Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Ο Κώστας Χελμός Βιογραφικό σημείωμα (και ποιήματα του)




Κώστας  Χελμός



Γεννήθηκε  στο  χωριό  Λιβαδάκι  της  ορεινής  Ναυπακτίας.

Εργάστηκε  στον  ιδιωτικό  τομέα  και  ζει  μόνιμα  στην  Αθήνα.

Είναι  μέλος  της  Εταιρίας  Ελλήνων  Λογοτεχνών  και  μέχρι  σήμερα  έχει  εκδώσει  δεκαπέντε  ποιητικές  συλλογές.  Με  την  ποίηση  ασχολείται  από  μαθητής  γυμνασίου.  Ποιήματά  του  έχουν  δημοσιευθεί  σε  πολλά  λογοτεχνικά  περιοδικά  και  έχουν  συμπεριληφθεί  σε  πολλές  ανθολογίες.  Βραβεία  έχει  λάβει  από

διαφόρους  οργανισμούς  και  ομίλους.

Με  τον  Κώστα  Χελμό  και  την  ποίησή  του  ασχολήθηκαν.

Θόδωρος  Τρουπής.  Αφιέρωμα  του  περιοδικού  «Μοριάς».

Κώστας  Βαλέτας.  Περιοδικό  «Αιολικά  Γράμματα»  η  κ.

Παναγιώτα  Ζαλώνη  με  το  «Κελαινώ»  και  ο  Χρήστος  Κουλούρης

με   την  «Νέα  Σκέψη».  Κριτικές  γράψανε.  Μιχάλης  Δελησάββας,  Δημήτρης  Μποσινάκης,  Ευαγγελία  Μισραχή,  Βασίλης  Δημουλάς, 

Αυγερινός  Μαυριώτης,  Λευτέρης  Τζόκας,  Θάνος  Αθανασόπουλος,

Επαμ.  Μπαλούμης  και  πολλοί  άλλοι.

Ποιητικές  συλλογές  που  μέχρι  σήμερα  έχουν  κυκλοφορήσει.

Λευκό  τοπίο,  Αθήνα,  2001

Το  Τελευταίο  Σιωπητήριο,  Αθήνα  2002

Φώτα  Πορείας,  Αθήνα,  2003

Απουσίες,  Αθήνα,  2004

Βραδινά  σημειώματα,  Αθήνα,  2004

Παράλληλοι  Δρόμοι, Αθήνα,  2005

Αφύλακτη  Διάβαση,  Αθήνα,  2006

Εμπόλεμη  Ζώνη,  Μοριάς,  2007

Χρώματα  Σχήματα,  Λεξίτυπον, 2009

Τα  Χορικά,  Λεξίτυπον,  2009

Ατάκτως  Ερριμμένα,  Λεξίτυπον,  2010

Νυκτοπορία,  Λεξίτυπον,  2010

Δαχτυλιές  στο  Τζάμι,  Λεξίτυπον,  2010

Τελευταίες  Ειδήσεις,  Λεξίτυπον,  2011

Προσανάμματα,  Λεξίτυπον,  2011



Κώστας  Χελμός

Παπανικολή  128,  15232  Χαλάνδρι

Τηλ.  2106821702.  κιν.  6976032



Άλλα ανέκδοτα 
Ποιήματα
  του Κώστα Χελμου


Ο  ψευδομάρτυρας

Ακόμη  και  ο  πληρωμένος  μάρτυρας
φοβήθηκε  να  καταθέσει  εκείνα  που  συμφωνήσαμε
κι’ ενώ  έλεγε  μια  λέξη,  τις  εκατό  τις  έκρυβε.
Λες  και  θα  του  καίγανε  τη  γλώσσα.
Λες  και  θα  τον  μάλωνε  η  μάνα  του  το  βράδυ

Με  τσακισμένες

Με  τσακισμένες  Κυριακές  δεν  χτίζομε  το  σπίτι  μας.
Με  τσακισμένους  τους  καιρούς  δεν  κάνομε  χωριό.
Κι’ ενώ  όλοι  μας  έχομε  το  μαύρο  μας  το  χάλι
ανέμελοι  σαν  τον  τρελό  Βασίλη  τραγουδάμε.
Βαφτίσαμε  το  φόνο  αυτοκτονία  και  τραγουδάμε
  
Καλύτερα

Καλύτερα,  λέω,  που  δεν  έγινα  Θεός.
Με  τόσους  ανθρώπους  γύρω  μου,  με  τόσες  απαιτήσεις,
ποιον  πρώτο  να  κοιτάξω  και  ποιον  ν’ αφήσω  τελευταίο
και  πως  να  τα  βγάλω  πέρα  μόνος  μου.
Ενώ  με  τα  ποιήματα,  έστω  και  δύσκολα,  τα  καταφέρνω.

Το  μήλο  του  Παραδείσου

Μη  μου  δίνεις  πρωί – πρωί  να  δαγκώσω  το  μήλο.
- αυτός  ο  συμβολισμός  έχει  από  καιρό  ξεφτίσει -.
Καλύτερα  διάβασέ  μου  ένα  δικό  σου  ποίημα
κι’ ύστερα  άφησε  τα  χέρια  μου  να  περπατάνε
σαν  δυο  μικρά  καβούρια  στο  κορμί  σου.

Δίστιχο

Το  ίδιο  κατώφλι  δρασκελάνε
Κι’ αυτός  που  μπαίνει  κι’ αυτός  που  βγαίνει  από  το  σπίτι.

Η  αίθουσα

Τα  γεμάτα  με  αποτσίγαρα  τασάκια
μαρτυράνε  πως  εδώ  κάποιοι  πέρασαν  τη  νύχτα,
είτε  παίζοντας  χαρτιά,  είτε  ξενύχτισαν  νεκρό.
Πάντως  αίθουσα  συναυλιών  σίγουρα  δεν  είναι.
Άλλωστε  ούτε  βιολιά,  ούτε  τρομπέτες  ακούστηκαν  ποτέ.

Όποιος  και  να  χτυπήσει  την  πόρτα

Όποιος  και  να  χτυπήσει  την  πόρτα  να  μην  ανοίξεις.
Κάθισε  δίπλα  στην  κουρασμένη  μας  λάμπα
και  σχεδίασε  στο  χαρτί  αποδράσεις  καλοκαιρινές
και  μικρά  περιβόλια  με  πολλά  σιντριβάνια.
Μην  προσπαθείς  ν’ ανάψεις  το  τζάκι,
οι  φλόγες  θα  φωτίσουν  τις  ρυτίδες,
οι  φλόγες  θα  προδώσουν  την  ηλικία  μας.
Κοίτα  πόσο  μεγάλωσε  το  σπίτι  μας,
γέμισε  με  τραπέζια  και  με  καρέκλες
να  γράφουμε  γράμματα  στους  φίλους  που  έφυγαν.
Απόψε  όλα  τα  ποτάμια  εκβάλλουν  στο  Αιγαίο,
οι  πυγολαμπίδες  ανοίγουν  διαδρόμους  στη  νύχτα
και  στα  μάτια  σου  - είναι  η  πρώτη  φορά-
που  δεν  διαβάζω  ερωτήσεις  και  δεν  καλούμαι
να  λύσω  δικές  σου  και  των  άλλων  απορίες.

Η  χαρά

Φίλε  μας  Ελύτη  και  φίλε  μας  Σεφέρη,  τα  είπατε  όλα
κι’ εμείς  οι  ταμένοι  ψάχνουμε  κάτι  που  σας  διέφυγε,
για  να  πάρουμε  τη  μεγάλη  χαρά  της  δημιουργίας.
Δύσκολος  ο  δρόμος  που  επιλέξαμε  και  δεν  τελειώνει
και  το  μέλλον  μας  δεν  φαίνεται  να  έχει  μέλλον.
Ζούμε  τη  χειρότερη  εποχή  του  δίσεκτου  χρόνου
και  τόσο  χιόνι  πως  να  το  σηκώσουν  οι  πλάτες  μας.
Σε  παρακαλώ  μείνε  απόψε  κοντά  μου  και  μίλα  μου.
Η  λίμνη  απέναντι,  ακίνητη  σαν  τη  μοναξιά  μου.
Η  νύχτα,  ακίνητη  και  μαύρη  σαν  τη  μοναξιά  μου
και  δίπλα  μου  ο  χασομέρης  που  προσπαθεί
να  γεφυρώσει  το  ένα  τίποτα,  με  το  άλλο  τίποτα.

Η  συγνώμη

Πόσο  λίγο  κράτησε  το  καλοκαίρι.
Τα  φρούτα  δεν  πρόλαβαν  να  ωριμάσουν,
ούτε  τα  λόγια  που  ήθελα  να  σου  πω.
Αλήθεια  πόσο  τυχερός  ο  Γιώργος  Σεφέρης
που  συνάντησε  στο  Σύνταγμα  το  Γιάννη
και  τον  κέρασε  παγωτό,  ενώ  εμένα,
ο  ίδιος  και  πάντα  γελαστός  άνθρωπος
μ’ έσπρωξε  και  με  πέταξε  στο  χώμα
για  να  φτάσει  και  να  μπει  πρώτος  στο  λεωφορείο.
Η  συγνώμη  αν  και  ώριμη  για  να  την  πει
δεν  την  είπε.  Άνοιξα  τα  μάτια  μου,
άνοιξα  την  καρδιά  μου.  Δεν  την  είπε.
Είναι  λίγες  οι  νύχτες  που  αγάπησα  το  φεγγάρι
και  λίγες  οι  φορές  που  κατάλαβα  τους  ανθρώπους.
Ωστόσο  κι’ απόψε  στο  διπλανό  μας  διαμέρισμα
ακούγονται  ψίθυροι  και  γέλια  κοριτσιών.

Ποτέ  στη  ζωή  μου

Ποτέ  άλλη  φορά  στη  ζωή  μου,
δεν  φοβήθηκα  τόσο  πολύ,  όσο  απόψε,
καθώς  έβλεπα  το  πρόσωπο  και  τα  χέρια  σου
να  παίρνουν  το  χρώμα  του  ήλιου  που  βασιλεύει.       
Με  ανησυχούν  οι  συχνές  αδιαθεσίες  σου.
Βλέπεις  η  δική  σου  υγεία  επηρεάζει  και  τη  δική  μου.  
     
     
Σώθηκα

Σώθηκα  χάρη  στην  ταπεινή  τέχνη  που  έμαθα
να  κάνω  δαχτυλίδια  τον  καπνό  του  τσιγάρου,
να  γράφω  και  να  στέλνω  ποιήματα
και  να  στοιχίζω  τα  όνειρά  μου  πίσω  απ’ τα  δικά  σας.
Κάποτε  νιώθω  άγγελος  με  φτερά  ψαλιδισμένα
κι’ άλλοτε  αυτοκράτορας  και  δεν  έχω
που  ν’ ασκήσω  την  εξουσία  μου.
Φίλε  μου,  υπάρχουν  πράγματα  που  πικρίζουν
κι’ όμως  τις  περισσότερες  φορές  τα  καταπίνουμε.
Διορθώνω  τους  δείκτες  του  ρολογιού.
Ανοίγω  το  παράθυρο  και  αδειάζω  το  τασάκι
στον  ακάλυπτο.  Είναι  ακόμη  πρωί.
Δεν  γκρινιάζω.  Κατεβαίνω  στο  δρόμο
και  πιάνω  κουβέντα  με  τον  καστανά.
Αλλάζω  χειραψία  με  τον  πλανόδιο  οργανοπαίχτη.
Η  μέρα  ανοιξιάτικη  και  χωρίς  παρατράγουδα.




Διπλώνω  τα  χέρια

Στην  κ.  Ευαγγελία  Μισραχή

Διπλώνω  τα  χέρια  μου  πάνω  στο  τραπέζι
με  τα  σκόρπια  ποιήματα  και  τις  παλιές  φωτογραφίες  
και  βυθίζομαι  στο  πέλαγος  της  σιωπής.
Μέσα  μου  πέτρωσαν  τα  αποτυπώματα  της  θλίψης.
Έσβησε  η  συγκίνηση  της  σύντομης  γνωριμίας
και  η  βροχή  μουντζούρωσε  τις  σελίδες  του  έρωτα
που  συνεχώς  ταξιδεύει  στις  θάλασσες  τις  Ελληνικές.

Όποια  πέτρα  και  να  σηκώσω  στα  χέρια  μου
διαβάζω  τ’ όνομά  σου  κι’ όλες  οι  λέξεις,
ανθίζουν  στα  ποιήματα  που  έγραψα  για  σένα.

Περιμένω

Σαν  τους  ερωτευμένους  που  περιμένουν  τα  χρώματα  της  αυγής,
έτσι  κι’ εγώ  ανεβασμένος  στο  ψηλότερο  σκαλοπάτι
περιμένω  να  ξεκινήσει  η  καύση  των  νεκρών  για  να  πεθάνω.
Απόψε  τα  μισά  σου  λόγια  ανθισμένες  πασχαλιές
και  τ’ άλλα  μισά  ουρανός  χωρίς  φεγγάρι.
Νοστάλγησα  να  καπνίσω  ένα  τσιγάρο  χωρίς  φίλτρο
και  σαν  το  φακίρη  να  ξαπλώσω  στα  κρύα  καρφιά.
Κράτα  την  ανάσα  σου  και  μην  τη  σπαταλάς
προσπαθώντας  να  ζεστάνεις  τ’ αγάλματα.
Ο  άνεμος  θα  σαρώσει  τις  αυλές  και  το  δρόμο.
Λευκός  ο  ύπνος  της  νύχτας  και  μας  γεμίζει  με  όνειρα.
Λευκός  ο  ήλιος  την  αυγή  και  καθαρότερος  από  το  φως.

Το  κρυφό  μειδίαμα

Ελάχιστα  σήμερα  με  απασχολούν  τα  κοινά.
Ούτε  η  όραση  ούτε  η  ακοή  με  βοηθούν  επαρκώς.
Φταίει  βέβαια  και  ο  υπόλοιπος  χρόνος  μου
που  διαρκώς  λιγοστεύει.  Και  παρ’ όλ’ αυτά
διατηρώ  ακόμη  ζωντανό  στη  μνήμη  μου
εκείνο  το  κρυφό  μειδίαμα  στο  πρόσωπό  σου,
το  γεμάτο  υπονοούμενα,  το  γεμάτο  υποσχέσεις
κι’ ας  έχουν  περάσει  τόσα  χρόνια  από  τότε.

Φθινοπωρινή  επίσκεψη

Θρήνος  η  σιγανή  βροχή  του  φθινοπώρου.
Η  γυμνή  κληματαριά  στην  αυλή  μας,
το  άδειο  σπίτι,  το  σβηστό  τζάκι
και  η  πόρτα  που  μας  κοιτάζει  λυπημένη.
Εικόνα  θλιβερή  και  το  φταίξιμο  δικό  μου
που  κάθε  χρόνο  επισκέπτομαι  το  χωριό,
μόνο  φθινόπωρο  με  βροχές  και  με  κρύο.

Τα  χέρια  σου

Εγώ  δεν  ξέρω.  Όμως  τα  χέρια  σου,
όταν  τα  κράτησα  να  τους  δέσω  τις  πληγές,
είχαν  ένα  παράξενο  και  αλλόκοτο  βάρος
και  μιαν  άλλη  λευκότητα  τα  δάχτυλά  σου
την  ώρα  που  κρατούσαν  το  φλιτζάνι  με  τον  καφέ.
Έτσι  λοιπόν  το  χώνεψα  πως  ο  Θεός,
το  πρώτο  πράγμα  που  έκαμε  στον  κόσμο,
ήταν  τα  δικά  σου  χέρια,  τα  δικά  σου  δάχτυλα. 

Όλα  στη  θέση  τους

Όλα  ήταν  στη  θέση  τους  και  φαίνονταν  ήσυχα.
Η  παραλία,  το  καφενείο  που  πίναμε  τον  καφέ  μας,
οι  ευκάλυπτοι,  τα  πεύκα  και  λίγο  παραπέρα  ο  βράχος
αμίλητος  και  σοβαρός  να  εποπτεύει  το  πέλαγος.
Όλα  ήρεμα  κι’ έλειπες  μονάχα  εσύ.  Εσύ  και  το  μελτέμι
που  παίδευε  τα  βράδια  τα  λυτά  σου  μαλλιά. 
Κάθομαι  στο  ασβεστωμένο  πεζούλι  και  μελετώ  τη  σιωπή.
Κοιτάζω  το  μονοπάτι  που  ανθίζουν  τα  γιασεμιά
και  ψάχνω  να  βρω  κάτι  να  δικαιολογήσω  τη  φυγή  σου.
Δουλεύω  και  κάποιες  νότες  να  συνθέσω  το  τραγούδι,
που  δεν  πρόλαβα  τότε  να  σου  το  πω.        

Περίμενα

Περίμενα  κάτι  καινούριο  να  μου  φέρουν  τα  μάτια  σου.
Ένα  θρόισμα  από  ανθισμένες  αμυγδαλιές
κι’ ένα  ποτήρι  γεμάτο  με  δυνατό  κρασί.
Ένα  μήνυμα  τελοσπάντων  πως  ο  χειμώνας  τελείωσε.
Οι  άνεμοι  κόπηκαν,  οι  βροχές  σταμάτησαν
κι’  εσύ  μ’ ένα  φόρεμα  από  μνήμες  ομορφιάς
κρατώντας  ένα  βιβλίο  με  τα  νέα  ποιήματα
να  διαβάζεις  στο  ανοιχτό  παραθύρι  που  το  φως
δεν  λέει  να  χαμηλώσει  και  όλα  είναι  ζεστά.
Απ’ όσα  περίμενα  δεν  έγινε  τίποτα.
Κι’ έμεινες  εσύ  να  με  κοιτάζεις  πίσω  από  το  τζάμι
κι’ εγώ  να  χάνομαι  πάλι  στη  βροχή  και  στο  πλήθος,
αβέβαιος  για  το  σήμερα,  αβέβαιος  για  το  αύριο.

Η  Καρχηδόνα

Από  εδώ  οι  φοινικιές,  οι  ευκάλυπτοι,  τα  πεύκα
και  ο  φράχτης  που  προστατεύει  το  ατρύγητο  αμπέλι.
Από  εκεί  η  θάλασσα  στρωτή  και  γαλάζια
και  στο  βάθος  δεξιά  το  λιμάνι  και  το  πλοίο
έτοιμο  να  σαλπάρει.  Όχι  δεν  πάω  στην  Καρχηδόνα.
Η  Καρχηδόνα  καίγεται.  Η  Καρχηδόνα  καίγεται.
Ο  τελευταίος  που  γύρισε  με  τις  πληγές  ανοιχτές
δεν  μας  μίλησε  με  τα  καλύτερα  λόγια.
Όχι,  δεν  θέλω  να  με  στείλετε  στην  Καρχηδόνα.
Η  Καρχηδόνα  έχει  πόλεμο.  Η  Καρχηδόνα  καίγεται.
Κι’ εγώ  παιδί  αμούστακο  θέλω  να  ζήσω.
Έχω  δουλειές  που  δεν  πρέπει  να  τις  αφήσω  στη  μέση.
Να  μαζέψω  τη  σοδειά,  να  τρυγήσω  το  αμπέλι,
να  ετοιμάσω  το  κρασί  της  νέας  χρονιάς.

                                                       Η  νύχτα

Απόψε  η  νύχτα  χιονίζει  αινίγματα,
χιονίζει  προτάσεις  πρόστυχες
και  στενεύει  τους  ορίζοντες  σαν  κελιά  φυλακών.
Το  πρωί  θα  εξηγήσω  και  σε  σένα
γιατί  φορτώθηκα  και  κουβάλησα  στις  πλάτες  μου
όλη  τη  νύχτα  τον  πληγωμένο  στρατιώτη
την  ώρα  που  όλοι  τον  είχαν  για  πεθαμένο
και  θα  σου  πω  ακόμη  - κι’ ας  μη  το  πιστέψεις - 
πως  το  ποτάμι  που  διασχίζει  την  πόλη  μας
συντηρείται  και  με  τα  δικά  μας  δάκρυα.






Χάριν  σε  σένα

Χάριν  σε  σένα  εξακολουθώ  να  γράφω  ποιήματα.
Χάριν  σε  σένα  με  φωνάζουν  ακόμη  ποιητή.
Βλέπω  τον  υδράργυρο  ν’ ανεβαίνει  στο  θερμόμετρο
και  δεν  κάνω  τίποτα  να  σταματήσει.
Σα  να  μη  θέλω  να  σταματήσει.
Σα  να  θέλω  να  καώ  στον  δικό  σου  πυρετό.



Δεν υπάρχουν σχόλια: