Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

ΜΗΔΕΙΑ ( Όσα πρέπει να ξέρεις )


ΜΗΔΕΙΑ 

Ο μύθος της ΜΗΔΕΙΑΣ  έχει εμπνεύσει από την αρχαιότητα ακόμα αλλά και μέχρι σήμερα πλήθος μεγάλων δημιουργών . Δείτε την προδομένη και αδικημένη Μήδεια σαν προσωποποίηση της Ανατολής και βάλετε , τον Ιάσονα , τον Κρέοντα να την διώκουν και ειδικά τον Ευριπίδη και τους Αθηναίους να της φορτώνουν και την παιδοκτονία από πάνω  για να να δικαιώσουν το κακό και την αδικία που της έκαναν . Η συνάντηση της Δύσης με την Ανατολή και η ακραία σύγκρουση ανάμεσα στους δύο  κόσμους , νομίζω ότι είναι το υπόβαθρό πολλών σχετικών δημιουργιών . Ειδικά  την βιαιότητα αυτής της συγκρούσεις καταγράφει επιδέξια ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδία του και προφητικά θα έλεγα προδιέγραψε την εξέλιξη αυτής της σύγκρουσης ανά τους αιώνες μέχρι τις ημέρες μας . Στο πρόσφατο παρελθόν με τον Οριενταλισμό είχε περάσει στη Δύση η εικόνα του οκνού , απαίδευτου , φιλήδονου , πονηρού και συχνά αιμοβόρου Ανατολίτη , πράγμα  που αποτελούσε  άλλοθι  για την άγρια εκμετάλλευση (την λεηλασία ) των πόρων της Ανατολής από τους Δυτικούς αποικιοκράτες . Η ίδια αυτή ιστορία της εξαπατημένης της αδικημένης και ενοχοποιημένης επιπλέον Μήδειας  αλλά με τον ποιό τραγικό τρόπο επαναλαμβάνεται και ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ μας από τους Δυτικούς εις βάρος της ενοχοποιημένης και λόγω της Θρησκείας της επιπλέον Ανατολής . 

///////////////////////////////////////////

1 . Μήδεια του Ευριπίδη :
2 . Μήδεια Από την ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ : 
3 . Για την  Μήδεια της τραγωδίας του Ευριπίδης που διδάχθηκε (παίχτηκε) το 431 ΠΚΕ. 
4 . Η Μήδεια Από το Ηλεκτρονικό Περιοδικό diastixo.gr  
5 . Μήδεια  : Από  το  λογομνήμων 
       κατ΄ ευφημισμόν 

1 .  Ευριπίδη Μήδεια

Μετάφραση Π. Πρεβελάκη 
εκδόσεις "ΣΚΟΡΠΙΟΣ", Αθήνα, Ιούνιος 1956 

"Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ αυτή έγινε για το θέατρο: ν' ακούγεται καθαρά και να καταλαβαίνεται άνετα. Ακολούθησα, κατά κανόνα, την αποκατάσταση του αρχαίου κειμένου και την ερμηνεία του Louis Meridier ("Belles Lettre"). Mερικές φορές, όπως λ.χ. στους στίχους 830 - 832, 890, 892 κ.ά., οδηγήθηκα από τα σχόλια του Denys L. Page ("Medea", Οξφόρδη 1955)."

Π. Πρεβελάκης


Πρόσωπα της Τραγωδίας 

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
ΜΗΔΕΙΑ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ
ΙΑΣΟΝΑΣ
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΑΙΓΕΑΣ
ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ

Τόπος η Κόρινθο. Μπροστά στο σπίτι της Μήδειας. 
Μιά γριά δουλεύτρα βγαίνει απ' το σπίτι.

1ο Επεισόδιο (1-95)

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Άμποτε να μην είχε το καράβι 
η Αργώ φτεροδιαβεί τις Συμπληγάδες 
τις μολυβόθωρες, όταν τραβούσε 
για των Κόλχων τη γη! Μήδε στου Πήλιου 
τα λαγκάδια ποτέ τσεκουρωμένο 
πεύκο ας μην είχε πέσει, ούτε αρματώσει 
τα χέρια με κουπιά των αντρειωμένων 
πού για χατήρι του Πελία κινήσαν 
να βρούνε τό Χρυσόμαλλο το Δέρας! 
Τότε κ' η Μήδεια, η κυρά μου, δε θάχε  
πρυμίσει για τα κάστρα της Ιωλκίας, 
ερωτοχτυπημένη για τον Ιάσονα· 
μήτε, επειδή τις κόρες του Πελία
κατάφερε να σφάξουν το γονιό τους, 
στης Κόρινθος εδώ θα κατοικούσε 
τα χώματα, με σύζυγο και τέκνα, 
κοιτώντας αρεστή νάναι στους ντόπιους 
πού πρόσφυγα στη γη τους έχει αράξει, 
και να μονοιάζει σ' όλα με τον Ιάσονα· 
αυτή 'ναι δα κ' η πιο τρανή ευλογία, 
το αντρόγυνο να μη διχογνωμίζει. 
    Όμως αντίμαχα της ήρθαν όλα, 
κι όπου αγαπά το βλέπει αρρωστεμένο. 
Της κυράς μου αρνητής και των παιδιών του, 
ο Ιάσονας κρεβάτι γάμου βρήκε 
βασιλικό, την κόρη σαν επήρε 
του Κρέοντα, που ορίζει μες στη χώρα.
Και καταφρονεμένη η δόλια η Μήδεια, 
τους όρκους ξεφωνίζει, ανακαλιέται 
τα χέρια πούχαν δώσει για μιά πίστη 
παντοτινή, και κράζει μάρτυρες της 
τους θεούς, να το δουν πως την πλερώνει 
ο Ιάσονας. Και κοίτεται με δίχως 
θροφή, με τα κορμί παραδομένο 
στους πόνους, και στα κλάματα αναλώντας 
τον καιρό της, απ' όταν έχει νιώσει 
την αδικία του αντρός της, και δε στέργει 
τα μάτια να σηκώσει, ουδέ την όψη 
να πάρει από το χώμα· μόν' σα βράχος 
ή κύμα φουσκωμένο, τόσο ακούει 
τις ορμήνιες των φίλων· κι αν γυρίσει
καμιά φορά τον κάτασπρο λαιμό της, 
θάναι για να θρηνήσει μοναχή της 
τον ακριβό πατέρα, την πατρίδα 
και το σπίτι πού αρνήθη, για να φύγει 
με τον άντρα πού τώρα τη ντροπιάζει.
Έβαλε γνώση, η μαύρη, από τα πάθη, 
το γονικό σου χώμα πόσα αξίζει. 
Κι αποστράφη τα τέκνα της, δε βρίσκει 
χαρά από τη θωριά τους. Τη φοβούμαι 
μην πάει και βουληθεί τίποτα αλλιώτικο: 
αράθυμο έχει νου, και δε θάφήσει 
να την παιδεύουν την ξέρω και τρέμω.
[Τήνε φοβούμαι, μήπως μελετάει 
κάποιο κακό· γιατί η ψυχή της είναι 
παράφορη κι ουδέ θα συχωρέσει 
την αδικία· την ξέρω και την τρέμω, 
μην πάει, βουβά γλιστρώντας στο παλάτι, 
στης νύφης το κλινάρι και της πήξει 
μαχαίρι κοφτερό στο σκώτι ή μήπως 
το βασιλιά και το γαμπρό σκοτώσει 
κι ύστερα πιο τρανό κακό τη έβρει.]
Γιατί 'ναι φοβερή, κι όποιος τα βάλει 
μαζί της, δύσκολα θα ιδεί τη νίκη.

Μπαίνουν τα δυο αγόρια της Μήδειας μαζί 
μ' ένα γέροντα δούλο

Μα να πού φτάνουν τα παιδιά, σκολάσαν 
το γύμνασμα του δρόμου· της μητέρας 
τις συφορές, μηδέ τις βάνει ο νους τους· 
παιδιού ψυχή δεν τόχει να υποφέρει.
   
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Παλιά δουλεύτρα εσύ της δέσποινας μου
τί στάθηκες, έτσι έρημη, στην πόρτα
και για δεινά όλο σκούζεις μοναχή σου;
Πώς στέργει δίχως σου να μένει η Μήδεια;
Παρ.     Ω γέροντα, του Ιάσονα των τέκνων 
συνοδίτη, όταν πέφτουν οί αφεντάδες, 
νιώθει το χτύπο κι ο πιστός ο δούλος 
και σκίζεται η καρδιά του. Έτσι κ' εμένα, 
τέτοιος με πήρε πόνος πού αποθύμησα 
ναρθώ ως εδώ, στη γη να μαρτυρήσω 
και στα ουράνια τα πάθη της κυράς μου.
Παι. Δεν παύει ακόμα η δύστυχη να σκούζει;
Παρ. Καλότυχος εσύ! Τώρα αρχινίζει 
το κακό, και μηδ' έφτασε στη μέση.
Παι. Ώ την τρελή! --- ανίσως τέτοιος λόγος 
για τους άρχοντες λέγεται. Δεν ξέρει 
τίποτα απ' τα δεινά της τα καινούργια.
Παρ. Τί τρέχει, γέροντα; Πες το, να ζήσεις!
Παι. Τίποτα· κι αυτά πού είπα μετανιώνω
Παρ. Στα γένια σου σ' ορκίζω, μη φυλάγεις 
κρυφά από μένα, μιά σκλαβιά πού ζούμε· 
κι αν πρέπει, με σιγή θα τα σκεπάσω.
Παι. Πήρε το αφτί μου ένα λόγο, μα δίχως 
να το δείξω, —καθώς είχα ζυγώσει 
εκεί πού παίζουν τους κύβους, κ' οι γέροι 
πάνε και κάθονται τριγύρω στο άγιο
το νάμα της Πειρήνης,- πώς θα διώξει 
τα παιδιά και τη μάνα, από τα μέρη 
της Κόρινθος, ο Κρέοντας ο ρήγας. 
Αλήθεια νάναι το άκουσμα; δεν ξέρω· 
μα θέλω να το δω να βγαίνει ψέμα.
Παρ. Και θάνεχτεί ο Ιάσονας να πάθουν 
τα παιδιά του, κι ας τάχει με τη μάνα;
Παι. Παλιά δικολογιά χαλά η καινούργια· 
τόβγαλε αυτό το σπίτι απ' την καρδιά του.
Παρ. Χαθήκαμε λοιπόν, στο πρώτο ανίσως 
κακό, πριν να σωθεί, σωριάσουμε άλλο.
Παι. Εσύ καν, — τι δεν είναι ώρα η κυρά μας 
να τα μάθει, — μιλιά! και μη χτυπιέσαι.
Παρ. Ποιόν έχετε γονιό, παιδιά, το ακούτε; 
Κακό να μην του λάχει! αφέντης μου είναι· 
όμως κακός με τους δικούς του βγήκε.
Παι. Και ποιός δεν κάνει τα ίδια; Τώρα μόνο 
το λογιάζεις —σαν είδες το γονιό τους 
για ένα κρεβάτι ετούτα να τ' αρνιέται,— 
πως παρ' άλλο καθένας τον ατό του 
αγαπά, δίκια εδώ, κ' εκεί για κέρδος;
Παρ. Παιδιά μου, σύρτε μέσα· όλα θα σιάξουν.
—Κι όσο μπορείς, απόμερα εσύ κοίτα 
να τα βαστάς, κι ας μην κοντοζυγώνουν 
τη βαριόθυμη μάνα. Γιατί κιόλας 
την είδα ταύρου μάτια νάχει απάνω τους, 
κάποιο κακό σα να μελέτα· κι ούτε 
θα της περάσει η μάνητα, το ξέρω, 
πριν ξεθυμάνει απάνω σε κανένα, 
Ας πάθουν καν εχτροί κι όχι δικοί μας.

Όλο το ΕΡΓΟ (το Αρχαίο κείμενο με τη μετάφραση του 
ΕΔΩ : http://www.mikrosapoplous.gr/eyripedes/medea/medea0.html  απ΄όπου πείρα και το παραπάνω 1ο Επεισόδιο (1-95) που ανάρτησα .

////////////////////////



2 . Μήδεια Από την ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ :

Στην ελληνική μυθολογία, η Μήδεια είναι κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη και της Ωκεανίδας Ιδυίας ή Εκάτης. Από τη θεία της, Κίρκη, είχε μάθει την τέχνη της μαγείας, την οποία χρησιμοποιούσε σ' όλη την ζωή της.

Μήδεια και Ιάσονας 
Όταν ο Ιάσονας, αρχηγός της Αργοναυτικής εκστρατείας, έφτασε στην Κολχίδα, η Μήδεια τον ερωτεύτηκε και έθεσε στην διάθεσή του όλα τα μέσα της τέχνης της, ώσπου ο ήρωας να αποκτήσει το Χρυσόμαλλο δέρας. Ύστερα απ' αυτό ακολούθησε τον εραστή της και για να αργοπορήσει τον Αιήτη, ο οποίος τους καταδίωκε, τεμάχισε τον αδελφό της, Άψυρτο, και σκόρπισε στη θάλασσα τα μέλη του. Ο πατέρας τότε εγκατέλειψε την καταδίωξη και επιδόθηκε στην περισυλλογή των μελών του σφαγμένου παιδιού του.
Στην Ιωλκό αργότερα, ο Ιάσονας την παρακάλεσε να εκδικηθεί τον Πελία, φονιά του πατέρα και του αδελφού του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του. Η Μήδεια τότε έπεισε τις κόρες του Πελία να τεμαχίσουν το σώμα του πατέρα τους και να το βράσουν, γιατί έτσι δήθεν θα κατόρθωναν να τον κάνουν πάλι νέο. Μετά την καταδίωξη του ζεύγους των εραστών από το γιο του Πελία, Άκαστο, κατέφυγαν στην Κόρινθο, όπου έζησαν για ένα διάστημα ευτυχισμένοι, μέχρις ότου ο Ιάσονας εγκατέλειψε τη Μήδεια για να μνηστευτεί την κόρη του βασιλιά Κρέοντα, Γλαύκη. Η Μήδεια και πάλι χρησιμοποίησε τα μαγικά της φίλτρα για να εκδικηθεί την αντίζηλή της. Της έστειλε δηλητηριασμένο χιτώνα σαν δώρο για το γάμο της, ο οποίος έβγαζε φλόγες και την έκαψε.

Παιδοκτονία

Η εκδίκησή της όμως δε σταμάτησε εδώ, αλλά έφτασε στο πιο αποτρόπαιο έγκλημά της. Σκότωσε τα δύο της παιδιά Φέρητα και Μέρμερο, που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα, ανέβηκε μετά σ' ένα άρμα που το έσερναν φτερωτοί δράκοντες και έφτασε στην Αθήνα, όπου ενώθηκε με τον Αιγέα και απέκτησε το Μήδο. Προσπάθησε όμως να δηλητηριάσει το Θησέα κι έτσι ο Αιγέας την έδιωξε κι εκείνη κατέφυγε κοντά στο γιο της, Μήδο, στην Ασία, στη χώρα που από το όνομά της ονομάστηκε Μηδία.
Προς το τέλος της ζωής της κατέβηκε στα Ηλύσια Πεδία, όπου και έγινε σύζυγος του Αχιλλέα, παραμένοντας αθάνατη.
…………………………………………………………

3 . Για την Μήδεια του Ευριπίδη που διδάχθηκε (παίχτηκε) το 431 ΠΚΕ.

Ο Ιάσων προδίδοντας την γυναίκα του Μήδεια και τα παιδιά του λαμβάνει σε γάμο τη Γλαύκη την κόρη του Βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα. Η δε Μήδεια προκειμένου να εκδικηθεί στέλνει δηλητηριώδη δώρα με τα οποία φονεύει τόσο την νύφη όσο και τον πεθερό, στη συνέχεια, αφού σφάζει τα ίδια της τα παιδιά Φέρητα και Μέρμερο, προς απέραντη λύπη του προδότη συζύγου της, με την βοήθεια άρματος που το σέρνουν πτερωτοί δράκοντες, απέρχεται στην Αθήνα.
Ο ποιητής απεικονίζει τον βαθμό μανίας και αγριότητας μπορεί να φθάσει η απατημένη σύζυγος και σε πόση παραφροσύνη εκ της συζυγικής απάτης, (συμπερασματικά και τα στοιχεία από το ήθος της αθηναϊκής κοινωνίας της εποχής).

Η γενική δομή  

Η προσεκτική ανάγνωση της Μήδειας ως σύνθετου δείγματος τραγικής ποίησης αποκαλύπτει πως πρόκειται για ένα έργο στο οποίο αναδεικνύονται έντονα στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, σε μια εποχή που ο κλασικός ελληνικός κόσμος είναι έτοιμος να περάσει στον εμφύλιο σπαραγμό και στη φάση της παρακμής του. Σε μια εποχή που η κριτική των παραδοσιακών αξιών είναι παρούσα σε κάθε θεσμό, πολιτικό και κοινωνικό, o Ευριπίδης αμφισβητεί παραδοσιακές πολιτισμικές αξίες που σχετίζονται με το βιολογικό γένος, την ελληνικότητα και τους κοινωνικούς θεσμούς του παρελθόντος.
Τμήμα μιας τετραλογίας η Μήδεια είναι ουσιαστικά ένα έργο σύνθετο και γεμάτο νεοτερισμούς, παρά την καθαρή παρατακτική αφήγηση και τη φαινομενικά λιτή πλοκή της παράθεσης των συμβάντων, τη σκηνογραφική του απλότητα -εκτός από την πιθανή χρήση του γερανού στο κλείσιμο της τραγωδίας. Η σαφήνεια πιθανώς και η καθαρότητα του λόγου οδηγεί ενίοτε στο βιαστικό πιθανώς συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια τραγωδία που προκαλεί μεν έντονα συναισθήματα, αλλά είναι απλή ως προς τη δομή της.
Αρχικά, ο ποιητής ως άλλος σοφιστής φαίνεται να είναι άνθρωπος δίχως πατρίδα, όπως το διατυπώνει ο A. Lesky[1], γιατί δικαιώνει μέσω του χορού στον αγώνα λόγων την οργή της βάρβαρης φαρμακίδας, αντιβαίνοντας ουσιαστικά τις ηροδότειες επιταγές για το ομόαιμον[2]. Επίσης, καταγράφει επί σκηνής τις αντιμαχόμενες δυνάμεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις της ψυχής σε βαθμό πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της ελληνικής τραγωδίας.[3] Τρίτον -και εδώ κρύβεται πιθανώς η σημαντικότερη έκπληξη- επεξεργάζεται έναν από τους μαγικότερους ως προς τη φύση του μύθους, ακολουθώντας ουσιαστικά την πλοκή του μύθου όπως διασώθηκε για εμάς αργότερα στα Αργοναυτικά, παρόλο που πριν από αυτόν ο Πίνδαρος αναφέρεται στο ίδιο θέμα στις Πύθιες Ωδές του[4]. Τέταρτον, απομυθοποιεί μια κεντρική μορφή του ηρωικού πάνθεου, τον Ιάσονα, υποδεικνύοντας τις ανθρώπινες αδυναμίες και την τυραννική φύση του -μια λογική κατάληξη του ήρωα που συμβιβάζεται με τα θέσμια μιας οργανωμένης κοινωνίας και εγκαταλείπει τη λυτρωτική του εξέγερση[5].

Συγκρούσεις και αντιθέσεις

Ο Π. Ξιφαράς διατυπώνει την άποψη ότι στον αγώνα λόγων η σύγκρουση Μήδειας και Ιάσονα εκφράζει ουσιαστικά την αρχετυπική αντίθεση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού[6]. Ίσως, όμως, η αντίθεση να πηγαίνει βαθύτερα, στη σύγκρουση ανάμεσα στην πανάρχαια μαγεία της δέσμευσης μέσω του όρκου, που αντιπροσωπεύει η Μήδεια[7] και τον στεγνό ορθολογισμό του Ιάσονα, ενδεικτικό μιας κοινωνίας με συγκεκριμένο υλιστικό προσανατολισμό. Κάτι τέτοιο φαίνεται πολύ πιθανό, αν σκεφθεί κανείς τη σημαντική σχέση της μαγείας και των δικαιϊκών πρακτικών, που προστάτευαν την ευημερία του ατόμου και της αρχαϊκής κοινότητας[8].
Η Μήδεια είναι απειλή για την ασφάλεια και την ευημερία της κορινθιακής κοινωνίας, αλλά όχι μόνον για τους λόγους που φανερά διατυπώνει ο ποιητής. Είναι ο ίδιος ο μύθος και η γενεαλογία των προσώπων του, που μπορεί να δώσει απαντήσεις, ένας μύθος γνωστός μεν στο κοινό της κλασικής εποχής, παραγνωρισμένος, όμως, ως προς τα συστατικά του στοιχεία από τη σύγχρονη φιλολογική ερμηνεία και κριτική.

Αγών λόγων

Ενίοτε στην τραγωδία και συχνότερα στην αρχαία κωμωδία ο πρωταγωνιστής και ο δευτεραγωνιστής αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον σε μια επίσημη, ρητορική συζήτηση ή αγώνα, στον οποίο εκφέρουν το λόγο τους, με τον χορό ή κάποιον τρίτο στο ρόλο του κριτή ή μεσολαβητή[9]. Στους διαλόγους του Ευριπίδη παρατηρούμε τη ρητορική τεχνοτροπία που θυμίζει ιδιαίτερα τη δικανική και πολιτική ρητορική, κυρίαρχη στην κλασική Αθήνα και πιθανώς τις επιδράσεις της σοφιστικής[10].
Οι αγώνες λόγου, όμως, φαίνεται πως διαμορφώθηκαν ήδη από την πρώιμη εποχή της επικής ποίησης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Όμηρο, στον οποίο μπορούμε να διακρίνουμε αρκετά ίχνη της ρητορικής τέχνης[11]. Στην προκειμένη περίπτωση μια τέτοια αναζήτηση θα μπορούσε να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη σε μια πλήρη ανάπτυξη του παρόντος θέματος, εξαιτίας της διαφωνίας των φιλολόγων για το σκοπό παράθεσης τέτοιων αγώνων, καθώς στο απλούστερο επίπεδο ανάλυσης της ομηρικής παραγωγής ρητορικής είναι δυνατόν να καταδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκαν αυτοί οι λόγοι[12]. Μπορεί επίσης να καταδειχθεί ότι υπάρχει μια συνοχή μεταξύ Ομήρου και της ύστερης ρητορικής πρακτικής και της τραγικής ποίησης[13]. Το σημαντικότερο, ωστόσο, παραμένει ότι τέτοια ανάλυση επιδεικνύει πόσο ζωτικής σημασίας είναι η παραδειγματική φύση των ομηρικών αγώνων λόγων[14]. Αυτοί οι αγώνες λόγων στην «προφορική», παραδειγματική, παρατακτική φύση τους, προδίδουν ένα εννοιολογικό πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο οι «προφορικοί» πολιτισμοί τους χρησιμοποιούσαν για την έκφραση έντονων αρνητικών συναισθημάτων και παθών, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές ή προσφέρουν την εικόνα μιας εμφανούς εσωτερίκευσης και απόκρυψης των ενδόμυχων σκέψεων, σύμφωνα με κάποιους άλλους[15].
Ο συγκεκριμένος αγών λόγων, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση που προτείνει ο M. Dubishar -κρίσις, συμβουλή και ικεσία[16]- ανήκει προφανώς στην κατηγορία της κρίσης. Στον αγώνα κρίσης δύο μορφές, τις οποίες ο συγγραφέας αποκαλεί αδικούμενος και αδικήσας, διαφωνούν για κάποια κατηγορία του ενός ενάντια στον άλλο. Αυτός ο τύπος αγώνος με τη σειρά του υποδιαιρείται κατόπιν σε τρεις υποομάδες: Στον απλό αγώνα κρίσεως, (π.χ. Μήδεια κατά Ιάσονα), στον αγώνα κρίσεως ενώπιον κριτού, (π.χ. Εκάβη κατά Πολυμήστορα, ενώπιον του Αγαμέμνονα) και στον προσδοκητικό αγώνα, (π.χ. Μενέλαος και Αγαμέμνων, περί της τήρησης της υπόσχεσης θυσίας της Ιφιγένειας).
Σε μια άλλη κατηγοριοποίηση -ως προς το προοίμιό του κύρια- ο συγκεκριμένος αγών λόγου είναι εφετικός για τον S. Usher που βλέπει πως η έφεση φαίνεται ως διαδεδομένη πρακτική τόσο στις Τετραλογίες του Αντιφώντα, όσο και στη Μήδεια του Ευριπίδη[17].
Η σύγκρουση στο έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο συγκεκριμένος αγώνας λόγων, ή άμιλλα λόγων, όπως την περιγράφει ο ίδιος ο ποιητής (στ. 546)[18], επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα κομβικά σημεία, με σημείο έναρξης την κριτική του Ιάσονα για τη Μήδεια, (στ. 446-458). Κατόπιν στρέφεται στις αποκαλύψεις του για το τι προτίθεται να κάνει για εκείνην και τα παιδιά του, (στ. 459-464). Η Μήδεια απαντά στην προσφορά του Ιάσονα, (στ. 465-472), αναφέροντάς του επιπλέον τι έχει κάνει για εκείνον, (στ. 476-487). Κατόπιν η Μήδεια κατηγορεί τον Ιάσονα (στ. 492-495 και 510-511), αναλύοντας και τη δυσάρεστη κατάσταση στην οποία βρίσκεται, (στ. 502-515). Ακολουθεί η άποψη του Ιάσονα για τη βοήθεια της Μήδειας, (στ. 527-533), και η αναφορά στα οφέλη της Μήδειας από τον ερχομό της στην Ελλάδα, (στ. 535-544). Ο Ιάσων αιτιολογεί το γάμο του με την Κορίνθια πριγκήπισσα, (στ. 548-567) και βρίσκει την ευκαιρία να ασκήσει κριτική στις γυναίκες γενικότερα (στ. 569-575). Η Μήδεια με τη σειρά της ασκεί κριτική στα επιχειρήματα του Ιάσονα (580-587). Ο Ιάσων επανέρχεται προσφέροντας βοήθεια στη Μήδεια, (στ. 610-614), για να εισπράξει την οργισμένη της αντίδραση (στ. 616-618).

Η ανθρωπολογία του ξένου

Η Μήδεια είναι μια βάρβαρη μάγισσα, που έχει προδώσει την οικογένειά της για να βοηθήσει τον εραστή της Ιάσωνα, παίρνοντας ταυτόχρονα έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Το όνομά της ως προς την ετυμολογία του αποδίδεται στο ρήμα μέδομαι[19]. Συχνά, λοιπόν, αποδίδεται ως «σκεπτόμενη γυναίκα». Τώρα ανακαλύπτει πως ο σύντροφος που της ορκίστηκε αιώνια πίστη[20] επιθυμεί μια άλλη γυναίκα, την κόρη του βασιλιά Κρέοντα της Κορίνθου και «πραγματική Ελληνίδα». Η Μήδεια είναι σύνθετος και συναρπαστικός χαρακτήρας, αλλά σχεδόν στο σύνολό της η φιλολογική ή θεατρική κριτική αρκείται στον ψυχοδραματικό χαρακτήρα της εσωτερικής της σύγκρουσης και στις πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις που αναμφίβολα οδηγεί η εκφορά του λόγου και τα επιχειρήματά της. Όμως, η κυρίαρχη ιδιότητά της είναι εκείνη της μάγισσας, της φαρμακίδας. Είναι η νέα που ανατράφηκε στα δώματα του Αιήτη, εκείνη που τη δίδαξε η ίδια η Εκάτη να φτιάχνει τα μαγικά βοτάνια με μεγάλη επιδεξιότητα[21].
Χαρακτήρες σαν την «ξένη» Μήδεια του Ευριπίδη διεκδικούν μια αξιοσημείωτη γυναικεία σοφία, και έναν ρόλο ηρωικό σύμφωνα με τα πρότυπα του ανδρικού ηρωισμού και της εκδίκησης[22], εντελώς αντίθετο προς τα δεδομένα της θηλυκής παρουσίας στην κλασική Ελλάδα, όπου η γυναίκα περιορίζεται στα του οίκου της, δίχως ιδιαίτερη παρουσία ή ρητορικές δυνατότητες[23]. Αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει η Μήδεια, προκειμένου να χειριστεί τον Κρέοντα και να κερδίσει το χρόνο που χρειάζεται. Η απώλεια του Ιάσονα είναι απλά θέμα πάθους. Αυτό που εξοργίζει περισσότερο πιθανώς τη Μήδεια είναι η ταπείνωση και η λύση του όρκου -για την τήρηση του οποίου θα φροντίσει με τρόπο βίαιο και απεχθή για τη χριστιανική ηθική[24]. Ως ιέρεια της Εκάτης δεν ανέχεται τη λύση του όρκου, ενός σημαντικού δεσμού ανάμεσα στους ανθρώπους και τους ανθρώπους ή τους δαίμονες.[25].

Καινά δαιμόνια 

Η Μήδεια φαίνεται να έχει μια ισχυρή επίδραση στον χορό, τον εκπρόσωπο του λαού ουσιαστικά, που παίρνει το μέρος της, σχεδόν ως τριταγωνιστής, παρά την κριτική του Αριστοτέλη για την απομόνωση που επέβαλε κατά την άποψή του ο Ευριπίδης στο χορό[26]. Εδώ ο Ευριπίδης εξετάζει τις θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού του, επισημαίνοντας πως ο πολιτισμός εξελίσσεται μέσα σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο σχέσεων δύναμης. Για κάθε πολιτισμική έκφανση υπάρχει μια καθοδηγητική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία κάτι κερδίζει κανείς και κάτι χάνει. Οι αυτορρυθμιστικές δυνάμεις του πολιτισμού -η τέχνη, ο μύθος και η συλλογική πίστη- είναι εκείνες που βοηθούν στην επούλωση των πληγών, στην αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών και στην προκειμένη περίπτωση ο τραγικός ποιητής αναλαμβάνει έναν τέτοιο θεραπευτικό ρόλο για μια κοινωνία που συστηματικά υποβάθμισε την γυναικεία παρουσία στη διαδικασία της κοινωνικής εξέλιξης.
Ο Ιάσων, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο του, δεν είναι παρά το άδειο κέλυφος ενός προγενέστερου ήρωα. Είναι υπολογιστής, αυτάρεσκος και ωφελιμιστής. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί για να υπερασπιστεί τις ενέργειές του, δείχνουν ότι έχει μελετήσει τη ρητορική τέχνη, αλλά αυτός ακριβώς ο επαγγελματισμός των επιχειρημάτων του είναι κενός νοήματος. Οι λόγοι του εκφέρονται με ακρίβεια και οι δικαιολογίες του, αν και καλά οργανωμένες, φαίνονται πως αποφεύγουν τα σημαντικά ζητήματα. Χρησιμοποιεί τη ρητορική για να αναδημιουργήσει την αλήθεια όπως εκείνος επιθυμεί να είναι. Όταν ο χορός λέγει πως καλά μιλά ο Ιάσων, αλλά εξακολουθεί να έχει προδώσει τη σύζυγό του, εκφράζει ταυτόχρονα την κοινή γνώμη του ακροατήριου. Η προδοσία του Ιάσονα είναι ιδιαίτερα ειδεχθής, επειδή οφείλει πολλά στη γυναίκα του. Επανειλημμένα εκείνη έσωσε τη ζωή του και ολοκλήρωσε για χάρη του τους άθλους που εκείνος δεν μπορούσε να κατορθώσει. Είναι καιροσκόπος, καθώς χρησιμοποιεί τώρα τη βασιλική οικογένεια της Κορίνθου για το κέρδος, όπως στο παρελθόν χρησιμοποίησε τη Μήδεια. Στον αγώνα λόγων ο Ιάσων και η Μήδεια παρουσιάζουν δύο διαφορετικές ιδέες για το γάμο. Ο Ιάσων θεωρεί το γάμο ως κοινωνική και οικονομική σύμβαση, θυμίζοντάς μας τον Οικονομικό του Ξενοφώντα[27], καθώς μιλά με όρους υλικής ευημερίας και ασφάλειας. Η Μήδεια, αν και περιέγραφε νωρίτερα στο έργο στις Κορίνθιες γυναίκες το γάμο ως είδος δουλείας, ακόμα μιλά με ιδεαλιστικό τρόπο, αναφέροντας όρκους και αμοιβαιότητες. Ο Ιάσων όλα αυτά τα παραμερίζει και χαρακτηρίζει τη Μήδεια παράλογη.

Το πάθος της Μήδειας  

Το βάθος του πάθους της Μήδειας γίνεται απροκάλυπτη οργή. Ο σύζυγος που της χρωστά τα πάντα, την παραμερίζει. Εκείνη, μια γυναίκα που διεκδικεί στη γενεαλογία του μύθου θεϊκή καταγωγή[28] -κόρη ενός βασιλιά που πιθανώς υπήρξε στο παρελθόν βασιλιάς της Κορίνθου και συνεπώς εν δυνάμει επικίνδυνη για τη βασιλική γενιά του Κρέοντα στον αγώνα της διαδοχής[29]- βρίσκεται διαρκώς στο έλεος ανθρώπων ανόητων και αδύναμων. Αν και με πολλούς τρόπους το δίκαιο είναι με το μέρος της, τα επιχειρήματά της απορρίπτονται ως απότοκα γυναικείου παραλογισμού. Η εκδίκηση ή η ιεροδικία της -ανάλογα από ποια οπτική γωνία βλέπει κανείς το θέμα- είναι ένα σημαντικό θέμα και προκαλεί ίσως κατάπληξη το γεγονός ότι παρά τη θηριώδη φύση του εγκλήματός της, η πιθανή έλξη του θεατή προς την πλευρά της Μήδειας είναι τόσο ισχυρή όσο και η γοητεία που ασκεί στον χορό. Η υπερηφάνειά της την ωθεί να απορρίψει τις προσφορές του και προτιμά τον θάνατο από μια δεύτερη εξορία. Μια υπερηφάνεια αξιοθαύμαστη και δικαιολογημένη, η οποία όμως θα οδηγήσει τη Μήδεια σε πράξεις ανείπωτες.

Επισκόπηση  

Το συγκεκριμένο δράμα στην πλήρη του έκταση φαίνεται να είναι μια παρουσίαση των μυστικών πτυχών του πάθους που προκαλεί η απογοήτευση των προσδοκιών. Εδώ διαγράφεται έντονα η οδύνη και η ευαισθησία μιας πληγωμένης γυναίκας που περνά από το ένα στάδιο στο άλλο, έως ότου καταλήγει στην πράξη της εκδίκησης. Η Μήδεια εγκληματεί, αλλά όχι αναίτια, όχι δίχως δύναμη και αξιοπρέπεια. Ένας τέτοιος συγκρουόμενος εσωτερικός κόσμος είναι ξένος προς τη μεγαλοφυΐα του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Ο Ευριπίδης, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση ανοίγει ένα νέο παράθυρο στην τέχνη και αποδίδει μια καθαρότερη άποψη των συγκινήσεων που κατακλύζουν την ανθρώπινη ψυχή, τόσο στην αγνή μορφή τους όσο και στις άγριες παρεκκλίσεις τους που, όταν κυριαρχούν, οδηγούν την ανθρώπινη ύπαρξη στην καταστροφή.
……………………………………………..



4 . Η Μήδεια Από το Ηλεκτρονικό Περιοδικό diastixo.gr  

στο οποίο  Δημοσιεύτηκε Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015 14:39
Γεράσιμος Α. Ρηγάτος: «Μήδεια – Προσεγγίζοντας τη μαγεία και τη θεραπευτική της Προϊστορίας» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου

O Γεράσιμος Ρηγάτος (γενν. 1945), που εργάστηκε σε νοσοκομεία επί σαράντα χρόνια ως διευθυντής παθολόγος-ογκολόγος και είναι υφηγητής – άμισθος επίκουρος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει γράψει έναν μεγάλο αριθμό βιβλίων που σχετίζονται με την ιατρική, τη λογοτεχνία και τη λεξικογραφία. Τα περισσότερα από αυτά είναι πρωτότυπα, όπως για παράδειγμα τα: Ιατρική παροιμιολογία, Ιστορία της Νοσηλευτικής, Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα, Η συμβολή της ελληνικής γλώσσας στην παγκόσμια ιατρική ορολογία. Το τελευταίο του βιβλίο, με τίτλο Μήδεια και υπότιτλο Προσεγγίζοντας τη μαγεία και τη θεραπευτική της Προϊστορίας, πραγματεύεται τον αρχαίο ελληνικό μύθο της Μήδειας, το όνομα της οποίας ταυτίστηκε με την παιδοκτονία. Ο Ρηγάτος, ανατρέχοντας σε πλείστες πηγές, ελληνικές και ξένες, αντλεί πλείστες πληροφορίες για το συγκεκριμένο μυθολογικό πρόσωπο, το οποίο έχει εμπνεύσει ποιητές και καλλιτέχνες.
Η Μήδεια είναι πρόσωπο που καταγράφεται στο έργο Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου (3ος αιώνας π.Χ.). Ο μύθος των Αργοναυτών αναφέρεται στη θυσία του Φρίξου, που αποφεύχθηκε όταν ο νεαρός φυγαδεύτηκε με την αδελφή του την Έλλη με το χρυσόμαλλο κριάρι. Η Έλλη πνίγηκε στον Ελλήσποντο κι ο Φρίξος φιλοξενήθηκε στην Κολχίδα από τον Αιήτη, τον βασιλιά της χώρας, ενώ το κριάρι προσφέρθηκε θυσία στον Δία. Το δέρμα του φυλάχθηκε ως πολύτιμος θησαυρός στην Κολχίδα κι ο σφετεριστής βασιλιάς Πελίας της Ιωλκού ζήτησε από τον Ιάσονα, τον διεκδικητή του θρόνου, να πάει να του το φέρει. Πράγματι, κατασκευάστηκε ένα πλοίο, η Αργώ, και ξεκίνησε η Αργοναυτική Εκστρατεία. Φτάνοντας στην Κολχίδα, ο Ιάσονας πήρε το χρυσόμαλλο δέρμα (δέρας) με τη βοήθεια της Μήδειας, της κόρης του Αιήτη, η οποία ήταν μάγισσα και θεραπεύτρια. Τον είχε ερωτευτεί και έκανε τα πάντα ώστε αυτός να επιτύχει τον σκοπό του. Η Μήδεια, αφού σκότωσε τον αδελφό της, στην επιστροφή στην Ιωλκό θανάτωσε τον Πελία για να πάρει τον θρόνο ο Ιάσονας, αλλά οι υπέρμετρες φιλοδοξίες της τον έκαναν να τη διώξει για να παντρευτεί τη Γλαύκη, την κόρη του Κρέοντα, βασιλιά της Κορίνθου. Για να τον εκδικηθεί, η Μήδεια θανάτωσε τη Γλαύκη και μετά τα δύο παιδιά της, που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα, μένοντας έτσι ως διαχρονικό σύμβολο της παιδοκτονίας (αργότερα πήγε στην Αθήνα και προσπάθησε να δηλητηριάσει τον Θησέα).
Στον επίλογό του, σημειώνει πως η μελέτη του για τη Μήδεια δεν αποσκοπεί στο να ερμηνεύσει μύθους, αλλά να μας προβληματίσει για το τι μπορεί να υπάρχει πίσω από τους μύθους και ποιες μπορεί να είναι οι κρυμμένες αλήθειες τους.
Η Μήδεια ήταν μάγισσα-φαρμακεύτρια-γιάτρισσα, όπως και η Κίρκη, την οποία μνημονεύει ο Όμηρος, γράφει ο Ρηγάτος. Με τα βότανα που ήξερε τις ιδιότητές τους μπορούσε να θεραπεύσει τους ασθενείς, αλλά και να θανατώσει τους εχθρούς της. Επομένως, προσθέτει, ακόμα και την εποχή των μύθων οι γνώσεις δεν χρησιμοποιούνταν μόνο για καλό, αλλά και για το κακό. Η Μήδεια, λοιπόν, με τα βότανά της βοήθησε εκείνους που αγαπούσε ή εκείνους με τους οποίους είχε συμφέρον και αντιθέτως εξόντωσε όσους πήγαν κόντρα στη θέλησή της. Εξαιτίας των δραματικών αισθημάτων που προκάλεσε, η Μήδεια ενέπνευσε ψυχολόγους, ψυχιάτρους, θεατρικούς συγγραφείς, ζωγράφους και συνθέτες, που επιχείρησαν να την προσεγγίσουν ο καθένας από τη σκοπιά του. Για τη Μήδεια έγραψε ο Ευριπίδης κι ο Σενέκας, ο Ανούιγ και ο Ντάριο Φο. Τη ζωγράφισαν ο Ντελακρουά κι ο Ντρέιπερ, έγραψαν μουσικά έργα ο Κερουμπίνι κι ο Ιάννης Ξενάκης, γύρισαν ταινίες ο Φράνκο Τζεφιρέλι κι ο Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Στο βιβλίο του, ο Γεράσιμος Ρηγάτος σημειώνει πως η παιδοκτονία ίσως δεν έγινε από τη Μήδεια, αλλά από ανθρώπους του Κρέοντα, οπότε άδικα κατηγορήθηκε. Τονίζει επίσης πως το όνομα Μήδ-εια (Med-ea) συνδέεται με την ιατρική (Med-icina κ.λπ.), πως το Ιάσ-ων σχετίζεται γλωσσικά με την ίασ-η (ήταν μαθητής του Χείρ-ωνα με το θεραπευτικό χέρι). Ακόμα μας θυμίζει πως από την αρχαιότητα οι μαγικές γνώσεις της Μήδειας εντυπωσίαζαν τις κοπέλες και τις γυναίκες που επιθυμούσαν να πραγματώσουν τα όνειρα, τους στόχους και τις φιλοδοξίες τους, κυρίως όσες είχαν σχέση με τον έρωτα και το γήτεμα των ανδρών. Στον επίλογό του, σημειώνει πως η μελέτη του για τη Μήδεια δεν αποσκοπεί στο να ερμηνεύσει μύθους, αλλά να μας προβληματίσει για το τι μπορεί να υπάρχει πίσω από τους μύθους και ποιες μπορεί να είναι οι κρυμμένες αλήθειες τους.
Μήδεια – Προσεγγίζοντας τη μαγεία και τη θεραπευτική της Προϊστορίας
Γεράσιμος Α. Ρηγάτος
Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις

///////////////////////////////////////

5 . Μήδεια  : 

Από    λογομνήμων 
       κατ΄ ευφημισμόν 
           

Μήδεια
Κι όμως η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της· η Μήδεια του μύθου γιατί η Μήδεια του Ευριπίδη ναι, το έκανε, τα σκότωσε και τα δύο. Όχι πως έκανε λίγα εγκλήματα η Μήδεια του μύθου: έκοψε κομματάκια τον αδελφό της και τον σκόρπισε στη θάλασσα, αργότερα έβαλε τις κόρες του Πελία να σκοτώσουν τον πατέρα τους, αλλά τα παιδιά της όχι, δεν τα σκότωσε.
Ούτε η Μήδεια του Πίνδαρου σκότωσε τα παιδιά της. Αγάπησε τον Ιάσονα και τον βοήθησε με τα μαγικά της να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας αλλά ως εκεί. Το ίδιο κι η Μήδεια του Απολλώνιου του Ρόδιου. Μετά από εντολή της Αφροδίτης, ο Έρωτας σημάδεψε την καρδιά της κι αγάπησε παράφορα τον Ιάσονα με τον οποίο, μετά από πολλές περιπλανήσεις, κατέληξαν στην Αίγινα και τέλος καλό.
Η Μήδεια λοιπόν δεν σκότωσε τα παιδιά της. Τώρα πώς του ήρθε του Ευριπίδη, τέτοια ιδέα είναι μεγάλη ιστορία. Φαίνεται έφτασε στ’ αυτιά του η ιστορία του Εύμηλου, ενός Κορίνθιου ποιητή του 8ου αιώνα π. Χ., που φαντάστηκε (κι αυτός από κάπου θα το άκουσε) πως η Μήδεια, προσπαθώντας να κάνει τα παιδιά της αθάνατα, χρησιμοποίησε μαγικά που δυστυχώς είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα και τα παιδιά πέθαναν. Επομένως το έγκλημα έγινε άθελά της. Την ιστορία την πήρε ο Παυσανίας και τη διέσωσε στα Κορινθιακά του. Ο δε Παρμενίσκος προτίμησε την αρχική εκδοχή με μια παραλλαγή: η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, της τα σκότωσαν Κορίνθιες γυναίκες στο ναό της Ήρας. Πάντως τον καιρό που ο Ευριπίδης έγραφε τη δική του Μήδεια, δημοφιλής στην Αθήνα ήταν και η εκδοχή του Κρεώφυλου: η Μήδεια σκότωσε τον βασιλιά της Κορίνθου και οι Κορίνθιοι -έχει σημασία αυτό- για εκδίκηση σκότωσαν τα παιδιά της και διέδωσαν ότι φονιάς ήταν η μάνα τους. Επομένως για τους Αθηναίους, η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, οι Κορίνθιοι το έκαναν, οι εχθροί των Αθηναίων -βρισκόμαστε στα 431 π. Χ., τη χρονιά που ξεσπάει ο Πελοποννησιακός πόλεμος, και η Κόρινθος είναι σύμμαχος της μισητής Σπάρτης-, και μάλιστα οι Κορίνθιοι φόρτωσαν το έγκλημα στη Μήδεια. Βλέποντας λοιπόν οι Αθηναίοι στα Μεγάλα Διονύσια πως οι Κορίνθιοι είναι αθώοι και πως όλα τα έκανε η Μήδεια, είναι λογικό να δυσανασχέτησαν, γι’ αυτό ίσως έδωσαν το α΄ βραβείο στον Ευφορίονα, τον γιο του Αισχύλου και το δεύτερο στον Σοφοκλή αφήνοντας τον Ευριπίδη τρίτο και καταϊδρωμένο και βάζοντας ένα ακόμα λιθαράκι στην αντιδημοτικότητα του Ευριπίδη που ολοκληρώθηκε με τις φοβερές ‘Τρωάδες” του. Υπάρχει, φυσικά, η περίπτωση να μην άρεσε το έργο, πάντως στην απόφαση των κριτών θα πρέπει να μέτρησε το γεγονός πως για τους Αθηναίους η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της.
Ήταν άραγε πρώτος ο Ευριπίδης που ισχυρίστηκε κάτι τόσο φοβερό, πως δηλαδή η Μήδεια σκότωσε εσκεμμένα τα παιδιά της; Ούτε αυτό μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. “Άλυτο πρόβλημα” θεωρείται για τους μελετητές. Μια ακόμα θεωρία που λέει πως ο Ευριπίδης δανείστηκε την ιδέα από τον Νεόφρονα, μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει γιατί άλλοι ισχυρίζονται πως ο Νεόφρων ήταν μεταγενέστερος του Ευριπίδη. Πάντως, είτε ήταν δική του η αρχική ιδέα είτε όχι, γεγονός είναι πως η Μήδεια του Ευριπίδη σκότωσε τα παιδιά της. 

Κι αφού ο Ευριπίδης ήθελε τη Μήδεια φόνισσα, ας δούμε τη δικιά του εκδοχή. Η Μήδεια ζει στην Κόρινθο με τον Ιάσονα. Έχουν κάνει δύο παιδιά χωρίς όμως να παντρευτούν. Ο Ιάσονας δεν μπορεί να την παντρευτεί γιατί δεν είναι Ελληνίδα. Κι όχι μόνο αυτό, μα, παραβιάζοντας τους όρκους που της είχε δώσει, αποφασίζει να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά της Κορίνθου, του Κρέοντα. Η Μήδεια, δε φτάνει που νιώθει απατημένη και ταπεινωμένη, θα πρέπει κιόλας να φύγει από την Κόρινθο μαζί με τα παιδιά της. Έχει διορία μία μέρα να αποφασίσει πού θα πάει. Σ’ αυτή τη μία μέρα η Μήδεια θα προλάβει να δολοφονήσει τον Κρέοντα και την κόρη του κι ύστερα να σκοτώσει τα παιδιά της. Πρώτα όμως θα μιλήσει με τον Ιάσονα.

ΜΗΔΕΙΑ: Μα, συ, άκαρδε, έπειτα απ’ αυτά που σου ‘χω κάμει,
με πρόδωσες κι άλλη παντρεύτηκες γυναίκα,
αφού είχαμε παιδιά, γιατί αν παιδιά δεν είχες
μπορούσες ν’ αγαπήσεις τη γυναίκα αυτή ίσως
με κάποιο δίκιο. Η πίστη χάθηκε στους όρκους.
(…) Και τώρα πού θα πάω; Μήπως
στο σπίτι του πατέρα μου και στην πατρίδα,
που πρόδωσα για χάρη σου κι ήρθα δω πέρα;
Ή στου Πελία τις άμοιρες τις κόρες; Βέβαια
δέξιμο θα ‘χω ‘γω καλό που το γονιό τους
σκότωσα. Να ποια είν’ η θέση μου, οι δικοί μου
να με μισούν και να ‘χω εχθρούς για χάρη σου όσους
δεν έπρεπε να βλάψω.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ “ΜΗΔΕΙΑ”
Μετάφραση: Έφη Φερεντίνου

Ο Ιάσονας, με την κυνικότητα που τον σκιαγραφεί ο Ευριπίδης, είναι πρόθυμος να τη βοηθήσει, με τον τρόπο του βέβαια, ώστε, όπου πάει, να μην αντιμετωπίσει πρόβλημα.

ΙΑΣΟΝΑΣ: Δεν θα λογομαχήσω άλλο μαζί σου. Αν θέλεις
χρήματα για σένα ή για τα παιδιά να πάρεις
στην εξορία, λέγε μου, κι απλόχερα είμαι
πρόθυμος να σου δώσω και σημάδια ακόμα
φιλοξενίας για φίλους που θα σε φροντίσουν.
Θα δείξεις αμυαλιά σαν τα καταφρονέσεις,
μ’ αν πάψεις το θυμό θε να ‘ναι για καλό σου.

ΜΗΔΕΙΑ: Μήτε απ’ τους φίλους σου βοήθεια θα ζητήσω
ούτε θα πάρω μήτε συ σε με να δώσεις.
Δώρα που δίνει άντρας κακός δεν ωφελάνε.
(…) Πήγαινε τώρα, ο πόθος σε τραβάει της κόρης
της νιόπαντρης, γιατί πολλή ώρα από το σπίτι
μακριά έμεινες. Παντρέψου, αλλά, με τη βοήθεια
του θεού, το γάμο αυτό ν’ αρνηθείς δε θ’ αργήσεις.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ “ΜΗΔΕΙΑ”
Μετάφραση: Έφη Φερεντίνου

Σε λίγο θα εμφανιστεί ο αγγελιοφόρος να αναγγείλει πως η κόρη του βασιλιά, αλλά και ο ίδιος ο βασιλιάς βρήκαν φριχτό θάνατο από τα ποτισμένα με φαρμάκι δώρα της Μήδειας. Η τέλεια εκδίκηση έχει επιτευχθεί. Η Μήδεια όμως δεν αρκείται σ’ αυτό. Έχει ήδη πάρει την απόφασή της που σε λίγο θα την εκτελέσει. Πρώτα όμως απευθύνει προς τα παιδιά της τα πιο τρυφερά λόγια που έχουν ακουστεί ποτέ σε θέατρο.

ΜΗΔΕΙΑ: Λοιπόν, παιδιά μου,
άδικα σας ανάστησα; Άδικα μοχθούσα
και παιδευόμουνα με βάσανα; Του κάκου
τράβηξα τους σκληρούς της γέννας σας τους πόνους;
Κι είχα σε σας η δύστυχη πολλές ελπίδες
να με γεροκομήσετε και πως σαν πεθάνω
όμορφα με τα χέρια σας θα με στολίσετε
που οι άνθρωποι το λαχταράν. Μα τώρα πάει
κάθε γλυκιά μου συλλογή, γιατί μακριά σας
άθλια ζωή γεμάτη πίκρες θα περάσω.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ “ΜΗΔΕΙΑ”
Μετάφραση: Έφη Φερεντίνου

Κι ύστερα από λίγο αλλάζει γνώμη δυο φορές πριν πάρει την τελική της απόφαση.

ΜΗΔΕΙΑ: Αχ, τι να κάνω; Δεν έχω κουράγιο,
γυναίκες, των παιδιών τ’ ολόχαρο σαν είδα
βλέμμα. Δεν θα βαστάξω πια. Μακριά μου τώρα
πρώτες μου σκέψεις. Τα παιδιά μου από τη χώρα
μαζί θα πάρω. Ποια η ανάγκη, τον πατέρα
θέλοντας με τη συφορά τους να πικράνω,
διπλό καημό ‘γω να τραβήξω; Λοιπόν όχι.
Μακριά μου πρωτινές βουλές. Τι έπαθα; Θέλω
έτσι ατιμώρητους ν’ αφήσω τους εχθρούς μου
να με περιγελάνε; Πρέπει να τολμήσω
αυτά με θάρρος. Μα πώς λιγοψύχησα έτσι
κι άφησα αδύναμα να ξεστομήσω λόγια.
Μπάτε παιδιά στο σπίτι. Κι όποιος δε βαστάει
να ‘ναι μπροστά την ώρα της θυσίας ας κάνει
μόνος καλά. Στο χέρι μου δε θα δειλιάσω
Μη.
Καρδιά μου, μη ποτέ τολμήσεις τέτοιο πράγμα.
Κακότυχη, λυπήσου τα παιδιά σου κι άστα
να ζήσουν. Κει που θα πας χαρά θα σου δίνουν
σα βρίσκονται μαζί σου ζωντανά. Μα του Άδη
τους κάτου θεούς, που το κακό αντιπληρώνουν
ποτέ αυτό δεν μπορεί να γίνει, τα παιδιά μου
ν’ αφήσω δω απ’ τους εχθρούς να τυραννιούνται.
Ανάγκη τούτα να πεθάνουν. Κι αφού πρέπει,
η ίδια που τα γέννησα θα τα σκοτώσω.
Τέλειωσε. Δεν υπάρχει τρόπος να γλυτώσουν.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ “ΜΗΔΕΙΑ”
Μετάφραση: Έφη Φερεντίνου

Εδώ πράγματι όλα τελειώνουν. Σε λίγο τα παιδιά θα σκοτωθούν. Ο Ευριπίδης έκανε για άλλη μια φορά αυτό που είχε στο μυαλό του.
Τι κι αν ένα σωρό Μήδειες, πιο μπροστά, δε σκότωσαν τα παιδιά τους; Κανείς δεν τις θυμάται πια. Έχουν μείνει κλεισμένες σε σελίδες για σχολαστικούς μελετητές. Αντιθέτως όλοι θυμόμαστε τη Μήδεια του Ευριπίδη. Την Μήδεια που σκότωσε τα παιδιά της…

ΠΗΓΕΣ:

A. Lesky: “Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ”
Μετάφραση: Ν. Χουρμουζιάδης
Εκδόσεις: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Γ. Γιατρομανωλάκης “ΑΠΟ ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΣΟ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ”
Περιοδικό 7 ΗΜΕΡΕΣ 30-6-2002

Αρχείο Καθημερινής

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΞΕΜΑΤΙΑΣΜΑ

ΞΕΜΑΤΙΑΣΜΑ ( Ρεθεμνιώτικο )

Το κείμενο αυτό μου υπαγόρευσε το 1954 μια θεια μου 94 ετών τότε , όπως το είχε μάθει από τον παππού της . Άρα το κείμενο έχει ρίζες περίπου στα 1810 ! 

Στο Ονομα του Θεου του Χριστού της Παναγίας .
Της Παναγίας της Γρηγορούσας της Παναγίας της Παντάνασσας της Παναγίας της Ελεούσας της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας .
Του Αγίου Σπυρίδωνα  του Αγίου Φανουρίου  του Αγίου Αντωνί ου και του Αγίου Νεκταρίου . Της Αγίας Τριάδας , της Παναγίας της Πορταΐτισσας της Χρυσαφίτισσας 
του Αγίου Ανδρέου της Αγίας Φιλοθέης των Αγίων Αναργύρων του Άι Γιάννη του Θεολόγου του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου , του Αγίου Παντελεήμονα που  ΄ναι πρώτος γιατρός και θαυματουργός , να βάλει αυτός τον λόγο του κι εγώ το Χερικό μου  .
Τρεις εφτά , τρεις οκτώ , τρεις εννιά κάλοι αδελφοί είχανε μιάν αδελφή την την κυρα Κρουσταλινή που έκαμε εννιά παιδιά κι ένα δεν ανάθρεψε , μόνο τα έφαγε ο φταρμός κι ο κακός αποδομός .
Μια μέρα ο Αγιάννης του απαντήχνει και του λέει .
Που πας φτιαρμέ κακαποδεμέ ?
Πάω στην  ……. τάδε (το όνομα της ματιασμένης ) να πιώ το αίμα της να την καϊματίσω .
Ο Αγιάννης που τ΄ απάντηξε του λέει . « Γάιρε βρε φτιαρμέ ΚΑΚΑΠΟΔΟΜΕ , να πας στα όρη στα βουνά όπου φούρνοι δεν άφτουνε , κοκόροι δεν λαλούνε  και λέρια δεν κτυπούνε να βρεις ελάφι άγριο να πιεις τα αίμα του να το καιματίσεις και από την δούλη του Θεού την ….τάδε (το όνομα της ματιασμένης )  , να λείπεις !
Φυσάς τρεις φορές κατά τον ματιασμένο και φτύνεις τρεις φορές πίσω σου !

Η γητειά του ξεματιάσματος μεταδίδεται μόνο από γυναίκα σε άνδρα και το αντίθετο και ποτέ μεταξύ ομόφυλων !

Η ανάρτηση αυτή σε ένα λογοτεχνικό περιβάλλον δεν μπορεί να έχει άλλη αξία πέραν από την διάσωσή ενός λαογραφικού κειμένου ! 

Πέραν αυτού σχετικά με το μάτιασμα το οποίο εντάσσω στην σφαίρα της μεταφυσικής , η προσωπική μου άποψη είναι ότι αν η οικογένεια σου δεν το πιστεύει τότε τόσο εσύ όσο και τα παιδιά σου και τα ζώα σου είστε μάλλον θωρακισμένοι απέναντι στο  κακό μάτι  το οποίο ως βασκανία  το παραδέχεται και η Ελληνική Ορθόδοξή Εκκλησιά αλλά και αρχαίοι σοφοί όπως ο  Δημόκριτος και ο Αριστοτέλης και  άλλοι !


Λεωνίδας Ορφανουδάκης 

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 340 μ.Χ ποίημα Κωνστανίνου Καβάφη




ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 340 μ.Χ


Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ,  ξ έ ν ο ς  π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και  π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί

απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη. 

                           _   .   _

Εδώ στο You Tube ,   https://www.youtube.com/watch?v=udwCfxTXS-I    
η Έλλη Λαμπέτη . απαγγέλλει το ποίημα   “ ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 340 μ.Χ  “




Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ποίηση Μαρίας Ορφανουδάκη - ΜΟ - Atelier of Peace - Archaia APTERA .



Ποίηση – Poetry – Maria ORFANOUDAKI M.O – Archaia APTERA

PEACE – Maria Orfanoudaki – M.O – Atelier of Peace


ΜΕΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ…

κτύπος κανείς δεν αφρουγγιέται

Μεσ’ το μυαλό σκέψη και θύμηση καμιά !

Η όραση κι αυτή έχει χαθεί

Σαν τη ματιά στραμμένη είχα συνεχώς στον Ήλιο !

 Και θαμπωμένη πλέον, ξεγελιέμαι

Από το φως του φεγγαριού

Θαρρώντας το για Ήλιο


Πως θα θελα !

Στης ηρεμίας το παιχνίδι
να ‘παιρνα μέρος
και να μπορούσα να χαρώ
στις ξεγνοιασιάς και στης γαλήνης τ’ ακρογιάλι.
Και να μπορούσα να ‘παιρνα
χαρές και λύπες τόσες,
όσες μπορεί
μονάχα μια καρδιά
και μια Ψυχή ν’ αντέξει.

Πως θα ‘θελα !
την αδυναμία της δύναμής μου
να ‘κανα δύναμη
και να ξαλάφρωνα
μοιράζοντας τις Καρδιές μου.
Για να κρατήσω μόνο μια !
για ν’ Αγαπώ και να πονώ
σαν μια Kαρδιά
σαν μια Ψυχή
Μονάχα !



Ανήμπορη καρδιά

Πώς να βαστάξει
πώς να ‘βρει του λυτρωμού τη λύση που πασχίζει
να κάμει πήδημα, σάλτο γερό και Νάβη
απ’ του πετσιού τα τρίσβαθα τ’ ασήκωτο το βάρος.

Να μπόριε ν’ αδιαφορήσει αν ήξερε,
το τέλος που την πρόσμενε,
αφού κορμί δεν την ορίζει
και να ‘κανε σε μια στιγμή σε
σε μια στιγμή μονάχα !
όσα δεν θα κατάφερναν,
χίλιες καρδιές σε μύριες ζωές να κάμουν

Να πιάσει της ζωής το χαλινάρι
να την τραντάξει δυνατά
και να της δείξει εκείνη
ποιο δρόμο να τραβήξει.

Κι αν έβρη απ’ τη ζωή αδιαφορία στ’ άκουσμά της,
Tι μ’ αυτό!
Να μην διατάξει ούτε στιγμή
και να τραβήξει μόνη της
μόνη της πια!
λευτερωμένη απ’ του κορμιού
τις περιπλανήσεις, που μέχρι τώρα είχε.



Στα μάτια
του μωρού παιδιού
βλέπω την Ειρήνη !

Στο κελάηδισμα του σπουργιτιού
ακούω την Ειρήνη !

Στο άρωμα του γιασεμιού
οσφραίνομαι την Ειρήνη !

Στον θόλο τα ουρανίσκου μου
γεύομαι την Ειρήνη !

Στα ακροδάχτυλα μου
αισθάνομαι την Ειρήνη !

Στους χτύπους της καρδιάς μου
Αφουγκράζομαι την Ειρήνη !



Από τη φλόγα του κορμιού

Το ίδιο το κορμί
να κάψω θα θελα
και ν’ απομείνει μονάχα
μιας σπίθας φλόγα.
Για να πλανάται εδώ κι εκεί . . . .
κοντά σ’ αυτούς
που μέχρι τώρα είχα αγαπήσει
τη ζεστασιά
απ’ τα’ ανύπαρκτο, πυρακτωμένο
σώμα μου να νοιώθουν

Kι αν δω πως ζεστασιά
ξένου κορμιού ζητούν !
H σπίθα
H σπίθα φλόγας
μόνο μιας!
να γίνει λάβα και φλόγα μανιασμένη.
Και να θεριεύει πιότερο
απ’ τους αναστεναγμούς
των πόνων τους.


Η διαφορά 
Του ελεύθερου πουλιού 
Από τον ελεύθερο άνθρωπο…
Είναι 
Πως εκείνο τα φτερά τα ’χει στη ράχη 
Ενώ ο άνθρωπος τα ’χει στο Πνεύμα 



ΑΡΜΑΘΙΑΣΑ ΚΑΡΔΙΕΣ …

Από χωράφι
Που το χα εγώ σπαρμένο

Μόνο μ’ αυτές !
Αρμάθιασα καρδιές από χωράφι

Που το χα εγώ σπαρμένο
Με σπόρο καρδιάς
Που μου χε περισσέψει.



Ετούτη τη στιγμή

μονάχα δύναμη καρδιάς μ’ έχει συνεπαρμένη
συντρίμμια το κορμί μπορώ να κάμω
να μη φοβούμαι
μελλούμενου θανάτου λειτουργια.

Ετούτη τη στιγμή
κορμί γεμάτο από καρδιές υπάρχει.

Χάρος κι αν έρθει τι μ’ αυτό!

ξεγελασμένος θα βγει..
Αφού κορμί με μια καρδιά θα ζήταγε να πάρει !


– Μ.Ο – 1966



Ανήμπορε !

της γέννησις το θάνατο γυρεύεις

γιατί το θάρρος σου ‘λειψε

χώρο καρδιάς μεσ’ την καρδιά σου να ‘βρεις.

Γεννήθηκες θεριό !και μέσα σου θεριό να θρέψεις θα ‘θελες

αλλά φοβάσαι  μη χαθείς εσύ !σαν δυνατότερο από σένα έβγη.

 Λυπάσαι, αγριεύεις με καρδιά θεριού

γιατί αυτή η λεία που σου δίνουν δεν σε φτάνει

γρυλλίζεις και το γρύλλισμά σου δεν τ’ ακούν

μονάχα εσύ.!

 Γι’ αυτό πολλές φορές στο κούρνιασμα τη λύση σου γυρεύεις

Μα τούτες τις στιγμές ! ζητάς και θα ‘θελες

μαστίγωμα, ερέθισμα γερό και να ‘βγεις .

 Λογική καρδιά να μην υπειρχαν

για να κατασπάραζες όλους αυτούς !

που τόσα χρόνια σ’ είχαν κουλουριασμένο

σε γη μιας σπιθαμής.




Ανύψωσα Τ’ ανάστημα

Πιο πάνω και από τον ΗΛΙΟ !
Ανύψωσα τ’ ανάστημα κι ανέβηκα
Πιο πάνω και από το ΦΩΣ του

Αφού ασήμαντο ναι κι εγώ να περιμένω
ΗΛΙΟΥ Φως
Που τόσους και τόσους έχει φωτίσει
Η δύναμη του έχει χαθεί
Γι αυτό ΖΗΤΩ !
Ένα καινούργιο ΗΛΙΟ !
Ένα καινούργιο ΦΩΣ !




Ήχους πρωτάκουστους

μεσ’ την ψυχή κρυμμένους είχα

και τώρα δα, που η στιγμή

που τόσα χρόνια νοσταλγούσα είχε φτάσει

τις πόρτες της ψυχήςδιάπλατα ν’ ανοίξω

Αυτές έχουν σκουριάσει απ’ την πολυκαιρία…..

Κι οι μελωδίες κι ευγένειες

που τόσα χρόνια ευλαβικά κρατούσα

εχάθηκαν και δεν ακούστηκαν

Παρά μόνο!

Τρiξίματα……




ΘΑΡΡΩ ΠΩΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ…

Αλληλοσπαράζονται

Καρδιά, ψυχή και νους.

Αν κι έχω την απαίτηση
Καθένα με τη σειρά του να δίνει διαταγές.

Μα να που δεν μπορώ
Να τους επιβληθώ
Όλα μαζί, διαταγές να δίνουν θέλουν.

Τότες δα, Ζητώ!
Να θρονιαστούν σε μια γωνιά
Και να μ΄ αφήσουν ήσυχη.

Όμως !την συμβουλή μου αν άκουγαν
Δεν ξεγελιέμαι.
Πως πρώτη εγώ με τη σειρά μου
Αιτία θα τους έδινα για να ξαναπιαστούνε




Τη Σταύρωση

τη Σταύρωση κορμιού Ζητω!
να λυτρωθώ
να μην χαθώ
από σπατάλη χρόνου άσκοπη
σαν γίνεται απ’ το κορμί κι απ’ την καρδιά
γυρεύοντας στιγμές χαράς.

Η λογική 
Τι λογική;
αφού κι αυτή ξοπίσω τρέχει
με δικαιολογίας πρόφαση,
πως πρέπει αυτή να βλέπει για να κρίνει
και να ζητά από μένανε ανάλογη τιμωρία.

Κι αυτή λοιπόν 
στο βάθος κοροϊδεύει
αφού το ξέρει
πως μόνη…
μόνη μ’ έχουνε αφημένη.

Και πως; Με τι;
απόφαση, συμπέρασμα να βγάλω.

Χωρίς κορμί! 
Χωρίς καρδιά! 
Χωρίς μυαλό!



ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΟΓΑ  ΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ…

Το ίδιο το κορμί
να κάψω θα θελα
και ν’ απομείνει μονάχα
μιας σπίθας φλόγα.
Για να πλανάται εδώ κι εκεί . . . .
κοντά σ’ αυτούς
που μέχρι τώρα είχα αγαπήσει
τη ζεστασιά
απ’ τα’ ανύπαρκτο, πυρακτωμένο
σώμα μου να νοιώθουν

Kι αν δω πως ζεστασιά
ξένου κορμιού ζητούν !
H σπίθα
H σπίθα φλόγας
μόνο μιας!
να γίνει λάβα και φλόγα μανιασμένη.
Και να θεριεύει πιότερο
απ’ τους αναστεναγμούς
των πόνων τους.



Τα σωθικά μου επιθυμία τρώει !

Δρόμο ν’ ακολουθήσω απάτητο
Και να ‘μια εγώ η πρώτη που θα περάσει
Τ’ αχνάρια μου άλλοι να βρουν
Για να τ’ ακολουθήσουν.

Χαμού κίνδυνος
Το ξέρω πως υπάρχει
Μα κάλλιο για μένα ο χαμός
Παρά ν’ ακολουθήσω
Αχνάρια που ‘χουν αφήσει άλλοι.

Ψευτιά μη πεις 
πως στην ψυχή σου μέσα
υπάρχει μόνο φως.

Θάρρος αν είχες 
θ’ άκουγες κατάρες που ξεστόμιζε
για κείνους
που δεν αστόλισαν με δάφνες
το πέρασμά της.

Ψευτιά, μη πεις ! πως Aγαπάς
αφού χώρος καρδιάς
μικρός υπάρχει
και να χωρέσει δεν μπορεί
όλες αυτές π’ ορέγονται αγάπη!



Στη μέση έζωσα , μαχαίρια δίκοπα

Στο στήθος άναψα φωτιές !
Φίδια περιμάζωξα
Kαι τα έκανα κοτσίδες
Για μάτια , έμπηξα δυο χούφτες αστροπελέκια

Και τη ποδιά μου γέμισα !
Μ ελπίδες , όνειρα , Αλήθειες και Πιστεύω !




PEACE – Maria Orfanoudaki – M.O – Atelier of Peace
 Περισσότερα για την Μαρία Ορφανουδάκη - ΜΟ - και το έργο της 

ΕΔΩ :   http://www.mariaorfanoudaki.gr/new/  και 
ΕΔΩ :  http://www.mariaorfanoudaki.gr/new/?p=3627  

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Ο Θανάσης Πάνου διάλεξε Ποιήματα του και Ποιητές .

Ο Θανάσης Πάνου διάλεξε Ποιήματα του και Ποιητές για εσάς .



  1.                  του   Θανάση ΠΑΝΟΥ 
        

Ο ΡΟΖΟΣ   

Είχα κάποτε έναν ρόζο στο χέρι τόσο μεγάλο σαν άλλο δάχτυλο. Κι αυτός , φουσκωμένος κηφήνας με προέλευση άγνωστη ήξερε μόνο να διώχνει τις γυναίκες από το άγγιγμά μου. Κρύωνα κάθε πρωί που έπλενα το πρόσωπό μου , όχι από το νερό παρά για τα δόντια του που κάγχαζαν με γρατζουνιές στο δέρμα μου. Μια μέρα τον ξερίζωσα , ναι, με πόνο και κραυγές και αίμα ποτάμι, και σα μεγάλο δένδρο έπεσε ξεσχίζοντας την σάρκα , φίδι που μόλις βγήκε από το αυγό σφυρίζοντας για γάλα. Και ο ρόζος σχεδόν άγουρος καρπός στο πάτωμα μου φυτρώνει από τότε με υπομονή το σπίτι μου να δρέψει, το καύκαλο της πλάτης μου, στις ρίζες της οικείας μου. διαρκούσης της ζωής.



ΔΥΟ ΧΩΡΕΣ  ΕΝΤΟΣ

Και λένε οι γεροντότεροι , πως είναι μια χώρα εντός,
που τα παιδιά της δεν ψηλώνουν πια,
χλωμά πόρνα παιδιά , με διασταλτά ρουθούνια
και  με ανάσα που βρωμά κοπριά.
Ομοιόμορφα παιδιά, με αίμα θολό και κολασμένο
και με σβησμένους  κεραυνούς μες  τα μικρά τους σκέλη.
Μυριάδες τέτοια παιδιά κινούνται βασανιστικά εντός μου
σκέψεις ασυντέλεστες ,παιδιά ασύλληπτα , στην χώρα που με έπλασε,
κακοφορμισμένα άσχημα με  γιατρεμό κανένα.
Κι όταν  με πορφυρά φιλήματα και αγάπη τα μελίζω
με Αλαργινά χαμόγελα στα άγρια πρόσωπά τους
με σπρώχνουν στα κατάβαθα ,αγρίμια  σαλιάρικα δειλά ,
χωρίς ψυχή να κατοικούν στις σκοτεινές εντός  γωνίες.
Τι να τα θες,
είμαι παιδί  , και εγώ όπως  και εσύ ,
γεννήτορα δειλού  Λατίνου,
που  πελεκούσε την κάθε πορεία πονηρά,
λαξεύοντας το αύριο ,
τόσες φορές με αρμαθιές λαθών ,
κρίσεων νωθρών  και ακάθαρτων
και  επιδρομές αποβολών  στο σώμα της ιστορίας.
Και κάθε ίδιο λάξευμα πάνω στα παλούκια
συρρικνωμένους νέους Τειρεσίες γένναγε ,
παιδιά αγρίμια άνοα ,
που όλο τα μαύρα προμαντεύουν
και καρφωμένο με χτυπούν
πάνω στης χώρας  τα εντός ,
βαριά  αρχέγονα δοκάρια.
Και λένε οι γεροντότεροι,
πως είναι και μια άλλη χώρα εντός,
εν μέσω πλήθους και τιμητικής φρουράς
παιδιών γυμνών και αμόλυντων ,
ισάδελφη ποιητική πατρίδα ,
φως κάθε ερέβους με το δικό της


ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ


Γνωριστήκαμε στα παιδικά μου όνειρα και περπατάμε ολόκληρη ζωή παρέα. Πολλές φορές με άγριες φωνές ανένδοτα τον δρόμο περισφίγγουν  Άλλοτε πάλι όταν φορώ σαν κοπελιά τα γιορτινά μου κοντανασαίνουν μέσα μου ποτίζοντας με δάκρυα την ρίζα της καρδιάς μου.    
 Κι όσο η ζωή κι αν προσπερνά τα τραύματα με ιαχές λογχεύουν τη ματιά μου, άγρια μαλλιά που ξετρυπώνουν σαν οχιές και με οικειότητα με αγκαλιάζουν. Κι όταν δεν νοιώθω το κορμί για να με ντύσουν, μόνα και γυμνά σαν ένα καπέλο μαύρο κι’ άραχνο  στέκουν απόμακρα απρόσωπα και ακέφαλα.  
 Κι όταν Στιγμές – στιγμές παραχωρώ την σκέψη μου κρύβονται περίτεχνα σπέρνοντας πικρά φιλιά και θεραπεύουν τις πληγές μου.


Όμοια  εχθρών μελανιές και φίλων
Σκουριασμένες σφαίρες,
Πίσσα και  μολύβι.



Η ΑΝΗΦΟΡΑ


Κάθε λογής ανηφόρα είναι πάντα η μία όψη, γιατί από τη ζωή προέρχεται και η ζωή κάθε άλλο παρά επίπεδη είναι. 
Όλοι μας εκστομίσαμε βογγητά και ύβρεις στη κάθε ανάβαση  μα πάντα η ανταλλαγή με τη κατηφόρα  αποζημιώνει  την προσμονή. 
Το κάθε ταξίδι προσμένει, άλλωστε, αυτή την ανταλλαγή.
 Η πιο διάσημη ανηφόρα είναι αυτή του έρωτα ,η πιο πολύπλοκη ανεξερεύνητη και  με την πιο ενδιαφέρουσα διαδρομή .
Για άλλους είναι  μια μόνιμη ανάβαση αυτή η διαδρομή  και για πολλούς μια  διαδρομή χωρίς ανηφόρα  με μόνιμη κατηφόρα κατευθείαν σε ανοιχτά σκέλια , χάνοντας την ελπίδα της κορυφής , που η κάθε ανάβαση κατακτά με ιδρώτα για να φτάσει ο ορειβάτης εντέλει, στην ποθητή κορύφωση.


Σερνόταν μέσα στους ήχους των χοίρων ,
πίσω από το παλιό σχολείο της πόλης,
εκεί που η νύχτα είναι ακόμη πιο θεόρατη.
Στο τέλος της ,                                                                                                                           ξάπλωσε καταγής  και  προσποιήθηκε πως ήταν νεκρή.
Τίποτα, κανένα αποτέλεσμα.
Μόνιμα γαντζωμένη στην κάθε ανάσα της η θλίψη,
δεν εγκατέλειπε τα γεμάτα με πολύχρωμα χάπια                                                                         σωθικά της.       
   Αύριο ,                                                                                                                                                μια σφαίρα στο κεφάλι   
ή ένας γκρεμός ίσως…



ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ

Αλλόκοτος από ψηλά, όταν κλαίει ο αγέρας,
Βρέφος υπερβολικά ατάραχο, μάλλον ορφανό,
και κάτω στη γη οι άνθρωποι ,
υποκείμενοι σε ένα είδος ανάτασης,
πάνω στο δακρυσμένο της γης σώμα,
στα γόνατα πεσμένοι τον λατρεύουνε,
όπως της θάλασσας τα κύματα
τα ταξιδιάρικα παιδιά του,
όπως η φουρτουνιασμένη θάλασσα
που υπαγορεύει το δακρυσμένο του  παράπονο
με την πιο  άγρια μελωδία.
Και η Παρθένος,
περιστοιχισμένη από αγγέλους
που αενάως περιστρέφονται,
καλεί , τα πρόσωπά μας να σκουπίσει
με το νοτισμένο  μαντίλι  από τα δάκρυα του αγέρα,
ολάκεροι ένα  σώμα ,
μια αλληλουχία σημαδεμένη
από τη λύτρωση της γέννησης και της ζωής
και όταν τα δάκρυα του στερεύουν
και  από του θανάτου  την αποκαθήλωση .


2  .              της     ΛΟΥΚΙΑΣ  ΠΛΥΤΑ



ΠΝΕΥΜΑ

Σαν περπατήσεις την αυγή
στα άσπρα του Παρθενώνα μάτια
κρυμμένα αρχέτυπα θα ιδείς
όλου του κόσμου γράμματα, αριθμούς
μαλάματα κατάρτια.

Ανεμισμένα από δώδεκα
ολόχρυσα δόρατα Θεών
ολούθε να διαχέουν
από τα σπλάχνα του ήχου της σιωπής
σπέρμα πνεύματος ψυχής, γαλάζια.

Κάθε έθνος, κάθε φυλή, έχει τα υπέρ και τα κατά της.
Ουδέποτε όμως λαός όπως η Ελληνική φυλή προσέφερε στην ανθρωπότητα περισσότερα.
Η Παγκόσμια ανάπτυξη, σε όλους τους τομείς, βασίζεται στην γνώση που πρόσφεραν οι Έλληνες.
Η εκτίμηση ανά τον κόσμο και ανά τα Έθνη της προσφοράς του Ελληνικού Πνεύματος, οφείλει να είναι η απάντηση της επιλογής και διαδρομής που θα ακολουθήσει.
Η Παγκόσμια Ειρήνη ας εκφραστεί μέσα από την σπουδαία πράξη, επιστροφής των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα.
Ο Παρθενώνας κρούει τα κύμβαλα ζητώντας την επιστροφή των κομματιών του.
Η Παγκόσμια Ειρήνη ας εκφραστεί με την επιστροφή στη βάση, όλων όσων της ανήκουν, ώστε να μπορεί να υπάρχει ανοδική συνέχεια στο ανθρώπινο είδος.
Η Παγκόσμια Ειρήνη χρειάζεται σταθερή απόφαση.
Ας επικρατήσει η ανώτερη οκτάβα της Ανθρώπινης υπόστασης, αποδεικνύοντας όλοι σε όλους, ότι είμαστε ικανοί να προσφέρουμε Δικαιοσύνη και Αλήθεια, έξω από κάθε εγωιστική συμπεριφορά.
Είναι καιρός η Ελλάδα και οι Έλληνες να πληρωθούν για την Παγκόσμια προσφορά τους.
(απόσπασμα από το προς έκδοση (σε λίγες ημέρες) βιβλίο μου, ΚΥΜΒΑΛΑ).


ΠΑΡΑΓΩΓΑ

Κάποτε, όταν μικρός περπατούσα
πάνω στα χώματα της γής
ξαπόστειλαν οι ιερείς
τρείς τρίαινες
και η ορφάνια σίγησε για μια στιγμή
από τα περίχωρα της ανθρώπινης ψυχής.
Ισα για να αντέξει λέξη προς λέξη
ζυγίζοντας το ανυπόφορο, να θυμηθεί
τι χρώμα έχει το ψωμί και η σάρκα αντιγύρισες
και έτσι με εσένα αντίβαρο στο μέσα μου
άνοιξα παρένθεση
νεοσύστατης αριθμητικής πράξης.
-Βαλτόχορτο αράδα συνοδοιπόρε
τρέχει στα κακοτράχαλα και έντεχνα μας καλεί
μα δείξε μου, απαίτησα
που γέρνει η πλάστιγγα
υπερασπιζόμενος το μίζερο μερδικό
απ’ αυτό που ακόμα μου ανήκει.
Όταν εσύ σιωπηλός με κοίταξες βαθύτερα
στις κόρες των ματιών μου
ζητώντας μονάχα θαλπωρή
και εγώ από ντροπή σκυφτός
ψάχνοντας στις άδειες τσέπες μου χωμένος
για πρώτη φορά αντίκρισα το βιός των πικραμένων.

Λουκία Πλυτά

ΙΔΕΕΣ

Έλα να πιάσεις το αλφάδι
του φλοίσβου
μήπως κι’ ακούσεις
την συλλαβή που δεν ειπώθηκε
μανταλωμένη καθώς έμεινε
από άγνωστη αιτία.
Έλα στου στοχασμού
το ερημοσπίτι, αργυρέ μου,
μήπως ακούσεις εκείνον
που γύρευε μουγγός
το χτύπημα της λύτρωσης
στην πόρτα του ανέμου.
Αναιμικό το φώς
και τρείς φορές το πρόσωπό σου
άγγιξε ο κόλαφος
κι όμως προσπέρασες.
Ίσως πρέπει να πάμε στα κατοπινά.
Μήπως ακούσεις
χωρίς τιμή
πως τίποτα δεν αξίζει μια ιδέα.
Λουκία Πλυτά



3.                       του ΤΑΚΗ ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΥ



ΓΡΑΦΗ
Ξένα μητέρα, πεντάξενα
της αρμονίας εκείνης της πάμφωτης
των Ελλήνων τα έργα
στα αλώνια του Λούβρου
με δάκρυσαν
Μητέρα ζυμώστε
κάφτε τους φούρνους
με σκίνα και λιόκλαρα
Οι λιθαρένιες αυλές να μυρίσουν
κι οι ανήφοροι δρόμοι
Μητέρα ζυμώστε


ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ
 Ο λόγος Λιθαρένιο τσεκούρι
 Η πρωτόγονη γη
 Με σχεδίες και καλύβες 
Το αίμα του ψαριού στο καμάκι 
Η χαρά των παιδιών του ψαρά 
Δόξα που έδωσε πνεύμα στο χώμα 
Βοηθάτε να δώσουμε Χώμα στο πνεύμα




ΥΠΟΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ 

Υποκριτές της διανόησης 
ξεφορτώνουν στη γη μου 
καθαρόαιμα άλογα ιπποδρόμων,
 ας πούμε, εγγλέζικων 
ελληνικές ντυμένα χλαμύδες
 και φωνάζουνε «να η Ελλάδα»! 
Τον αγριότραγο των βράχων της γης μου
 σκοτώνουνε υποκριτές της διανόησης 
και φωνάζουνε «για την Ελλάδα»! 
Την αρμονία της γης μου 
Σκοτώνουνε υποκριτές της διανόησης


ΠΡΑΓΑ ΑΣ ΠΟΥΜΕ 

Απόψε οι φοιτητές οι εργάτες, οι νοικοκυρές
 βγήκαν στους δρόμους με συνθήματα και υψωμένα χέρια
 ένας φαντάρος εκαρτέραγε το «πυρ»
 με χέρι στη σκανδάλη σταθερό

 και το ντουφέκι έτοιμο να σκάψει την καρδιά του