα μάτια τους εξώκοσμα
τη νύχτα φωσφορίζουν.

Ομωςσαν φτάνουν στη Βουλή
τα γόνατα λυγίζουν,
καθώς μαρμαρινο νεκρό
μπροστά τους αντικρίζουν.

Ρίγος περνά τους γίγαντες
και δάκρυα κυλάνε,
καθώς οι προβοσκίδες τους
πέτρα ψυχρή ακουμπάνε.

Άχ μαρμαρένιε ήρωα,
τον τόπο μας ζητούμε
στης Τήλου μας το σπήλαιο
και πάλι να βρεθούμε.

Τότε το σώμα σάλεψε
το χέρι ανασηκώθη
στον ουρανό εστράφηκε
και πάλι ευθύς νεκρώθη.

Φώς δυνατό ξεχύθηκε
λούζοντας το κοπάδι
οι όγκοι ξαναμίκρυναν,
νάνοι γινήκαν πάλι.

Μα δές φτερά φυτρώσανε
τα μάτια γαληνέψαν
μες τα μεγάλα σύννεφα
φωλιά ζεστή γυρέψαν.

Άνεμε σπρώξτα γρήγορα
πάνω απ τα πελάγη
να φτάσουν στο νησάκι τους
πρίν βγει ο ήλιος πάλι.

Τήλος, πανέμορφη Κυρά
στην αγκαλιά σου κρύφτα
για να μη νοιώσουνε ξανά
της ξενιτιάς την πίκρα.

Μαράκος 1990

MARAKOS είπε...

Το άπιαστο όνειρο

κι άν τα χείλη σου δεν νοιώσω
κάποτε να με φιλάνε
και την άδολη ματιά σου
να μου γνέφει ερωτικά

κι αν οι ανάσες της πνοής σου
δεν θα με μοσχοβολάνε
την ολόθερμη αγκαλιά σου
κι αν δεν νοιώσω αληθινά

κι αν δεν πλέω τώρα φώς μου
στων ονείρων τα πελάγη
και σ ονειρεμένους κόσμους
δεν πετάξουμε μαζί
κι αν δεν νοιώσω τις καρδιές μας
να χτυπάνε πλάι ,πλάι
η αγάπη μου για σένα
όσο ζω κι αυτή θα ζεί
 
Μαράκος

MARAKOS είπε...

Ομπάμα

Ας μην ονειρευόμαστε
πως τίποτα θ αλλάξει,
τώρα στο Καπιτώλιο
που Ομπάμα 'εχει αράξει

μαύρος,άσπρος ή κίτρινος
μιγάς ή ινδιάνος,
θα είναι για την πάρτυ μας
στυγνός Αμερικάνος

Κανείς ποτέ δεν νοιάστηκε
για τούτη εδώ τη χώρα,
κι ας τάζανε στον πόλεμο
ένα τσουβάλι δώρα

Τους Τούρκους θα κοιτάξουνε
που πάντα απαιτούνε,
και όχι εμάς τους Ελληνες
που όλο επαιτούμε

Γιαυτό ας μη νοιαζόμαστε
ποιός θα μας κυβερνήσει,
και ποιός χαλκά στη μύτη μας
θα σπεύσει για να μπήξει

Ξυπνήστε αδέλφια κι ευθύς
ας γίνουμε όλοι ένα,
κανείς δεν θα μας λυπηθεί
στου διχασμού την τρέλα


Μαράκος