Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ (Αποσπάσματα)

……..
Και ήταν οι καιροί που ατίναχτο
μέγα αστροπελέκι, κάτι
πρωταγρίκητο κι ώς τότε κι ανιστόρητο,
απ’ την Άσπρη Θάλασσα ώς το Δούναβηκαι ίσα πέρα από τα πόδια του Ευφράτη
κρέμουνταν απάνω από τον κόσμο,
κάψαλα και στάχτη να τον κάμη,
και λιγοθυμούσ’ η Ανατολή,
κι έτρεμε και η Δύση σαν καλάμι.
Και ήταν οι καιροί που η Πόλη
πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε,
και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε,
και καρτέραγ’ ένα μακελάρη. ……

……..
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας
κι ο εξουσιαστής
του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου
γίνε δουλευτής.
Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα,
ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα
μεσα στο κανάλι του λαού·
ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητους
του μεγάλου έργου τού συντροφικού…….

……..
Κι έκραζες βραχνά, - το κράξιμό σου
δεν μπορώ να τ’ απολησμονήσω,-
κι έκραζες: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο!»
κι έκραζες: «Νερό! την Κόλαση να σβήσω!»
…….



– Γύφτε λαέ, άκουσέ με· το πρωτόσταλτο είμαι
σημάδι από την πλάση που θα 'ρθεί,
κι ύστερα κι από ποιούς καιρούς και χρόνια πόσα!
Ένας εγώ, και ζω για χίλιους.
Γύφτε λαέ, άκουσέ με, δε σου μίλησε
προφήτης σου ποτέ σαν τη δική μου γλώσσα.
Ποιός είναι αυτός που πύργους χτίζει στον αέρα
με τη φωνή του κράχτη και μοιράζει μας
βασιλικά τα κάστρα, κι άπρεπων ελπίδων
ίσκιους μπροστά στα μάτια μας σαλεύει;
Είμαστ' εμείς οι απάτριδοι κι οι αγιάτρευτοι·
γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!
Είμαστ' εμείς οι αθάνατοι απολίτιστοι·
κι οι Πολιτείες λημέρια των ακάθαρτων,
κι οι Πολιτείες ταμπούρια των κιοτήδων·
στη στρούγγα λυσσομάνημα και φαγωμός
λύκων, σκυλιών, προβάτων και τσοπάνηδων.
Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!
Η μάντρα είν' ο αφίλιωτος οχτρός μας,
την πλατωσιά του κόσμου τη στενεύει,
στριγγλόχορτα φυτρώνουν και γοργόνια
βλαστομανώντας κάτω από τον ίσκιο της·
του δολερού αναγάλλιασμα, τα μαραζώνει
τα ξεφτέρια του νου και της καρδιάς τ' αηδόνια.
Το κρίμα εκεί σκορπιός, ποτέ λιοντάρι·
και τον κακό τόνε μολεύει η μάντρα
και βρέφος ο καλός που τον ποτίζει αφιόνι·
δουλεύτε τον ξανά τον κόσμο στη φωτιά,
και τα καλά του ξανανθίστε και τα κρίματα,
χτυπώντας τον, με το σφυρί και με τ' αμόνι.
Περάστε απάνω από τις μάντρες, τα μουλάρια σας
…….

Ο Νόμος, όταν απ' τη γνώμη του σοφού
δε δίνεται σαν κάτι τι θεόσταλτο,
στραγγουλιστής και πνίχτης είναι ο νόμος·
πνοή του νόμου που τα πάντα κυβερνά,
μέσα μας είν' εμάς ο νόμος, αητομάτης·
Νόμος εμάς, νυχτόημερα και πάντα, ο δρόμος.

Εμείς γενιά του προύντζου και του σίδερου,
σα δουλεμένοι από το χέρι του πρωτόγυφτου
πατέρα των ανθρώπων Τυμπαλκάη·
μα τήνε πότισε τη ρίζα μας
κάποιο κρυφό φαρμακι κι αξεδιάλυτο,
κι η κατάρα μάς πήρε σαν τον Κάη.
Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί
τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού,
σαν τα σκουλήκια που πατεί μας·
μα για ν' αντισταθεί με το σπαθί,
βρέθηκε σαν πολύ στοχαστική,
και σαν πολύ ονειρόπλεχτη η ψυχή μας.
Μας ταπεινώσαν όλες οι ταπείνωσες·
με την απόφαση την ήσυχη του ανέλπιδου
ρουφήσαμε όλους τους καημούς κι όλους τους τρόμους,
στη χώρα που όλες οι ζωές σα φυτρωμένες,
φτερό την κάμαμε τη ρίζα μας, και φύγαμε
μακριά στα ολάνοιχτα προς τους μεγάλους δρόμους.

Όλος ο κόσμος, ένας κόσμος, γύφτος,
σε δόξας θρόνο απάνω, πλάστης,
με το σφυρί του και με το βιολί,
της αψεγάδιαστης Ιδέας· η πλάση
σε περιβόλι του Μαγιού ένα πανηγύρι,
και μια πατρίδα η Γη.


Και δεν είδε να προβάλει,
μέσ' από το Τριμπουνάλι
τ' αεροκρέμαστο, την όψη
τη λειτουργική του ο Ρήγας.
Και τον είδε με τους μίμους,
και τον είδε με τους νάνους,
με του τσίρκου τους παλιάτσους,
με του τσίρκου τις καρούχες,
με του τσίρκου τους ηρώους.
Ταίρι και όλων είν' ο Ρήγας,
όλων είναι σταυραδέρφι,
κι αγωνίζεται μαζί τους,
μεθοκόπος, χαροκόπος,
μες στον Τσίρκο τον απέραντο
που γιορτάζει το μεγάλο
το μαγιάτικο γιορτάσι.
Και τον είδε απάνου στο άρμα
με του Βένετου το ντύμα
με του Πράσινου το χρώμα
κι ορθός κι έτοιμος να στέκει
για το τρέξιμο, αφρισμένος.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.
Και τους Πράσινους τους είδε
και τους Βένετους τους είδε,
και είδε το σκυλί που ξέρει
να υποτάζεται, να γλείφει,
να λυσσάει και να σπαράζει·
το σκυλί το καμωμένο
κι από πίστη κι από δόλο.
Και ξεχειλισμένα τα είδε,
σκαλιά, βάθρα και καμάρες,
θρόνους, δρόμους και σφεντόνες
από τη μπασιά του πλήθους.
Μαυρομάλλινα καμίσια
και μαλλιά κοντοκομμένα
και στεφάνια βελουδένια
και τριανταφυλλιά γιορντάνια,
και παράξενα τραγούδια
και λουλούδια και μαντήλια,
κι αεροσιένται μες στα χέρια.
Και πυκνά και λαμπυρίζουν
χεροσκούταρα και λόγχες,
και σαλεύουν και προσμένουν
δήμαρχοι και δήμοι και όχλοι
να χαρούν το πανηγύρι
τ' ανοιξιάτικο το μέγα
μες στον Τσίρκο τον απέραντο.
Κι απ' τα υψώματα του Τσίρκου
πέρα ολόβαθα καθάρια,
μ' όλα της τα περιγιάλια,
μ' όλα της τ' αραξοβόλια,
μ' όλα της τα γλαυκονήσια
την αγνάντεψε μακριάθε
πρωϊνή, μαγιάτικη, όλη,
κι έξω απ' όλα, απάνω απ' όλα,
και σαν όραμα, τη θεία
θάλασσα, την Αφροδίτη
των γιαλών, την Προποντίδα.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.__

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ
Μες στις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θά 'ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι.
Θά 'ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.

…. Μια καινούργια πλάση, μια γεννήτρα
θα φουντώσει απ' τα χαλάσματά σου,
κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα,
διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιάς σου.
Πλάση αταίριαστη μ' εσέ και ξένη,
κι ας την έχεις με το γάλα σου ποτίσει˙
την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει,
κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση. ….

….. Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, –
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!




Μπήκε οχτρός και μας πατάει.
Καρτερούμε, η προσταγή σου.
Κόφτε τη γιορτή, τον τσίρκο
κλείστε, τ' άρματα κρεμάστε
τα βασιλικά στην πόρτα
της Χαλκής, σπαθί, σκουτάρι,
και λουρίκι, του πολέμου
δος το μήνυμα, ρηγάρχη!
Στ' άρματα! Στ' άρματα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: