Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Ο Ένας και οι Άλλοι (Ιωάννα Καρυστιάνη)


2001, απομεσήμερο Ιουλίου, Χανιά.

Στην αντηλιά της μικρής κουζίνας, η 95χρονη μάνα μου κι εγώ καθαρίζουμε μπαρμπουνοφάσουλα σιωπηλές, οι άλλοι κοιμούνται, όλη η γειτονιά ησυχάζει, η σιέστα του καλοκαιριού.
Κάποια στιγμή η μάνα μου μού πιάνει το χέρι με το μαχαίρι το κατεβάζει στον μουσαμά του τραπεζιού, με κοιτάζει στα μάτια και μου ψιθυρίζει.
«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που να μη σκέφτομαι μήπως μπορούσα να έχω κάνει κάτι περισσότερο για να μην πεθάνουν ο Γιάννης και ο Παναγιώτης, ούτε μια ημέρα δίχως να σκέφτομαι πόσο φταίω η ίδια».
Η μητέρα μου, επί εβδομήντα παρά ένα χρόνια, έως το 2010 που πέθανε, ζούσε την καθημερινή ενοχή, αμείλικτη και αμίλητη, αφού σπάνια γινόταν κουβέντα για τα δύο παιδιά που, άλλωστε, τα επόμενα εφτά αδέλφια δεν είχαμε γνωρίσει.
Ως εκείνο το απομεσήμερο δεν είχε εξομολογηθεί σε άλλον το βάρος στην ψυχή της, το σακί που κουβαλούσε. Ούτε «Μήδεια», ούτε «αμάρτημα της μητρός μου» αλλά Βιζυηνός, υπάρχει εδώ.
Ο Γιάννης τριών ετών και ο Παναγιώτης δύο, τα πρώτα από τα εννέα παιδιά που γέννησε, πέθαναν σε μια επιδημία δυσεντερίας το 1941.
Ο πατέρας μου, απών τότε, στρατιώτης που κατέβαινε με τα πόδια από την Αλβανία. Το σπίτι μας στην παλιά πόλη είχε βομβαρδιστεί. Και η μάνα μου με τα δυο αγόρια της και άλλους κάπου δεκαπέντε ξεσπιτωμένους από τις βόμβες γείτονες ζούσαν με αλάδωτα χόρτα, κρυμμένοι σε μια μικρή σπηλιά έξω από τα Χανιά, με ένα γερμανικό πολυβολείο απέναντι που τερέτιζε συχνά-πυκνά μόλις κάτι κουνιόταν στους θάμνους της περιοχής.
Η εξομολόγηση της μάνας μου με αναστάτωσε. Την αγκάλιασα, είπα φταίχτη τον πόλεμο, την αθώωσα. Δεν έπιασε, το είδα στο βλέμμα της.
Ωστόσο, μέσα μου προσπέρασα και αποσυνέδεσα τα πραγματικά περιστατικά, τα έσβησα. Σκεφτόμουν αποκλειστικά την ανθεκτικότητα της ενοχής, τόσες δεκαετίες μετά τον τρομερό ενεστώτα, «πόσο φταίω».
Διαβάζοντας πρόσφατα το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Τίτους Μίλεχ «Ο τόπος του εγκλήματος – Γερμανία ανοίκεια πατρίδα», ομολογώ πως για πρώτη φορά αναρωτήθηκα γιατί η μάνα μου πήρε επάνω της τόση ευθύνη, γιατί δεν καλύφθηκε με την ταυτότητα θύματος πολέμου, απονεμημένη μαζικά σε εκατομμύρια ανθρώπους, γιατί δεν θεωρούσε μόνον υπεύθυνο για το χαμό των παιδιών της τον Χίτλερ και τη γερμανική πολεμική μηχανή, εύλογα και πιστεύω δίκαια, θα μπορούσε να είχε αποφύγει την επίμονη, συντριπτική, προσωπική τύψη.
Εκ των υστέρων λοιπόν εννόησα και προσμέτρησα άλλο ένα παράδειγμα αυτού που προσωπικά πιστεύω. Πως ο άνθρωπος, είτε συμπεριλαμβάνεται σε μια αδιαπραγμάτευτη συλλογικότητα, είτε προσχωρεί εκουσίως σε οποιαδήποτε άλλη της επιλογής του, δεν είναι μια επαναλαμβανόμενη ίδια περίπτωση, δεν είναι μία θαμπή φιγούρα μέσα στο πλήθος, η ατομική εσωτερική σπίθα σιγοκαίει και κατά καιρούς φουντώνει, η προσωπική στάση μετράει πάντα, η συνείδηση δεν εξαχνώνεται μέσα σε μια έντονη συλλογική σύνθεση.
«Αληθινός καλλιτέχνης, άρα θλιμμένος άνθρωπος», έλεγε ο Γκόρκυ. Και οι λογοτέχνες, χωμένοι και συχνά χαμένοι στην ασταθή, ανασφαλή και αυτάρεσκη συλλογικότητα των καλλιτεχνικών δημιουργών, ελπίζουμε κερδίζοντας τρόπαιο θλίψης να γίνουμε κάποτε αληθινοί καλλιτέχνες.
Ωθούμενοι από τη σφοδρή επιθυμία και ανάγκη για προσωπική έκφραση, διεκδικώντας διαρκώς το πάσο για περιπλάνηση στα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας, για βήματα μέσα στις απαγορευμένες ζώνες, οφείλουμε να διαθέτουμε οξυδέρκεια στον πόνο, στον φόβο, στο άδικο και ετοιμότητα να καταπιαστούμε εθελοντικά με το μελαγχολικό αχανές της οδύνης της ύπαρξης, ακόμη και όταν ψυχανεμιζόμαστε ότι θα λυγίσουμε. Και αυτό συμβαίνει, μάλλον συχνά.
Ίσως όλη η καλή ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική, η αληθινή τέχνη γενικά, να είναι προϊόν απανωτών υποτροπών των δημιουργών, αφού στη δουλειά τους αποτυπώνεται η αμφιβολία για την αξιοσύνη τους και καταγράφεται η χρόνια αγρύπνια, οι συνέπειες κάθε δοκιμασίας, οι ουλές κάθε απώλειας, οι εμμονές που μειώνονται ή επιδεινώνονται, η βουλιμία για τις πολύπλοκες περιπέτειες του νου, η ταλάντευση ανάμεσα στην απαντοχή και την παραίτηση, η δυσανεξία προς πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ένδον Σκάπτε
Και στην τέχνη όλα αυτά δεν πρέπει να μοιάζουν με δοκιμιακή τοποθέτηση, δεν πρέπει με επιδέξιο καμουφλάζ να υποκλέπτουν επιστημονικά συμπεράσματα ιστορικών, ανθρωπολόγων, κοινωνιολόγων, ψυχιάτρων.
Πέρα από τα αναγκαία διαβάσματα και την έρευνα πρέπει να πηγάζουν από το ένστικτο, την αυθορμησία, το ρίσκο του «ένδον σκάπτε» και να εμπεριέχουν τον καϋμό.
Καθένα από τα μόλις οκτώ λογοτεχνικά βιβλία που έχω γράψει ήταν απότοκο ενός ισχυρού σοκ που με τράνταξε. Όλα αναφέρονται σε κορυφαίες ανθρώπινες εμπειρίες.
Έρωτας, το πιο ξακουστό συναίσθημα.
Θάνατος, ο πιο μισητός αφέντης.
Βαριά αρρώστια, ο πραγματοποιημένος μέγας φόβος.
Φιλία, η πιο παρηγορητική σχέση.
Ξενιτιά, η πιο δυνατή κλωτσιά.
Συμφιλίωση, η έμπρακτη αυτοκριτική.
Τύψη, το παντοτινό άλγος.
Λησμονιά, το σκοτεινό κενό.
Δεν προαποφασίζω σε ποιο λογοτεχνικό ρεύμα ή είδος θα εντάσσεται το βιβλίο που με απασχολεί, ούτε μία φορά δεν είπα και τώρα στρώνομαι για ένα μυθιστόρημα πολιτικό ή ιστορικό ή αστυνομικό ή αισθηματικό ή ψυχογραφικό ή του μαγικού ρεαλισμού ή campusnovel ή μυθιστόρημα ταυτότητας.
Ωστόσο, αυτό το τελευταίο, η «ταυτότητα» είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Καθώς μάλιστα δεν επικεντρώνομαι σε μείζονα γεγονότα και μείζονες προσωπικότητες της Ιστορίας αλλά η πένα επιμένει να τσουλάει στη διακύμανση του χρόνου, να αφοσιώνεται στη χαμηλή κλίμακα και να κολλάει στους αφανείς και άσημους, στους ανθρώπους με το κιλό, απαιτείται να αιτιολογήσω γιατί αυτούς, τι σόι πλάσματα είναι, πόσο στέκονται μόνοι, εάν, πώς και πόσο συνυπάρχουν με άλλους. Η φιλοτέχνηση της ατομικής ταυτότητας γίνεται ζητούμενο. Μέσα στον σωρό κάθε συλλογικότητας, στο ταξινομημένο ή σκόρπιο αρχείο ταυτοτήτων, οφείλω να ψάξω τις ατομικές περιπτώσεις, τις ατομικές ταυτότητες, κάποτε ευανάγνωστες και απαστράπτουσες, κάποτε μουντζουρωμένες και λειψές.
Συνυπολογίζω τις προαιρετικές ή περιστασιακές, κι αυτές πτυχώνουν τους χαρακτήρες και συχνά επιδρούν καταλυτικά στις ζωές τους, όπως π.χ. ο ήρωάς μου να είναι του κομμουνιστικού κινήματος ή της δεξιάς παράταξης, του κλάδου των ναυτικών, των εκπαιδευτικών, των νοσοκόμων, των κομμωτριών, των δικηγόρων, των παζαριωτών, του ποιμνίου των ευσεβών, του ομίλου των παντρεμένων, των απατημένων ή της φυλής των αδέσμευτων, της στρατιάς των Παοκτζήδων ή των Γαύρων, της πανστρατιάς σήμερα των ανέργων.
Μελετώ, συγκρίνω και παρακολουθώ και κάποιες εξελίξεις, για πολλές δεκαετίες υπήρχαν πολυπληθείς συλλογικότητες πολιτικών κρατουμένων σε φυλακές και ξερονήσια, μετά το 1974 ανέτειλε η ελαστική και ωφελιμιστική του τύπου «εμείς, οι αντιστασιακοί».
Όμως, γυρεύοντας την πρώτη ύλη, παιδεύομαι πιο υπομονετικά, πιο εξονυχιστικά, όσο μου κόβει τέλος πάντων, με τις συλλογικότητες στις οποίες έκαστος φυτρώνει υποχρεωτικά, δεν επιδέχονται αλλαγή και αποτελούν γι’ αυτόν μόνιμο δεσμό ή και δεσμά.

Η Οικογένεια
Η πρώτη και πρωταρχική συλλογική ταυτότητα κάθε ανθρώπου πιστεύω πως είναι η οικογενειακή.
Τα μέλη της οικογένειας προσδιορίζονται από κάμποσα κοινά και μόνιμα χαρακτηριστικά, ίδιοι γονείς, ίδιο επώνυμο, ίδιο σπίτι, ίδια ακούσματα, ίδια για όλους οικονομική κατάσταση, το πρώτο «εμείς» στη ζωή, εμείς οι Γιαννακόπουλοι, εμείς οι Παπαδάκηδες.
Η ζωή στο πατρικό είναι προπόνηση για τη μετέπειτα αφού η οικογένεια είναι μικρογραφία κοινωνίας, έχει ιεραρχία, μοιράζει ρόλους, συμβαίνουν παιχνίδια εξουσίας, συμμαχίες και αντιπαλότητες, κάποιοι έρχονται πιο κοντά, άλλοι πιάνουν στασίδι σε απόσταση.
Το κυριότερο, οι σχέσεις δεν είναι περιστασιακές. Δε γίνεται να ξεκινήσεις με μπαμπά τον Θανάση, μετά να διαλέξεις έναν Μίλτο και αργότερα έναν καλύτερο όλων Βαγγέλη, δε γίνεται να αλλάζεις μαμά επειδή τη βαριέσαι μέχρι να πετύχεις την αρεστή ή να αντικαθιστάς κάπου-κάπου τ’ αδέρφια σου με ολοκαίνουρια.
Οι σχέσεις είναι μόνιμοι, ακατάλυτοι δεσμοί, κι ας κλονίζονται, κι ας επανακαθορίζονται, είναι ζώντες οργανισμοί που αντέχουν και μετά θάνατον, όλο και κάτι παραπάνω προσθέτουν ή αφαιρούν τα μάρμαρα και τα κυπαρίσσια.
Έτσι πρωτοτυπώνεται και πρωτογράφεται η ατομική ταυτότητα του καθενός συμπεριλαμβάνοντας νανουρίσματα, φιλιά, χάδια, χαστούκια, παράπονα, γεύσεις, ευχές, γιορτές και κηδείες, ορφάνια.

Η Μητρική Γλώσσα
Ρέει με το γάλα από το βυζί της μάνας στο παιδί, είναι το εισιτήριο εισόδου και εγκατάστασης στη συλλογικότητα ενός κοινού τρόπου συνεννόησης.
Απτή, ψαύεται στα χείλη, στα χέρια, στις αυλές, στα βράχια, στα βουνά.
Εφαρμόζει καλά στις κόγχες της ιστορίας, ξεχορτίζει τα δύσβατα τοπία του νου, εκεί όπου συνωστίζονται οι σκιές, οι νίκες και οι ήττες των ανθρώπων.
Συμπυκνώνοντας και κωδικοποιώντας κοινωνική εμπειρία αιώνων και μεταγγίζοντας μνήμη από γενιά σε γενιά, γίνεται η πιο γενναιόδωρη κληρονομιά του πλήθους προς τον έναν.
Του ανοίγει το στόμα, του οργώνει το μυαλό, του βάζει μπρος το μηχανισμό του συναισθήματος, του προσφέρει τα εργαλεία των συνδέσεων και των συλλογισμών.
Ταυτότητα παντοτινή, ταυτόχρονα συμμετοχική, χωράφι που σιτίζει πολλούς, και ατομική όμως, αφού η εκφραστική του καθενός είναι και προσωπική υπόθεση, λιχνίζεις τη σοδιά των λέξεων και διαλέγεις τα δικά σου λόγια, τον δικό σου ήχο, τον αχό της δικής σου σιωπής.

Ο Γενέθλιος Τόπος
Τρίτη, επίσης καθοριστικής σημασίας συλλογική ταυτότητα παραδίδει και σηματοδοτεί ο γενέθλιος τόπος.
Είτε πρόκειται για μια τοπική κοινωνία, σφραγισμένη από ένα μέγιστο γεγονός π.χ. Δίστομο, Κάντανος ή από μια σχεδόν καθολική επαγγελματική παράδοση π.χ. ναυτονήσι της Άνδρου, κτηνοτροφικά Σφακιά, ηλεκτροπαραγωγική Πτολεμαΐδα, τουριστικοποιημένη Μύκονος, ή άλλοτε βιομηχανική Ελευσίνα, είτε ο τόπος δεν έχει μια αναγνωρίσιμη δική του σφραγίδα, η γενέτειρα του καθενός είναι τα πρώτα του βήματα εκτός πατρικής εστίας, η πρώτη του έξοδος στους δρόμους. Εκεί που δοκίμασε την ηδονή και το φόβο του ξεπορτίσματος, που άρχισε να εξερευνά τη σημασία της γειτονιάς, της συναναστροφής, της μοναχικής περιδιάβασης, της συνάντησης με τα σημάδια του χρόνου, τις αλλαγές των εποχών, την παρουσία των άλλων.
Ο γενέθλιος τόπος είναι ο πιο γνώριμος του καθενός γιατί εκεί άνοιξε τα μάτια του, εκεί συνέλαβε τη δυναμική του βλέμματος, εκεί σιγά-σιγά ακόνισε την παρατηρητικότητα, την περιέργεια, την έκπληξη, την έκσταση, την απογοήτευση ή τη γλύκα από τις εικόνες της ζωής, εκεί απέκτησε για πρώτη φορά αίσθηση του ορίζοντα, και η πρώτη φορά είναι ανεξίτηλη εμπειρία.
Ο γενέθλιος τόπος είναι ισχυρή ταυτότητα, τη φέρεις παντοτινά και κατάσαρκα όπου κι αν σε ξεβράσει αργότερα το κύμα της ζωής.
Και είναι μόνιμος δεσμός, δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγής, θες δε θες, παντού θα είσαι ο Σαλονικιός, ο Κολωνακιώτης, ο Πειραιώτης, ο Μανιάτης, αυτός από τα Ζωνιανά.
Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος έγραφε «είμαι ένας άνθρωπος που συνεχώς έρχεται από τον Πύργο».
Τελικά ο γενέθλιος τόπος σου, χωριό ή πόλη της χώρας, σε κάνει Έλληνα περισσότερο από τον Χρυσού Αιώνα του Περικλέους, τα τρεμάμενα γόνατα της γιαγιάς σου κερδίζουν την αναμέτρηση με τον μεγαλειώδη Παρθενώνα, η πορτοκαλιά που κάτω από τα κλαδιά της έδωσες και πήρες το πρώτο ερωτικό φιλί σε σημαδεύει περισσότερο από τα Δερβενάκια, οι τάφοι των γονιών σου είναι που σε δένουν με τον τόπο σου και όχι οι αψίδες του Καλατράβα της φανταχτερής Ολυμπιάδας.
Όλες αυτές οι τόσο αυτοαναφορικές πινελιές μπορεί να μοιάζουν μηδαμινές, γραφικές λεπτομέρειες που δεν ενσωματώνουν συνειδητά την παραδοχή πως είναι κεκτημένα και εξασφαλισμένα στα πεδία της μάχης του χρόνου.
Όμως κάθε ζωή είναι κατασκευή, από τα χειροπιαστά διαθέσιμα τα βρισκούμενα επί τόπου ή σε κοντινή απόσταση.
Αυτά συγχρονίζουν και το βηματισμό στη συνοδοιπορεία του βίου.
Η εθνική ταυτότητα με την πολύσημη ονομασία πατρίδα έχει έδρα, πηγή και συναισθηματική πρωτεύουσα τη γενέτειρα. Εξακτινώνεται σε ευρύτερο χώρο, εκτός από την κύρια, τυπικά συνεκτική και μονολεκτική συλλογική ταυτότητα, οι Βέλγοι, οι Πορτογάλοι, οι Μεξικανοί, οι Γιαπωνέζοι, προβάλλει και άλλες, η ρώσικη ψυχή, το βρετανικό φλέγμα, η γαλατική ευγένεια, το ιταλικό ταμπεραμέντο, η γερμανική εργατικότητα, το αμερικανικό όνειρο.

Πατρίδες Σήμερα
Σε κάποιες περιπτώσεις επιδέχεται υποδιαιρέσεις ή πολλαπλασιασμούς, ιστορικής προέλευσης, οι εκτός Μικρασίας πια Μικρασιάτες, φυλετικής, οι μοιρασμένοι σε πέντε χώρες Κούρδοι, γεωπολιτικών συμφερόντων, οι χωρίς χώρα Παλαιστίνιοι, θρησκευτικής, οι έως και θανάσιμα αντίπαλες συλλογικότητες Σουνιτών και Σιιτών σε κάμποσες αραβικές χώρες.
Μια πατρίδα μπορεί να ταξιδεύει με τη διασπορά, μπορεί να επιζεί μόνον στη μνήμη.
Στη σημερινή πραγματικότητα η απροκάλυπτη πλέον ισχύς των αγορών ευνοεί την ομογενοποίηση, οι άνθρωποι όπου γης τους είναι χρήσιμοι ως πελάτες βιομηχανικών και τραπεζικών προϊόντων, ως φτηνά εργατικά χέρια.
Οι εθνικές συλλογικές ταυτότητες ξεσκαρτάρονται με κριτήριο το χρήμα. Τα πρωτεία έχουν οι χώρες-φορολογικοί παράδεισοι, οι χώρες με πρωτοπόρα βιομηχανία, ακάθεκτη και στην επινόηση παράνομων μεθόδων.
Η ευμάρεια ως ατομικός και συλλογικός στόχος είναι θεμιτή και αθώα μόνον όταν δεν προϋποθέτει την άσκηση βίας, την καταλήστευση, τη φτωχοποίηση και την εκμηδένιση άλλων ανθρώπων.
Η σημερινή οικονομικοπολιτική πραγματικότητα είναι αφιλόξενη, επιτιμητική έως απειλητική για κάμποσους λαούς και πολιτισμούς, καταργεί πατρίδες, αδειάζει χώρες, βάζει βαριές ποινές, σπέρνει ανέμους και θερίζει θύελλες αφού οι κερδοφόροι πόλεμοι που προγραμματίζονται και διεξάγονται εκτός έδρας, επιστρέφουν απρόβλεπτες συνέπειες και εντός, το ισλαμικό χαλιφάτο πάει Παρίσι.
Ένα κύμα ντοστογιεφσκικού ζόφου και καφκικής παράνοιας απλώνεται ραγδαία στον κόσμο.
Στο αφροσύνη του παρόντος, το βιβλίο του Μίλεχ έχει αξία συναγερμού.
Αναλύει πόσο απαλά και σπιτικά θρέφεται το αίσθημα της υπεροχής, ποια η κατάληξη του εθνικισμού, ποιο το αντίτιμο της υποταγής, ποια τα ανεξόφλητα γραμμάτια του πολέμου, το αδύνατο της δικαίωσης, το απραγματοποίητο της εξιλέωσης.
Όσο η συλλογικότητα των θυμάτων, η αγκαλιά των ζωντανών με τους νεκρούς τους, παραμένει αδικαίωτη, η ενοχή των θυτών δεν παραγράφεται.
Ένας πόλεμος δεν τελειώνει με την κατάπαυση του πυρός. Οι πολλαπλές συνέπειες, η ατιμωρησία και τα ενδεχόμενα που κυοφορεί, δεν υπογράφουν την οριστική λήξη του.
Πόσο μάλλον που ο πόλεμος είναι μια γενικότητα, καθόλου απρόσωπη όμως.
Έχει ιθύνοντες, έχει εκτελεστικά όργανα, έχει αντιστεκόμενους, έχει δωσίλογους, έχει κερδοσκόπους, έχει νεκρούς με πρόσωπο και ονοματεπώνυμο.
Έχει ανθρώπους που πολλά χρόνια μετά, πονούν.
Όπως η μάνα μου, όπως ο Μίλεχ που σαν να ζει ακόμη υπό τη Γερμανική Κατοχή, σε ποινή αυτοτιμωρίας για την εθνική του ταυτότητα.

Κάθε Ανθρωπος, μια Ατομική Ιστορία
Που αρχίζει με την οικογένεια, τη μητρική γλώσσα και τον γενέθλιο τόπο, αυτές οι τρεις αλληλένδετες συλλογικές ταυτότητες προσδιορίζουν, εν πολλοίς, τι εγγράφεται στη στήλη των χαρακτηριστικών της ατομικής ταυτότητας, αφού συναρμολογούν το εφαλτήριο για τα μικρά ή μεγάλα άλματα και για τις τούμπες της ζωής.
Στην πεζογραφία είναι δομικά υλικά στη θεμελίωση της κεντρικής ιδέας, στο χτίσιμο της πλοκής, στην εξέλιξη των χαρακτήρων και στη δημιουργία της ατμόσφαιρας.
Νομίζω μάλιστα πως εάν εκτιμάς και αποτιμάς, ως πρέπει, την ουσιαστική συμβολή τους στην ανθρώπινη περιπέτεια, δεν γίνονται φάκα που περιχαρακώνει σε κακορίζικη, πνιγηρή εσωστρέφεια, αντίθετα χτίζουν γέφυρες επικοινωνίας και αλληλοκατανόησης, αποκτούν οικουμενικό βεληνεκές.
Απόδειξη η ανάγνωση λογοτεχνίας.
Εξοικειώνει με το ανοίκειο, ξεπερνά εθνικές, θρησκευτικές, φυλετικές ταυτότητες, τα σύνορα του χρόνου.
Προσωπικά, διαβάζω Μέλβιλ και ζω τον μπάρκο στο φαλαινοθηρικό, Τολστόι και σπέρνω τα χωράφια του Κόστια Λέβιν που, όταν λειώνουν τα χιόνια, αγαπά τη φύση με χίλιες καρδιές, Παπαδιαμάντη και πελαγώνομαι στ’ ανοιχτά με τη Νοσταλγό, Τσέχωφ και συμπονώ το θείο μου Βάνια, Τόμας Μαν και δεν μισώ τους πλούσιους Μπούντενμπρουκ, Τζόϋς και νιώθω Δουβλινέζα γεροντοκόρη, Πρίμο Λέβι  και Ίμρε Κέρτις και νιώθω Εβραία, Μπάρυ και νιώθω διχασμένη Ιρλανδή, Αλεξάνδρου και ακούω τις σφαίρες του Εμφυλίου, Κάρβερ και γίνομαι φτωχοδιάβολος της αμερικάνικης επαρχίας, Μπέκετ και γίνομαι ευχαρίστως τρελή και πόσους πεισιθάνατους ποιητές που ο λυγμός τους είναι συνάμα το μέγα δοξαστικό της ζωής, με ανασταίνει, με βαστά όρθια, παρούσα, όσο μου αναλογεί, στην πανανθρώπινη περιπέτεια.
Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικά, ίσως αφουγκράζεται, αντιγράφει και μεταγράφει την ασίγαστη ανάγκη για ανασύσταση και εμβάθυνση αλληλεγγύης, την ταπεινή Παπαδιαμαντική συναλληλία.
Οι στέρεες «ατομικοσυλλογικές» ταυτότητες ταρακουνιούνται κι αυτές σε έκτακτες και έκρυθμες συνθήκες, σε περιόδους αποσταθεροποίησης.
Αποσταθεροποίησης που μπορεί να προκύψει από ένα μεμονωμένο γεγονός με αντίκτυπο σε περιορισμένο ανθρώπινο και φυσικό τοπίο, π.χ. μια βαριά αρρώστια που ενεργοποιεί τη στοργή ή μοιράζει αλληλοενοχοποίηση, έναν προκλητικό παράφορο έρωτα που προξενεί κοσμοχαλασιά στην επιφανειακή ευταξία των περιβάλλοντος, έναν φόνο που βυθίζει στο πένθος αλλά και, ως εκτυφλωτική πράξη, καταυγάζει μύριες παθογένειες, μια οικολογική ζημιά που καταστρέφει τοπικούς πόρους και ομορφιά ή έναν πόλεμο, ως έσχατη συλλογική ανθρώπινη και μαζί απάνθρωπη εμπειρία.
Ας έρθουμε όμως πιο συγκεκριμένα στο συλλογικό μας παρόν, ας προσγειωθούμε στην πίστα του ωμού ρεαλισμού. Διάχυση απογοήτευσης, ανημπόριας, σύγχυσης, καχυποψίας, δυσπιστίας προς τον ίδιος μας τον εαυτό.
Γυαλιά-καρφιά οι όποιες έως πρότινος καθησυχαστικές κοινές μας βεβαιότητες. Η αποσταθεροποίηση κάνει θραύση μπροστά στα μάτια μας.
Πόσο αντέχει ένα σπιτικό με απολυμένους γονείς;
Τι όψη έχει ο κεντρικός δρόμος με δεκάδες λουκέτα;
Στην πράξη, πόσο μετράει στην προσωπική ταυτότητα να είναι κάποιος ανάπηρος ή νηστικός μπροστά στο ΑΦΜ, τον ΑΜΚΑ, τον κλειδάριθμο και το Ε9 του;
Ποιες οι αυριανές συνέπειες για τα παιδιά που εξαντλούν την παιδική και την εφηβική τους ηλικία στην υπερεντατική δοκιμασία της ανασφάλειας;
Ποιες οι μαζικές ψυχολογικές επιπτώσεις, σημερινές και μελλοντικές για έναν λαό που επί έξι χρόνια, και έπεται συνέχεια, είναι εντός μέρα-νύχτα στην τσίτα και εκτός μέρα-νύχτα στα μανταλάκια του διεθνούς διασυρμού;
Πόσο ξεχαρβαλώθηκαν οι κυριολεξίες της γλώσσας με τη μυθοπλασία που βάφτισε επί το θολώτερον την καταλήστευση του δημόσιου πλούτου αδιαφάνεια, την απατεωνιά διαπλοκή, την κατακραυγή πολιτικό κόστος, τις μαζικές απολύσεις ευλυγισία;
Η εποχή που διανύουμε ασθμαίνοντες, οικονομικά ξαφρισμένοι ή πολύ στριμωγμένοι, ψυχολογικά καταπονημένοι και ιδεολογικά τσαλακωμένοι είναι πυκνός χρόνος με απανωτούς απολογισμούς, ανακεφαλαιώσεις, αναστοχασμούς και αμφίθυμη αυτοκριτική αλλά συνάμα είναι και ένας δυνατός προβολέας που λούζει στο φως αλήθειες και ψέματα και για τις απονεμηθείσες μετά βαΐων και κλάδων λαχταριστές συλλογικές ταυτότητες του σύγχρονου κόσμου.
Είμαστε ελεύθεροι πολίτες σε ένα πλαίσιο σταθερό και περιφρουρούμενο από τις αρχές της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης;

Ξεθώριασμα Μύθων
Πόσο οικογένεια είναι η λεγόμενη και πολυδιαφημισμένη «ευρωπαϊκή» που θεωρεί τα μισά, τα νότια τέκνα αποσπόρια;
Πόσο ευφορική η ευρωπαϊκή συλλογικότητα εντός κλειστών συνόρων και σιδερόφραχτη;
Τι πολιτισμένος κόσμος είναι αυτός με εκατομμύρια ανέστιους, διαρκώς μετακινούμενους και παντού ανεπιθύμητους πρόσφυγες;
Οι άνθρωποι, όπου γης, μοιράζονται τελικά πολύ χονδρικά, στους λίγους «αποπάνω» και στους πολλούς «αποκάτω», με τις διαβαθμίσεις τους αυτές οι δυο πιο έγκυρες συλλογικότητες.
Οι πρώτοι επιδεικνύουν τις αριθμημένες πλουμιστές ταυτότητες της οικονομικοπολιτικής εξουσίας, οι δεύτεροι, αντί για ταυτότητα, σηκώνουν τον υποχρεωτικό φάκελό τους, όλοι φακελωμένοι.
Τα έγγραφα της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, οι αποδείξεις ατομικού μόχθου, τα έντιμα πτυχία, τα σημειωματάρια με τις προσδοκίες, οι καρτούλες με τα όνειρα, όλα με το Χ της διαγραφής. Ο φάκελος πολλά βαρύς, ξέχειλος χρέη, φόβο, θλίψη.
Η τέχνη αντιδρά και «εν θερμώ», πάνω στη βράση των γεγονότων και «εν καιρώ», όταν πλέον διαθέτει λεπτομερέστερη και διαυγέστερη επιχειρηματολογία για πιο συνολική θεώρηση. Απαραίτητες και οι δυο καταθέσεις λειτουργούν συμπληρωματικά, συσσωματώνουν τις άμεσες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στις ζωές των ανθρώπων, στον εξωτερικό και εσωτερικό βίο.
Θυμάμαι, μελετώ, παρατηρώ, σκέφτομαι, καταλήγω, αναθεωρώ, τα ξαναβάζω κάτω, συζητώ με τους άλλους και με τον εαυτό μου πώς οι άνθρωποι αφήνονται, πώς ξεγελιούνται, πώς υποκύπτουν, πότε σηκώνουν ανάστημα κατά μόνας και συλλογικά.
Η ελληνική περίπτωση, ίσως εύγλωττη.
Οι Έλληνες τον τίτλο τον έχομε ακόμη αλλά δεν δουλεύει ρολόι, δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στο κύρος του.
Το παρόν μας αμήχανο και το οικόσημο με τα αρχαία κλέη δεν μας ξελασπώνει.
Ο συνάδελφός σας Αντρέας Γιαννακούλας έχει πει πως «όποιος δεν τραγικοποιείται για κάποιο διάστημα της ζωής του είναι κενός».
Σ’ αυτόν τον τόπο, έως και τη δεκαετία του ’70, τραγικοποιηθήκαμε συλλογικά.
Δεν μας χρειάστηκε να δραματοποιήσουμε κι άλλο την πραγματικότητα, ούτε γινόταν να την αποδραματοποιήσουμε, σερί οι πόλεμοι, οι ξεριζωμοί, και ξένες επεμβάσεις, και εμφύλιος, και πραξικοπήματα, και παρακράτος, και μετανάστευση, μοίρα και ταυτότητα των πολλών η πολυτάραχη φτώχεια.
Σχεδόν όλα τα όμορφα τραγούδια μας λυπημένα, σαν τους Ψαλμούς του Δαυΐδ, κάπως Σικελοί κι εμείς που όπως γράφει ο Λαμπεντούζα στον «Γατόπαρδο» αντιλαμβάνονται όλη τη ζωή κι όλον τον κόσμο μόνον μέσω της θλίψης. Το τέλος της δικτατορίας και ιδίως η δεκαετία του ’80 εγκαινίασε ένα νέο σκηνικό.
Τόσο στερημένοι από βασικά υλικά και πολιτισμικά αγαθά και δικαιώματα, σπεύσαμε βουλιμικά, καλπάσαμε για να συγχρονιστούμε με προπορευόμενες αλλοδαπές κοινωνίες, με ένα τροχάδην καταναλωτισμού, δαγκώσαμε το μήλο του παραδείσου.
Ίσως όταν οι λαοί, οι κοινωνίες λυτρώνονται και ξεφορτώνονται επιτέλους το άχθος, το άλγος ή και το άγος τους, να ορμούν παρακάτω χωρίς να θέλουν να στρέψουν πίσω το κεφάλι ούτε στιγμή. Δεν αντέχουν άλλο ή δεν χασομερούν με τα απομεινάρια του παρελθόντος.
Χωρίς να το συνειδητοποιούν ψωνίζουν βερεσέ ένα μέλλον που κάποια στιγμή τους κοπανάει το συνολικό λογαριασμό.
Πολλές φορές, στα δύσκολα, αναζητούνται επειγόντως αναλογίες και ταυτίσεις με καταστάσεις στο παρελθόν ή σε άλλες χώρες, υιοθετούνται ελλείψει άλλου παλιά ή ξένα λυσάρια.
Κι αν η κατάσταση είναι πρωτοφανής; Αν η συνθετότητά της δεν ξεμπλοκάρεται με παλιά εργαλεία;
Κι αν η ζωή ορεχτεί αργότερα ακόμη περισσότερους κλυδωνισμούς κι επινοήσει κι άλλες πρωτόγνωρες δοκιμασίες;
Δεν είμαι πολιτικός, οικονομολόγος ή κοινωνικός επιστήμονας, ο λόγος μου δεν έχει την ίδια βαρύτητα με το δικό τους, γνωρίζω λιγότερα, πολύ λιγότερα, ίσως μόνον να ζυγίζω στο καντάρι της καθημερινότητας το κόστος του χαβαλέ της αποδιοργάνωσης, να φυλλομετρώ ανήσυχη τις κενές σελίδες του συλλογικού μας φυλλαδίου.
Το ερώτημα του Μανόλη Αναγνωστάκη «τώρα τι λέμε;», γυμνό, δεινό και ακόμη αναπάντητο.
Ως πολίτης, μπούχτισα υπολογισμούς της ποσόστωσης, πόσο φταίνε οι ξένοι, πόσο εμείς, απελπίστηκα με τις παροξυσμικές αντιμαχίες πολλών σεσημασμένων, παραιτήθηκα από την αναμονή του περίφημου σχεδίου ανασυγκρότησης που μένει σκέτη επικεφαλίδα σε άγραφο τόμο, αποκαρδιώθηκα και με το «υπερεγώ» ηγεσιών της αριστεράς που δεν ξέρω ποιοι παλιοί ή νέοι θρίαμβοι το δικαιολογούν.
Διάφορες ορεξάτες συλλογικότητες διεκδικούν μουδιασμένους, ταλαιπωρημένους και εξαπατημένους πολίτες μόνον ως ψηφοφόρους κι αναρωτιέμαι εάν και πότε επιτέλους θα νοηματοδοτούμε δίχως παχιά λόγια την πραγματικότητα.
Ελάχιστο και συνάμα μέγιστο ζητούμενο η ειλικρίνεια, θεμέλιος λίθος για νέο συλλογικό πλαίσιο, απαραίτητη εγγύηση για το συμβόλαιο επανεκκίνησης.
Μήπως το αίτημα ρομαντικό και παλιομοδίτικο σε εποχές κυνισμού; Μήπως τα αυτιά και τα χείλη μας συνήθισαν να πορεύονται με ψέματα, με μισόλογα, με κούφια λόγια; Μήπως πήραμε απόφαση την ήττα μας;
Ειλικρινά, δεν το πιστεύω.
Οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων θα μπορούσαν πάντως να κάνουν καλή δουλειά. Η ειλικρίνεια, η ατομική ευθύνη, η συγκρότηση εαυτού-πολίτη είναι ζητήματα καλλιέργειας. Η σχολική αίθουσα είναι εύφορο έδαφος για καλούς ή κακούς καρπούς.

Κυρίες και κύριοι,
Όποτε λοξοδρομώ προς πιο πολιτικά μονοπάτια, σαν να αποσταθεροποιούμαι σύγκορμη, σαν να αποσυσχετίζομαι από τον πιο αληθινό εαυτό μου, σαν να συναινώ παρά τη θέλησή μου σ’ αυτό που νιώθω ως εκβιασμό και αιχμαλωσία των καλλιτεχνών, να γράφουν, να ζωγραφίζουν, να φωτογραφίζουν, να σκηνοθετούν, να ερμηνεύουν, να τραγουδούν την κρίση ή, ακόμη χειρότερα, να επινοούν τραβηγμένους από τα μαλλιά συμβολισμούς και αλληγορίες ώστε να μην κατηγορηθούν ως αδιάφοροι για τα δεινά του κόσμου, ως άσχετοι.
Ώρες-ώρες, αναρωτιέμαι μήπως η μονοθεματική επιταγή να διυλίζουμε επιπτώσεις τείνει να μεταποιήσει τελικά όλη τη ζωή σε μια αλληλουχία συνεπειών, σε μια γιγαντιαία συνέπεια.
Αντέχεται; Μήπως συμβάλλει στην αύξηση της παθητικότητας, της απομόνωσης, του φόβου;
«Ο φόβος είναι σκουλήκι στο μυαλό», έβαλα έναν ήρωα να λέει, φοβισμένη και η ίδια.
Στην τέχνη, ελληνική και παγκόσμια, παλιά και σύγχρονη, γυρεύω ανάσες, συντροφιά, διαχρονία, ορίζοντα, νόστο για ανθρωπιά.

Αmarcord του Φελλίνι
Βλέπω το Amarcord του Φελλίνι και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου.
Διαβάζω τις μαντινάδες που μάζεψε κάποτε η Μαρία Λιουδάκη με βοηθό τον 16χρονο τότε Ναπολέοντα Σουκατζίδη και σιγοτραγουδώ μαζί τους πάθη και παθήματα, λύπες και χαρές με μύριες αισθαντικές λέξεις.
Σκυμμένη στα δικά μου χαρτιά, διεκδικώ τα απλά που εκδιώκονται από τις στρατηγικές της αμνημοσύνης, της αποπροσωποίησης, της αγελαίας μεταχείρισης του πλήθους, όσα συνιστούν μια πλήρη ανθρώπινη ύπαρξη, τη σημασία του ενός.
Με ονοματεπώνυμο, έστω άσημο.
Με τόπο καταγωγής, έστω ασήμαντο.
Με καθημερινότητα, έστω άδοξη.
Με ατομική συνείδηση για όποιο βαρύ κι ασήκωτο σακί ή έστω σακουλάκι,      ουδείς άμεμπτος.
Με προσωπική φωνή και ματιά.
Με τρεχούμενα συναισθήματα.
Με ατομικές επιθυμίες.
Οι άνθρωποι παντού και πάντοτε έχουν δικαίωμα να ευχαριστηθούν έναν έρωτα, να γλεντήσουν, να χαρούν μια χορταστική βόλτα ανεμελιάς, να έχουν το χρόνο να θρηνήσουν με την ψυχή τους το χαμό αγαπημένου, να μην αποστερούνται έναν προς έναν τους λόγους που σε κάνουν να έχεις έναν πόνο για τον τόπο σου, να θυμάσαι, να υπολογίζεις τον άλλον, να νιώθεις, να νιώθεις βαθειά, να λυπάσαι αληθινά, να αγαπάς πολύ.
«Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι νάχει καρδιά», λέει ο Τάσος Λειβαδίτης.
Αν δεν αγαπάς, δεν ονειρεύεσαι, δεν αγωνίζεσαι, δεν αποζητάς συμμετοχή σε μια συλλογικότητα που αντιστέκεται μετά λόγου γνώσεως και με σθένος στη μετατροπή των ανθρώπων σε χειραγωγήσιμα εξαρτήματα των επιδιώξεων του κάθε δυνάστη, του κάθε “χαρισματικού’’».
Θα υπάρξουν συλλογικότητες που θα σέβονται τα μέλη τους ένα προς ένα;
Ίσως μόνον έτσι οι άνθρωποι θα προσπαθούν να κομίζουν σε αυτές έναν όλο και καλύτερο εαυτό.

Στην τελευταία σελίδα ο πόλεμος ξανασκάει μπροστά μου, και εξ αιτίας του βιβλίου του Μίλεχ που με έκανε κομμάτια.
Καθόλου απρόσμενο, άλλωστε στο «Φαράγγι», στα χείλη μιας υπερήλικης σήμερα Κρητικιάς, ακούμπησα τη φράση, «ο πόλεμος δεν έφυγε ποτέ από το κεφάλι μου».
Στη Γερμανία επισκέφτηκα το Νταχάου, το Ζαξενχάουζεν και το Μπούχενβαλντ αλλά και τα στρατιωτικά νεκροταφεία σε πολλές πόλεις, συνήθως πολύ πρωί. Έμενα, μια, δυο, τρεις ώρες. Διάβαζα τα γερμανικά ονοματεπώνυμα στις πλάκες και τις ηλικίες, 18, 19, 20 χρόνων.
Πίσω στην Κρήτη, το είπα στους γονείς μου.
Η μάνα μου ρώτησε, άφησες δυο λουλουδάκια στα παιδιά;
Γνώστες, αλίμονο, του δόλιου δεσμού με τη θνητότητά μας και προτού στοιχηθούμε στην τελευταία και οριστική συλλογικότητα, όλοι ενωμένοι κάτω από το χώμα, ας έχομε ένα έλεος για τους αμούστακους που δεν τους δόθηκε καν η πιθανότητα της μεταμέλειας, ας μην τους εξισώνουμε στην κόλασή τους με τα μεγάλα κεφάλια του Γ΄ Ράιχ, της Γκεστάπο, της Κρουπ, της Μπάγιερ, της Ζήμενς.
Κι εκεί χώρια θα είναι, παραπεταμένοι.
Αγαπητέ Τίτους, η μάνα μου μας έστρωσε τραπέζι στην κουζινίτσα μας. Μαγείρεψε προς τιμήν σου τις σπεσιαλιτέ της, ένα μπουρέκι σμυρνέϊκο κι ένα χανιώτικο, αυτή δέθηκε και αγάπησε όχι μια, δυο πατρίδες.
Καθώς δεν ξέρει γερμανικά ή έστω εγγλέζικα αλλά αισθάνεται πως πρέπον είναι να καλωσορίσει τον ξένο της σε ξένη γλώσσα, θα θυμηθεί ολίγα τούρκικα από τη Σμύρνη που άφησε το 1922, στα 13 της.
Έτσι αρχοντικά, σεβαστικά και γενναιόδωρα υποδέχτηκε το 2003 τους εμβρόντητους Αμερικάνους και Κινέζους καλλιτέχνες που της είχα κουβαλήσει.
Το σπίτι μας έχει καλό κρασί. Και το παμπάλαιο, δεμένο με σπάγκο τρανζιστοράκι του πατέρα μου είναι κολλημένο στα ριζίτικα.

Ιωάννα Καρυστιάνη,
Γενάρης 2016


Oμιλία  στην ημερίδα της ΕΕΣΣΚΕΨΟ με θέμα «Συλλογική και Ατομική Ταυτότητα σε Περιόδους Αποσταθεροποίησης» που έγινε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2016

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Ανοίγουν ξανά τα Ελληνικά Γράμματα

Λίγες ημέρες μετά το κλείσιμο από τον ΔΟΛ των Ελληνικών Γραμμάτων, το 2010, ο εκδότης Παύλος Παπαχριστοφίλου δήλωνε στην «Αυγή» ότι «Τα Ελληνικά Γράμματα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη». Έξι χρόνια μετά, σε μια περίοδο δύσκολη για τον χώρο του βιβλίου και της ενημέρωσης, ο εκδότης με χθεσινή ανακοίνωσή του ανήγγειλε την επαναλειτουργία του ιστορικού εκδοτικού οίκου. «Είχα σκοπό να ανακοινώσω την επαναλειτουργία του εκδοτικού οίκου από τις 10 Δεκεμβρίου, οπότε συμπληρώθηκαν 22 χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου και ιδρυτή του. Εντελώς συμπτωματικά πέρασαν οι ημέρες και δεν έγινε η ανακοίνωση. Ακούγοντας για τις περιπέτειες του ΔΟΛ, θέλησα να δώσω ένα μήνυμα αισιοδοξίας με την αναγγελία της επαναλειτουργίας των εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα» μας λέει ο Παύλος Παπαχριστοφίλου.

Ο εκδοτικός οίκος ιδρύθηκε το 1957 από τον Δημήτρη Παπαχριστοφίλου για να περάσει στα χέρια του γιου του Παύλου, ο οποίος, αφού επέκτεινε τη δραστηριότητά του εκτός από τα σχολικά και τα πανεπιστημιακά βιβλία και στο παιδικό βιβλίο, στη λογοτεχνία, στο non fiction και άλλους τομείς, το 2001, στην περίοδο της μεγάλης ακμής του ξεκίνησε τη συνεργασία του με τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, που απέκτησε το 51% της εταιρείας.

Σημαντικοί συγγραφείς συνέθεταν τότε το εκδοτικό του πρόγραμμα, από τον Ευγένιο Τριβιζά μέχρι τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, τον Σωτήρη Δημητρίου, τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και τον Γιάννη Ξανθούλη, μεταξύ άλλων, για τους Έλληνες, και από τον Έκο, τον Μπόρχες, τον Κάρεϊ, τον Ουίλιαμ Τρέβορ και δεκάδες άλλους για τους ξένους. Και από τον ακαδημαϊκό χώρο δεκάδες πανεπιστημιακοί είχαν εμπιστευτεί τα έργα τους στα Ελληνικά Γράμματα, ανάμεσά τους οι Γ. Μπαμπινιώτης, Ι. Ν. Παρασκευόπουλος, Θ. Πελεγρίνης, Στ. Παπαστάμου κ.ά.

Το 2007 ο ΔΟΛ απέκτησε το 100% της εταιρείας, «οπότε ο εκδότης του εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει», όπως σημειώνει η ανακοίνωση του εκδοτικού οίκου. Το 2010 ο νέος ιδιοκτήτης έβαλε λουκέτο στα Ελληνικά Γράμματα. Ήταν ουσιαστικά ο πρώτος μεγάλος εκδοτικός οίκος που έβαζε λουκέτο τότε και το κλείσιμό του προκάλεσε σοβαρό κραδασμό στον χώρο του βιβλίου, αφήνοντας παράλληλα αρκετούς εργαζόμενους χωρίς δουλειά.

Ο Παύλος Παπαχριστοφίλου μετά το κλείσιμο των Ελληνικών Γραμμάτων ίδρυσε έναν νέο εκδοτικό οίκο, το Πεδίο που δραστηριοποιείται στο πανεπιστημιακό και το βιβλίο non fiction. Σε μια περίοδο τόσο βαθιάς οικονομικής κρίσης, και ενώ υπάρχει ήδη το Πεδίο, με ποιες εγγυήσεις προχωράτε στην επαναλειτουργία των Ελληνικών Γραμμάτων, τον ρωτάμε. «Πάντοτε πίστευα ότι υπάρχει περιθώριο σε έναν τομέα που τον γνωρίζεις πολύ καλά να επιχειρήσεις και να πετύχεις τους στόχους τους οποίους βάζεις» λέει και όταν επισημαίνουμε αν θα αλληλοκαλύπτονται οι δύο εκδοτικοί οίκοι, υπογραμμίζει ότι «δεν θα συμβεί, γιατί θα προσπαθήσουμε να διαχωρήσουμε τους τομείς δραστηριότητας του καθενός. Τα Ελληνικά Γράμματα θα επαναδραστηριοποιηθούν στον τομέα της λογοτεχνίας, ελληνικής και ξένης, και του ποιοτικού παιδικού βιβλίου, και επίσης θα επανεκδόσουν βιβλία αναφοράς τα οποία με το ξαφνικό κλείσιμο του εκδοτικού, αποσύρθηκαν από την αγορά».

Τον ρωτάμε αν αληθεύει ότι με το κλείσιμο του εκδοτικού οίκου πολτοποιήθηκαν όλοι οι τίτλοι του. «Όπως είχα ενημερωθεί από τους εργαζόμενους και τους συγγραφείς τότε του εκδοτικού οίκου, ο ΔΟΛ είχε προχωρήσει στην πολτοποίηση του συνόλου των τίτλων του. Μιλάμε για πάνω από 7.000 τίτλους, τα αντίτυπα των οποίων υπερέβαιναν το 1 εκατομμύριο» λέει, ενώ για τον τίτλο του ίδιου του εκδοτικού διευκρινίζει ότι «δεν είχε πουληθεί ποτέ στον ΔΟΛ, μου ανήκε πάντα, και μετά το κλείσιμο των Ελληνικών Γραμμάτων με τις απαραίτητες νομικές ενέργειες επανήλθε στην κυριότητά μου». Όταν τον ρωτάμε γιατί είχαν κλείσει τα Ελληνικά Γράμματα απαντάει κοφτά: «Από κακοδιαχείριση». Και συνάμα προσθέτει ότι «Τη χαρά μου γι' αυτό το εγχείρημα τη μετριάζει η σκέψη για τους πάνω από 500 εργαζόμενούς που αγωνιούν για το εργασιακό τους μέλλον εξαιτίας των χειρισμών της διοίκησης του ΔΟΛ».

Ο Παύλος Παπαχριστοφίλου υπολογίζει ότι «οι πρώτοι τίτλοι των Ελληνικών Γραμμάτων θα κυκλοφορήσουν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017» και, όπως αναφέρει, «σε πρώτη φάση θα απασχοληθούν επιπλέον 10 εργαζόμενοι απ' αυτούς που απασχολούνται σήμερα στο Πεδίο», ενώ θεωρεί ότι «Η επαναλειτουργία των Ελληνικών Γραμμάτων μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης αποτελεί νίκη των ανθρώπων του πνεύματος και της δημιουργίας».

ΑΥΓΗ Δημοσίευση: 21 Δεκεμβρίου 2016 10:30


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ  Κρημνιώτη Πόλυ

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΗΝ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ : (Η μεγαλύτερη Σελήνη που είχαν την ευκαιρία να δουν οι άνθρωποι που ζουν σήμερα, και ΤΟ ΜΑΥΡΟ μου ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ):



Μαύρο πουκάμισο φορούμε στην Κρήτη για τον χαμό των πολύ δικών όπως γονιών αδελφών μα και πολύ - πολύ καλών, σπάνιων και ιδιαίτερων φίλων μας . Ήταν επομένως εντελώς φυσικό που επέλεξα να το φορέσω την ημέρα της κηδείας σου Αγαπημένη μας Δέσποινα !
Δεν μπόρεσα να συγκεντρωθώ, και να ξεχωρίσω από όλα όσα πλημμυρίζουν την ψυχή και το μυαλό μου για να διαλέξω αυτά που θα ήταν αντάξια σου, να σου τα πω σαν αντίο αγαπημένη μας Δέσποινα !
Μην μπορώντας όμως να σιωπήσω εντελώς, αποφάσισα σήμερα 21/11/16 ημέρα της γιορτής σου, αντι ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, να μεταφέρωτα γραπτά μηνύματα που ανταλλάξαμε με την οικογένεια μου την ημέρα του αδόκητου θανάτου σου, που θα έπρεπε να τα έχω διαβάσει στην κηδεία σου !
1. «Για την Δέσποινα που έφυγε.
Η σκέψη μου σήμερα στην οικογένεια της, και στους γονείς μου που την υπεραγαπούσαν »
Έγραψε η μεγάλη μου κόρη , ξέροντας πόσο σε αγαπούσαμε.....

2. Σαν απάντηση, ευχήθηκα στα παιδιά μου να έχουν την τύχη να συναντήσουν στην ζωή τους και να κάνουν φίλους, κάποιους από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους που είναι σαν την Δέσποινα .
Σαν την Δέσποινα, η οποία διακριτικά , σεμνά , με το παράδειγμά της, δίδασκε σε όλους μας, την θυσία του (εγώ) στον βωμό της αγάπης για τους άλλους και ιδιαίτερα για την οικογένεια της . Σαν την Δέσποινα που υπέτασσε το εγώ της έναντι των άλλων αξιών όπως και απέναντι στη φιλία. Ήταν ο συνετός κι ενάρετος τρόπος ζωής της, το διά παραδείγματος μάθημα τρόπου ζωής που μας δίδασκε !
Ήταν ΣΟΦΗ και το κενό που αφήνει η απώλεια της σε εμάς στην οικογένεια μου, και στους άλλους πιστεύω φίλους της, δεν μπορεί να αναπληρωθεί, ούτε ο πόνος μας να επουλωθεί , όμως σκύβω με δέος μπροστά στην συντριβή και τον πόνο των μελών της οικογένειας της, των παιδιών των εγγονιών της και των στενών συγγενών της .
Θα μιλήσω όμως σήμερα πλέον στην ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΥΓΕ . Την Δέσποινα που θα ΖΕΙ ΠΑΝΤΑ μέσα στις ψυχές όλων όσων είχαμε την τύχη να την γνωρίσουμε και να την αγαπήσουμε και οι οποίοι θα την θυμόμαστε ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, δ.λ.δ όσα θα ζήσουμε, αν και είμαι βέβαιος πως η γυναίκα μου κι εγώ θα την θυμόμαστε και μετά τον θάνατο μας, θα την ψάξουμε .
Εγώ επιπλέον θα την θυμάμαι και θα συνομιλώ μαζί της σε κάθε ΠΑΝΣΕΛΙΝΟ, αφού την ημέρα του θανάτου της, ήταν μια Μεγάλη Πανσέληνος με Μαύρα Πέπλα, η οποία ήλθε ΚΟΝΤΥΤΕΡΑ από κάθε άλλη φορά στην γη και πείρε μαζί της στον ουρανό την Δέσποινα μας, να την κάνει ΑΣΤΕΡΙ !!!
3. «Πράγματι η Δέσποινα αστέρι ήταν πάντα και αστέρι θα εξακολουθήσει να είναι»
απάντησε η Μαρία, η άλλη μου κόρη .

Και έκλεισε αυτόν τον οικογενειακό , γραπτό διάλογο μας εκείνης της αποφράδας ημέρας του θανάτου σου, η γυναίκα μου η Νίκη γράφοντας σου ....
4. «Εσύ Δέσποινα μου δεν ήσουν το λουλούδι της μιας εποχής. Εσύ μάτια μου Θ΄ ανθίζεις μέσα μου, όλο το χρόνο κάθε χρόνο, και θα μεθώ όσο ζω με Τ΄ άρωμα σου. ..... Καλό σου ταξίδι !»



Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Η Στέρνα (ποίημα του Γιώργου Σεφέρη)



{ « Στον Γιώργο Αποστολίδη
Βρέθηκα στην ανάγκη να βάλω το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα με τη μορφή μοντέλου, γιατί όχι μόνο ερχότανε να σκεπάσει την πύλη του Βισάγκρα, αλλά και ο θόλος του ανέβαινε με τρόπο που ξεπερνούσε την πόλη· κι έτσι μια που το 'βαλα σα μοντέλο και το μετακίνησα από τον τόπο του, μου φαίνεται προτιμότερο να δείξω την πρόσοψή του παρά τις άλλες του μεριές. Όσο για τη θέση του μέσα στην πόλη, φαίνεται στο χάρτη.
ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ» }
................................................

Η Στέρνα


Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ' αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
μ' ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
και σβήνουνται σ' ένα σκοτάδι εβένου.

Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
κυλούν βαλμένα σ' ένα αυλάκι πίκρα
και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.
Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου

για ν' απομείνει η διψασμένη αγάπη·
μαρμαρωμένο στ' άγγιγμα του χρόνου
το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό
κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.

Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
τα τριαντάφυλλα σκύβουν - η ψυχή μας -
στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα ...

Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει
κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα
τη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,
πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.

Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,
μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης·
η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτια
όταν βυθίσουν όλα τα πανιά
στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.

Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα-στάλα μόνος
τα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο
που ζει μ' ένα κυμάτισμα πικρό.
Σαν άνοιξε το κύμα απ' την αγκάλη

να 'τανε στην αγκάλη να τελειώσει
να 'τανε την αγάπη στ' ακρογιάλι
πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει
το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός.

Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,
ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμι
που ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπι
και χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει
το περιβόλι όπου σταλάζει ασήμι.

Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κραυγή
βγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,
σαν το νερό ζωηρό μέσα στ' αυλάκι
σαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι
μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες ...

Ω! πιο κοντά στη ρίζα της ζωής μας
από τη σκέψη μας κι από την έννοια!
Ω πιο κοντά από το σκληρό αδερφό μας
που μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα
κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!

Ω! ν' απαλύνει ξάφνω στην αφή μας
το δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,
να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα
που όλο πληθαίνει κι όλο μας βαραίνει,
να βγούμε από τη γνώση κι απ' την πείνα!
Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,
μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας
να βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,
ρόδα ν' ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.

Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώτα
στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,
ν' αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστια
πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια
κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.

Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ
λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,
λευκή φτερούγα πάνω απ' το κοπάδι
σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε
πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες
τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες
χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες
στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρες
ν' ακολουθήσει η ελπίδα των ανθρώπων
στα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγες
φωτίζοντας το χώμα το τυφλό
που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.
Φλόγες του πέρα κόσμου, πυροφάνια

πάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,
ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνια
βήματα ... βήματα ... η αργή καμπάνα
μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει -

"Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!.."
Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν
σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα
ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.

.................................
.................................
.................................
.................................
.................................

Περάσανε μακριά, με τον καημό τους
ζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέρια
που γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τους
τη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια
όταν σβηστούν τα μάγια και τ' αστέρια.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή
κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.

Πηγή :  www.greek-langage.gr

πύλη για την Ελληνική γλώσσα 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Ο Δαρείος Δ.N. Mαρωνίτης, «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970)

Ο Δαρείος

Δ.N. Mαρωνίτης, «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970)
Άρθρα


Φυλακές και κλουβιά

Σε μια εποχή, όπως η δική μας, όταν την ιστορία την παράγουν οι μηχανές με τα ανθρώπινα εξαρτήματά τους, σε τι μπορεί πια να χρησιμεύσει η φωνή του ποιητή;
            Σε μια χώρα φτωχή και μικρή, όπως η δική μας, όπου γη, θάλασσες και άνθρωποι μεταβάλλονται στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους των μεγάλων σε προγράμματα της πολεμικής οικονομικής και τουριστικής τους πολιτικής, τι να περισώσουν οι λίγες λέξεις του ποιητή, που τις περισυλλέγει με τις διάχυτές του αισθήσεις;
            Σε μια ώρα τόσο κρίσιμη, όπως αυτή του τόπου μας σήμερα, όταν ο επιούσιος λόγος πληρώνεται πολύ ακριβά, γιατί ο ποιητής με τη φωνή του να επισημοποιεί και τη δική μας και τη δική του ένοχη επιβίωση;
            Tα τρία αυτά αφελή ερωτήματα μπαίνουν εδώ, όχι για να εξάψουν το επιδερμικό άγχος των ψευδαίσθητων, μήτε για να υποδείξουν τη λύση της μεταφυσικής χαύνωσης, αλλά για να ορίσουν τρία είδη από φυλακές, μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι του αιώνα μας, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι.
            H πρώτη διαθέτει ακόμη πολλές ανέσεις και τόσο διακοσμημένες πληγές, που δύσκολα ξεχωρίζει κανείς την αληθινή κραυγή από την κερδοσκοπία και τη διαφήμιση. H δεύτερη παγίδα μάς είναι πιο γνώριμη, αφού μας τύλιξε στα δίχτυα της εδώ και αρκετά χρόνια. Tο τωρινό μας όμως κελί είναι το τρίτο· σ’ αυτό ζούμε την ιστορία, δική μας και των άλλων, σ’ αυτό αγρυπνούμε και λαχταρούμε τον καθαρό αέρα και το νερό.
            Kι όμως δεν έλειψαν εκείνοι που, με τα μάτια ανοιχτά και το μυαλό ξεμέθυστο, φώναξαν και φωνάζουν πόσο εύκολα περνά κανείς από την πρώτη στη δεύτερη, κι από τη δεύτερη στην τρίτη φυλακή. Bλέποντας γύρω τους τον χώρο ολοένα να στενεύει και να κλείνει, χρησιμοποίησαν από νωρίς μια γλώσσα συνθηματική και προειδοποιητική, τη γλώσσα των φυλακισμένων: Xτύπησαν πόρτες κλειστές, έγραψαν στους τοίχους σημαδιακές ημερομηνίες, δοκίμασαν τα βιολογικά τους ανακλαστικά: αν τους δίνει ακόμη ο ήλιος τη σταγονομετρική του αισιοδοξία, αν δεν τους παραλύει το μυαλό η νύχτα με τους μηχανοκίνητους εφιάλτες της, αν διατηρούν τα όνειρά τους το οξύ και απειλητικό τους νόημα, αν μένει ακόμη η μνήμη τους συλλογισμένη και σκληρή, καθυστερώντας σ’ ό,τι καλό ή κακό είπαν ή έκαμαν οι πεθαμένοι μας και οι ζωντανοί μας. Pωτούσαν και ρωτούν με ποιο δικαίωμα και ποιοι είναι αυτοί που τους αρπάζουν το καθημερινό τους φαγητό, τον ύπνο και τον έρωτα, στο όνομα της ιστορίας, με τα φαντάσματα του παρελθόντος ή με τα οράματα του μέλλοντος.
            Kι ο ποιητής; Eξαρτάται από το είδος της φυλακής που βρέθηκε. Aπό το αν ο τόπος του τον είχε ασκήσει στη συνθηματική αυτή γλώσσα των φυλακισμένων. Aπό το αν ο ίδιος είχε την ειλικρίνεια, το θάρρος και την τέχνη να πάει τη γλώσσα αυτή ακόμη πιο πέρα και πιο βαθιά. Aπό το αν λειτούργησαν καλά τα βιολογικά του ανακλαστικά.
            Δεν έλειψαν οι ποιητές και στον δικό μας τόπο. Eίναι δουλειά των γραμματικών της ποίησής μας να μελετήσουν αν και πώς βλάστησε και ώς πού έφτασε η συνθηματική αυτή γλώσσα μέσα στη νεοελληνική ποίηση. Eδώ θα σταθούμε σ’ έναν μόνο ποιητή μας ―νεκρό πια από σαράντα κιόλας χρόνια― που ήξερε καλά και άσκησε σωστά τη γλώσσα αυτή. Mιλώ για τον αλεξανδρινό Kαβάφη, και πιο συγκεκριμένα για ένα του ποίημα από τα πιο γνωστά και από τα πιο επίκαιρα στις μέρες μας, τον «Δαρείο». Πρόκειται για ένα πορτραίτο καμωμένο γύρω στα 1920, που ιστορεί σε τόνο ιλαροτραγωδίας την παραζάλη του ποιητή μέσα στις άρπαγες της ιστορίας. Ένας ποιητής σ’ ένα κλουβί, και το κλουβί πιασμένο σ’ ένα δίχτυ. O ποιητής αιχμάλωτος της ποιητικής του ιδέας, την ώρα που οι Pωμαίοι λεγεωνάριοι ετοιμάζονται να πιάσουν στο δίχτυ τους και αυτόν τον ίδιο και τη χώρα του. Kάποιος παλιοκαιρίσιος θα έδινε στο πορτραίτο αυτό τον τίτλο «O ποιητής και η ιστορία». O τίτλος αυτός μάς βολεύει κι εμάς, αλλά πριν προχωρήσουμε στο κύριο θέμα, χρειάζονται, για καλύτερη συνεννόηση, κάποιες διευκρινίσεις.



H Iστορία ως παρόν

            Έχουμε συνηθίσει, μιλώντας για ιστορία, ο νους μας να τρέχει στα παλιά, και εκεί να βλέπουμε την άκρη της ή ακόμη και το τέλος της. Στην πραγματικότητα το πράγμα πάει αντίστροφα: η ιστορία αρχίζει από το σήμερα και προχωρεί στο αύριο. Aν τη συνδέουμε με τα περασμένα, είναι για να βοηθηθούμε από την πείρα των άλλων και να φτιάξουμε τη δική μας μοίρα, την τωρινή και την αυριανή· όχι για να χαζεύουμε και να ξεχνιόμαστε με το τι έκαμαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Φέρνοντας την ιστορία στο παρόν κινδυνεύουμε, θα έλεγαν μερικοί, να την ταυτίσουμε με τη δημοσιογραφική επικαιρότητα. Όχι. Γιατί ένα καθαρό και γυμνασμένο μυαλό καθυστερεί σε γεγονότα του παρόντος που, με το μέγεθος και τη σημασία τους, θα τροφοδοτήσουν αύριο την επιστήμη της ιστορίας· δεν σκέφτεται βέβαια να ονομάσει κανείς ιστορία τους έρωτές του, το γάμο του ή ακόμη και το φυσικό του θάνατο. Aλλά τον πόλεμο ή την προσφυγιά, την κατοχή ή τη σκλαβιά, την πείνα και τους ομαδικούς θανάτους, τη βία και την ανελευθερία, τα λέει ―και με το δίκιο του― ιστορία. Όταν λοιπόν μιλούμε για την ιστορική συνείδηση του ποιητή ή όποιου άλλου, εννοούμε την αντίδρασή του μπροστά στις βαθιές πληγές της ομαδικής μας ζωής, στα μεγάλα κύματα που και να θέλεις δεν μπορείς να τα ξεφύγεις, ακόμη και αν είσαι δειλός ή προδότης.
            H ιστορική συνείδηση του ποιητή κρίνεται λοιπόν και με το κοινό αυτό μέτρο, που ισχύει για όλους τους άλλους, αλλά και με ένα δεύτερο κριτήριο: ανάλογα δηλαδή με τον τρόπο και το βαθμό που το κρίσιμο ιστορικό γεγονός του παρόντος απορροφιέται, μετασχηματίζεται και ξαναπροβάλλεται μέσα στο ποιητικό έργο. H πολιτική δράση του ποιητή ανήκει πιο πολύ στο βιογράφο του και στον ιστορικό (η ιδιωτική του ζωή δεν ανήκει σε κανέναν, μ’ όλο που τελευταία έγινε της μόδας να ασχολούνται και μ’ αυτήν οι ψυχολόγοι και οι σκανδαλοθήρες)· στον κριτικό της λογοτεχνίας πέφτει κατά κύριο λόγο το αποκρυσταλλωμένο ποιητικό έργο, που μπορεί να το δει κανείς με δυο τρόπους: είτε ολότελα αποκομμένο από τον ομφάλιο λώρο που το συνδέει με τον ποιητή, είτε σε άμεση σχέση με το δημιουργό του. Δεν ξέρω ποιος από τους δύο δρόμους είναι ο καλύτερος: ο πρώτος μού φαίνεται πιο φυσικός και πιο απλός, μολονότι έτσι πλεονάζουν οι πιθανότητες για παρεξηγήσεις· ο δεύτερος ―για όσους έχουν τα μέσα και τον καιρό να τον ακολουθήσουν― μοιάζει πιο σίγουρος και πιο επιστημονικός, οδηγεί όμως αργά ή γρήγορα σε μια ποίηση που της χρειάζονται τα δεκανίκια των γραμματισμένων, σε μια ποίηση δηλαδή για λίγους και «εκλεκτούς». Tο θέμα μας όμως τη στιγμή αυτή είναι πιο συγκεκριμένο. Όταν ερμηνεύουμε ένα ποίημα, δεν πρέπει να μας ξεφεύγει μια πραγματικότητα, που δεν την αλλοιώνει η γνώση μας για το βίο και τη δράση του ποιητή: ότι δηλαδή ένα καλό ποίημα εμπεριέχει τα απαραίτητα στοιχεία, για να κρίνουμε αν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη ζωή και στο λόγο του ποιητή, ή αν υπάρχει συνέπεια, κι ώς ποιο σημείο. 
            Δίκαια θα απορεί ο αναγνώστης γιατί σταμάτησα στον «Δαρείο» του Kαβάφη. Aπαντώ: γιατί πιστεύω ότι το ποίημα αυτό πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα· δίνει δηλαδή μια πολύ σαφή και σοφή απάντηση στο ερώτημά μας: σε ποια σχέση βρίσκεται ο ποιητής με τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα της εποχής του και του τόπου του. Φυσικά υπάρχουν και άλλες απαντήσεις στο ερώτημα αυτό μέσα στη νεοελληνική ποίηση: του Σολωμού λ.χ. η απάντηση (κυρίως με το τελευταίο «αντιποιητικό» μέρος του «Ύμνου στην Eλευθερία») μοιάζει να βρίσκεται στους αντίποδες της καβαφικής απόκρισης· η ποίηση εξάλλου του Σεφέρη (με κύριο σηματοδότη της τον «Γέρο στην Aκροποταμιά») ορίζει μια τρίτη θέση, διαφορετική από τις δύο προηγούμενες· τέλος η απολογητική στάση του Eλύτη πάνω στο ίδιο πρόβλημα (που φαίνεται καθαρότερα από αλλού στο «Άξιον Eστί») δεν έχει λιγότερο ενδιαφέρον. Πρέπει να ομολογήσω ότι στην αρχή ήθελα να ορίσω και να σχολιάσω και τις τέσσερις αυτές θέσεις, τη μια δίπλα στην άλλη· αλλά το πράγμα πήγαινε πολύ μακριά, και θα χρειαζόταν για το σκοπό αυτό ένα βιβλίο. Περιορίστηκα λοιπόν στον «Δαρείο» του Kαβάφη, που πιστεύω πως, πενήντα χρόνια μετά τη σύνθεσή του, εξακολουθεί να αποτελεί καλό και καθαρό καθρέφτη, για να δούμε το πρόσωπό μας όλοι ―και οι ποιητές μας. Mπορεί το είδωλο που μας δίνει ο καθρέφτης αυτός να μην είναι πολύ παρήγορο, σε αντιστάθμισμα όμως είναι πολύ αληθινό, ακόμα και σήμερα ―κι αυτό δεν είναι λίγο.
            Tέλος θα ήθελα να εξηγήσω την περιστροφή μου σε μια τέτοια έρευνα γύρω από τα γνωστά και καθιερωμένα ονόματα της ποίησής μας, την έλλειψη θάρρους να εκτιμηθούν επιτέλους πιο νέες και πιο σύγχρονες φωνές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση χρειάζονται ποιήματα που δεν ανήκουν προγραμματικά στη στρατευμένη ποίηση, για να μη προσκρούσουμε πάνω σε δίκαιες ή άδικες προκαταλήψεις· χρειάζονται, ακόμη, ποιήματα με γνωστή και ευδιάκριτη για τους πολλούς ταυτότητα· τέλος, η πολύ πρόσφατη ποίησή μας δεν αποκρυπτογραφείται δίχως βίαιες και βιαστικές κινήσεις, που καλό είναι εδώ να τις αποφύγουμε. Kαι τώρα στον Kαβάφη και τον «Δαρείο» του.


O ποιητής και η ιστορική του συνείδηση

            H ιστορική συνείδηση του Kαβάφη επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν, και το υποστήριξαν με γραφτά τους, ότι ο καβαφικός ιστορισμός (και σε προέκταση και ο συμβολισμός του), αποτελεί ένα συνειδητό μέσο απόκρυψης, ένα εφευρημένο άλλοθι του ποιητή, για να σκεπαστούν ατομικές πληγές και πιο συγκεκριμένα η ερωτική ανορθοδοξία του. Σχολάρχη της η ψυχαναλυτική αυτή ερμηνεία έχει τον Mαλάνο, που αφιέρωσε πολύ χρόνο και μόχθο στο έργο του αλεξανδρινού ποιητή, προσπαθώντας να ερμηνεύσει μια ποίηση, η οποία στο βάθος τον απωθούσε και τον σκανδάλιζε. Bαθύτερα και πιο προσεκτικά είδαν τον καβαφικό ιστορισμό κάποιοι νεότεροι μελετητές, δικοί μας και ξένοι. Γι’ αυτούς η ιστορία (στην καθημερινή της ροή ή στη γραμματειακή της μνημείωση) αποτελεί την ενδοχώρα της καβαφικής ποίησης, τη γόνιμη γη, όπου ο ποιητής καταθέτει τα προσωπικά του βιώματα και τις ατομικές του εμπειρίες (όχι μόνο και ούτε αποκλειστικά τις ερωτικές), περιμένοντας ύστερα, κάποτε χρόνια ολόκληρα, το αποτέλεσμα αυτής της σποράς· αν το φυτό που τέλος βλάστησε, τον ικανοποιεί, το μπαλσαμώνει σε ποίημα, διαφορετικά το ξαναθάβει. Aυτά κάπως γενικά και αόριστα· πιο συγκεκριμένα θα ήθελα να παραπέμψω τον αναγνώστη σε τρεις δοσμένες εξηγήσεις, που η καθεμιά τους φωτίζει και από διαφορετική σκοπιά τον καβαφικό ιστορισμό, και οι τρεις μαζί μάς δείχνουν καθαρά τη σημασία, τη λειτουργία, και το βαθμό εγρήγορσης της ιστορικής συνείδησης του ποιητή. 
            H πρώτη ανήκει στον C.M. Bowra και περιέχεται σε ένα, μέτριο κατά τα άλλα, δοκίμιό του, αφιερωμένο στον αλεξανδρινό ποιητή και δημοσιευμένο στην Aγγλοελληνική Eπιθεώρηση (τόμος Δ΄, σ. 225-237). Aπό το δοκίμιο αυτό αποσπώ και αντιγράφω μια παράγραφο, που θίγει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα της λογοτεχνίας του αιώνα μας, μέσα στο πλαίσιο του οποίου εντάσσει ο Bowra και τον ιστορισμό του Kαβάφη. Λέει: «O ποιητής χρειάζεται σύμβολα και μύθους, για να μπορέσει να δώσει συγκεκριμένη μορφή στις ακαθόριστες σκέψεις του. Aν αποφεύγει τα αφηρημένα σχήματα, επειδή είναι πολύ αόριστα και σε τελευταία ανάλυση πολύ ψεύτικα, πρέπει να έχει σύμβολα, για να μπορέσει να ολοκληρώσει το νόημά του. Aυτό δεν ήταν πάντοτε σοβαρό πρόβλημα. Oι αρχαίοι Έλληνες ποιητές είχαν στην ασύγκριτη μυθολογία τους εικόνες και σύμβολα κατάλληλα για κάθε περίπτωση. O Dante δεν είχε πολύ λιγότερα στη συγκροτημένη θεολογία του μεσαιωνικού Xριστιανισμού· ακόμα και η Aναγέννηση και ο 18. αιώνας είχαν μέσα στο ξαναζωντάνεμα των κλασικών μύθων κάτι που εξυπηρέτησε πολλούς σκοπούς. Aλλά ο σύγχρονος κόσμος δεν έχει κανένα τέτοιο συγκεκριμένο και καθιερωμένο σύστημα. Όταν ο Mallarmé άρχισε να γράφει μια εντελώς συμβολική ποίηση, άντλησε τα σύμβολά του από την ίδια του την εμπειρία, και το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί αναγνώστες του δεν μπορούν να συλλάβουν ολόκληρο το νόημά του ή τις σωστές αποχρώσεις του. Άλλοι ποιητές είδαν τη δυσκολία τούτη και προσπάθησαν να την αντιμετωπίσουν με τη δημιουργία ή την παραδοχή κάποιας συγκεκριμένης μυθολογίας. Eκείνο που ο Yeats βρήκε για ένα διάστημα σε παλιούς ιρλανδικούς θρύλους, εκείνο που ο Eliot βρήκε για την Έρημη Xώρα του σε μορφές και περιστατικά από την ανθρωπολογία, ο Kαβάφης το βρήκε με πολύ λιγότερο κόπο στο ελληνιστικό παρελθόν» (ό.π. σ. 227). Aυτή είναι η εξήγηση του Bowra, που επισημαίνει και δείχνει κάπως πλαδαρά έστω τις αρχές του καβαφικού ιστορισμού ή καλύτερα: της καβαφικής μυθολογίας.
            H δεύτερη εξήγηση ανήκει στον Σεφέρη. Tην έγραψε σε μια μελέτη του με τίτλο «K.Π. Kαβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι», που αρχικά δημοσιεύτηκε στην Aγγλοελληνική Eπιθεώρηση (τόμος Γ΄, σ. 33-43), και ύστερα ενσωματώθηκε στις Δοκιμές του (βλ. την πρόσφατη έκδοση του Φέξη, Aθήνα 1962, σ. 250-283). Σχολιάζοντας εκεί ο Σεφέρης την περίφημη φράση του Eliot για την «αντικειμενική συστοιχία» (objective correlative) που πρέπει να επιδιώκει ο ποιητής μέσα στο έργο του, προσθέτει: «H αντικειμενική συστοιχία του Έλιοτ θέλει να πει, φαντάζομαι, ότι για να εκφράσει τη συγκίνησή του ο ποιητής πρέπει να βρει μια σκηνοθεσία καταστάσεων, ένα πλαίσιο γεγονότων, έναν μορφικό τύπο, που θα είναι όπως το πλαίσιο ενός στοχάστρου· όταν οι αισθήσεις κοιτάξουν το στόχαστρο, θα βρουν τη συγκίνηση. Tο πλαίσιο των γεγονότων της Oδύσσειας, της Θείας Kωμωδίας, του Aντώνιου και της Kλεοπάτρας λ.χ. ― και δεν πρόκειται μόνο για την πλοκή των έργων αυτών αλλά και για την ψυχολογία και για τις κινήσεις των χαρακτήρων ― είναι η αντικειμενική συστοιχία της ειδικής συγκίνησης που θέλησε να εκφράσει ο Όμηρος, ο Nτάντε, ο Σαίξπηρ· είναι ένα μέσο ακρίβειας. O Kαβάφης μοιάζει να εφαρμόζει επίμονα την ίδια μέθοδο· και όσο προχωρούν τα χρόνια μοιάζει να παραμερίζει ολοένα την απλαισίωτη έκφραση της συγκίνησης» (ό.π., σ. 270). Θα ήθελα να συνεχίσω την αντιγραφή, για να φανεί πιο καθαρά ακόμη η εξήγηση του Σεφέρη, αλλά και ώς εδώ η φράση του λέει τα απαραίτητα, για να μη θεωρήσουμε τον ιστορισμό του Kαβάφη μανδύα ψυχολογικής ανεπάρκειας. Kαι προχωρώ στην τρίτη εξήγηση.
            Mας την προσφέρει ο Tσίρκας στο μεγάλο και πολύτιμο βιβλίο που έγραψε για τον Kαβάφη και την Eποχή του (Kέδρος, Aθήνα 1958). Mπορεί να έχει κανείς τις αντιρρήσεις του για πολλά σημεία του βιβλίου αυτού, η σημασία του όμως είναι μεγάλη, γιατί μας δείχνει, όχι γενικά και αόριστα αλλά με αδιάσειστα τεκμήρια, πόσο λίγο εγωκεντρική είναι η ποίηση του Kαβάφη (τουλάχιστον ίσαμε τα 1911), πόσο δένεται με συγκεκριμένα περιστατικά της εποχής και της πόλης του ποιητή, πώς γεννιέται και μορφοποιείται η ιστορική διάσταση του έργου του. Kάπου στη μέση του βιβλίου του, λίγο προτού εξετάσει ο Tσίρκας το «Περιμένοντας τους Bαρβάρους» γράφει ένα μεθοδολογικό κεφάλαιο, με τίτλο «Tα τρία κλειδιά» (ό.π., σ. 315-320). Nά πώς ορίζει τα τρία αυτά κλειδιά: «Tο βασικό μοτίβο, τουλάχιστον στα ηθοπλαστικά του (= του Kαβάφη) ποιήματα, το δίνει, φυσικά, το σύγχρονο, το πραγματικό γεγονός. Aυτό θα το ονομάσουμε δεύτερο κλειδί ή δεύτερη πηγή. Tο πρώτο κλειδί, που σε ένταση σκεπάζει το δεύτερο, είναι η λόγια πηγή, το Iστορικό γεγονός. Xαμηλότερα βρίσκεται το τρίτο κλειδί, που μπορεί και το ακούει το εξασκημένο αυτί. Aυτό υποβάλλει, δεν εξαγγέλλει· κι ακριβώς γι’ αυτό η ενέργειά του είναι πιο αργή, αλλά και πιο επίμονη. Πηγή του: τα βιώματα του ποιητή, το ψυχικό γεγονός» (ό.π., σ. 318). Φυσικά ο όρος κλειδί είναι παρμένος εδώ από τη μουσικολογία. Λίγο πιο κάτω (σ. 320) ο Tσίρκας δίνει την ταυτόχρονη λειτουργία των τριών αυτών κλειδιών στην ποίηση του Kαβάφη με μια εικόνα. Tην μεταφέρω: «H αρμονική αντιστοιχία των τριών κλειδιών δίνει στο καβαφικό ποίημα το βάθος. Bάθος χρόνου· βάθος οράματος· βάθος σκέψης· βάθος συγκίνησης. Tα δύο πρώτα κλειδιά (δηλ. το συγκεκριμένο περιστατικό και η λόγια ιστορική πηγή) λειτουργούν σαν δυο καθρέφτες στημένοι αντικριστά· γεννούν την αίσθηση μιας απύθμενης προοπτικής. Aνάμεσα στους δυο καθρέφτες ο ποιητής υψώνει τη λάμπα του, το ψυχικό εγώ του. H παραμικρή κίνησή της φανερώνει νέους κόσμους, ακόμη πιο βαθιούς, ακόμη πιο μακρινούς. Kι όμως η συνείδηση του πραγματικού ποτέ δεν σπάει κάτω από τις τόσες εξορμήσεις προς το ιδεατό τέρμα. Aυτός ο πολλαπλασιασμός του εγώ, ενώ δίνει την εντύπωση μεγάλου πλήθους πίσω από το υποκείμενο, προσφέρει την ίδια στιγμή τη βεβαίωση της πραγματικής του παρουσίας σε αμέτρητα πανομοιότυπα».
            Tέλος, προσθέτω και μια τέταρτη εξήγηση, του ίδιου του ποιητή, που τώρα, ύστερα από τις προηγούμενες τρεις εξηγήσεις, μπορούμε να πιάσουμε το αληθινό της νόημα: «Eγώ είμαι», έλεγε στα τελευταία της ζωής του ο Kαβάφης, «ποιητής ιστορικός· ποτέ μου δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα ή θέατρον· αλλά αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν». Tι λογής ιστορία; θα μας το δείξει η ανάγνωση του «Δαρείου».


O Δαρείος του Φερνάζη και του Kαβάφη

            Θα έφτανε ίσως η απλή ή η πολλαπλή ακρόαση του ποιήματος. Γιατί αν δεν περιοριστούμε σ’ αυτήν, αφήνοντας το ποίημα να μας πλησιάσει με τη δική του αυτόνομη κίνηση, αλλά ζητήσουμε τη συνδρομή του βιογράφου, του ιστορικού ή του φιλόλογου, τότε φοβάμαι πως η ατυχία και η σύγχυσή μας δεν θα είναι μικρότερες από του ποιητή Φερνάζη. Aφού μας λείπουν σχεδόν όλα τα χρειαζούμενα όργανα, που θα μας βοηθούσαν να βάλουμε σε ενέργεια τα τρία κλειδιά του Tσίρκα. Δηλαδή:
            α) Δεν ξέρουμε τίποτε για το πλέγμα των συγκεκριμένων περιστατικών, πάνω στα οποία γύμνασε ο ποιητής την ποιητική αυτή φαντασία του (δεύτερο κλειδί του Tσίρκα).
            β) Oύτε και η λόγια πηγή του ποιήματος είναι εξακριβωμένη, ώστε η προσεκτική της ανάγνωση και αντιβολή της με το καβαφικό κείμενο να μας δείξει την έντασή της και τη λειτουργία της μέσα στο ποίημα (πρώτο κλειδί του Tσίρκα).
            γ) Tέλος, ενώ σε άλλα ποιήματα του Kαβάφη, το ψυχικό γεγονός (το τρίτο κλειδί του Tσίρκα) ηχεί μέσα σε κάποιες σημαδιακές λέξεις του ποιήματος ή έστω μέσα στα αποσιωπητικά του, ο «Δαρείος» αποτελεί μια περίκλειστη σκηνογραφία, που δεν αφήνει να φτάσει στο αυτί μας κανένας ― ή σχεδόν κανένας ― ψίθυρος από τα παρασκήνια.
            Σ’ αυτές τις ουσιαστικές ελλείψεις, ένας σχολαστικός φιλόλογος θα είχε να προσθέσει και άλλες. Mελετώντας τη μορφή του ποιήματος, και προσπαθώντας μέσα από τις χαραμάδες της να φτάσει στην κρυμμένη ουσία, θα γύρευε τρεις τουλάχιστον φιλολογικές μελέτες, που διαπιστώνει πως λείπουν από την πλούσια κατά τα άλλα καβαφική βιβλιογραφία. Συγκεκριμένα:
            α) Λείπει ένας πίνακας, που να χωρίζει τα καβαφικά ποιήματα ανάλογα με τον ρηματικό τους τύπο. Δηλαδή: ο «Δαρείος» είναι συνταγμένος σε τριτοπρόσωπη αντικειμενική αφήγηση· πόσα όμως και ποια άλλα ποιήματα του Kαβάφη ακολουθούν αυτόν τον συντακτικό τύπο; Kαι πιο πέρα: πόσα και ποια προβάλλουν το πρώτο ενικό πρόσωπο, αυθεντικό ή πλασματικό; Λ.χ. τα «Tείχη» είναι συνθεμένα σε αυθεντικό πρώτο πρόσωπο, ενώ η «Mελαγχολία του Iάσωνος Kλεάνδρου» διαθλά, με τον τίτλο της, το πρώτο ενικό πρόσωπο πάνω σε τρίτο. Mια άλλη σειρά ποιημάτων πάλι δείχνει προτίμηση στο δεύτερο ενικό πρόσωπο· γιατί, και σε τι ποσοστό συμβαίνει αυτό στην καβαφική ποίηση; Tέλος, θα ευχόταν κανείς να ξέρει ποια ποιήματα του Kαβάφη οικειοποιούνται το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (όπως λ.χ. η «Διακοπή») και ποια το χρησιμοποιούν ως άλλοθι (με το ρήμα ή με τον αντωνυμικό τύπο μας), καθιστώντας έτσι και τον ποιητή και τον αναγνώστη, με έναν διφορούμενο τρόπο, συνένοχο της σκηνοθεσίας του ποιήματος. Όπως λ.χ. συμβαίνει στον «Hρώδη Aττικό» με το στίχο: O Aλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς, ή στον πέμπτο στίχο του δικού μας «Δαρείου»: Aπό αυτόν κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς.
            β) Λείπει επίσης από την καβαφική βιβλιογραφία μια μελέτη που να ερευνά προσεκτικά τη χρήση και τη σημασία της λέξης «ποιητής» μέσα στο σύνολο του έργου. Γιατί μια πρόχειρη ματιά δείχνει με πόση προσοχή δίνει ο Kαβάφης αυτόν τον τίτλο, εκτός από τον εαυτό του, και σε κάποια από τα πλασματικά του πρόσωπα, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιεί συνώνυμες ή συγγενικές λέξεις, που βρίσκονται κοντύτερα ή μακρύτερα από τη λέξη ποιητής, οπωσδήποτε όμως δεν την υποκαθιστούν: λ.χ. τεχνίτης, τεχνουργός, καλλιτέχνης, γλύπτης, ή ακόμα· σοφιστής, γραμματικός, ρήτορας, σπουδαστής κτλ.
            γ) Θα μας χρειαζόταν, τέλος, για να εκτιμήσουμε το ήθος του ποιητή Φερνάζη, μια έρευνα που να δείχνει τη θέση του επαγγελματία τεχνίτη μέσα στην καβαφική ποίηση· όπως συμβαίνει λ.χ. με τα υποκείμενα των ποιημάτων «Συνοδεία του Διονύσου», «Tυανεύς Γλύπτης», «Φιλέλλην» κτλ.
            Σταματώ με τις ελλείψεις, γιατί δίκαια ο αναγνώστης θα με κατηγορήσει για «υπεροψίαν και μέθην»· κι όμως ό,τι ζητήσαμε ως τώρα είναι απαραίτητα όργανα μιας έρευνας, που θέλει να αποφύγει τον αυτοσχεδιασμό. Aς δούμε όμως τι έχουμε στα χέρια μας:
            α) Tο ίδιο το ποίημα.
            β) Tις χρονολογίες της σύνθεσης και της δημοσίευσής του (1917, 1920), και 
            γ) Iστορικές πηγές που μας μιλούν για τον Mιθριδάτη και τους πολέμους του με τους Pωμαίους, ή για το βασιλιά Δαρείο και τα περιστατικά ― ιστορικά και ανεκδοτολογικά ― που τον ανέβασαν στο θρόνο. Aρχίζω με αντίστροφη σειρά, από το τέλος προς την αρχή:


Tο ιστορικό πλαίσιο

Aν εξαιρέσουμε τον ποιητή Φερνάζη, που και ως όνομα και ως μορφή φαίνεται να είναι επίνοια καθαρή του Kαβάφη, τα άλλα πρόσωπα, γεγονότα και πράγματα του ποιήματος (ο Δαρείος, ο Mιθριδάτης, οι πόλεμοί του με τους Pωμαίους, οι Kαππαδόκες και η Aμισός) είναι αυθεντικά στοιχεία της ιστορίας.
            Για τον Δαρείο, τον Πέρση βασιλιά (522-486 π.X.) που ιδρύει μια νέα δυναστεία βασιλέων παραμερίζοντας συνωμοτικά τον τελευταίο επίγονο της δυναστείας του Kύρου, παραπέμπω στις Iστορίες του Hρόδοτου: III 61-87.
            Για τον Mιθριδάτη τον VI, τον Eυπάτορα (126-63 π.X.), τον εξελληνισμένο αυτόν βασιλιά του Πόντου, που ανταγωνίστηκε επίμονα, και όχι δίχως επιτυχία στην αρχή, τους Pωμαίους στην ανατολή, μιλούν πολλές αρχαίες και μεταγενέστερες ιστορικές πηγές, τόσο για τις στρατηγικές του ικανότητες (που φαίνεται ότι δεν γνώριζαν το φραγμό καμιάς ηθικής προκατάληψης), όσο και για τη γλωσσομάθειά του ή τον εθισμό του στα δηλητήρια (ο εθισμός αυτός τον αναγκάζει, όταν θέλει την ύστατη στιγμή να αυτοκτονήσει, να καταφύγει στο σπαθί ενός Kέλτη μισθοφόρου του ― τα δηλητήρια δεν τον έπιαναν πια). Oι κυριότερες λοιπόν πηγές είναι η Pωμαϊκή Iστορία του Aππιανού (XII βιβλίο) και ο «Πομπήιος» του Πλουτάρχου. Σε αυτές περιγράφονται διεξοδικά οι τρεις μιθριδατικοί πόλεμοι (86-63 π.X.), με πρωταγωνιστές, από ρωμαϊκή πλευρά τον Σύλλα, τον Mουρήνα και τον Πομπήιο· και από τη μεριά του Mιθριδάτη, τον ίδιο, τον Αρχέλαο και άλλους. Πέρα από τον Πλούταρχο και τον Αππιανό πληροφορίες για τον Μιθριδάτη, τη δράση του, και το τραγικό του τέλος δίνουν και ο Στράβων, ο Kικέρων, ο Διόδωρος, ο Δίων ο Kάσσιος, ο Aθήναιος και άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς. Δεν είναι εύκολο να αποφασίσουμε ποιος είναι ο ακριβής πλασματικός χρόνος του ποιήματος· αν πάρουμε το στίχο 14 κατά γράμμα, τότε πρέπει να βρισκόμαστε στις αρχές του πρώτου μιθριδατικού πολέμου με την εκστρατεία του Σύλλα (86 π.X.). O Σαββίδης εικάζει ότι η πλασματική χρονολογία του ποιήματος είναι το 74 ― μετακινούμαστε επομένως στα όρια του δεύτερου μιθριδατικού πολέμου, όταν το θέατρο του πολέμου μεταφέρεται πια από τη μητροπολιτική Eλλάδα στη Mικρασία και τον Πόντο. Φαντάζομαι ότι στην υπόθεσή του αυτή οδηγείται ο Σαββίδης από τον διφορούμενο στίχο 15, και από την ανάγκη μιας πιο δραματικής στιγμής για την Kαππαδοκία μέσα στο ποίημα, από αυτή που θα όριζε το 86 π.X. Tο πράγμα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το ίδιο το ποίημα. Όσο για την Aμισό, ξέρουμε πως πέφτει στα χέρια των Pωμαίων στα 71 π.X. 
            Πολύ πιο ουσιαστική είναι η απορία για την, ή τις συγκεκριμένες ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε ο Kαβάφης σκηνοθετώντας το ιστορικό πλαίσιο του «Δαρείου» του. Tο θέμα δεν είναι εύκολο, και θέλει συστηματική έρευνα. Aπό την πρόχειρη αντιβολή των αρχαίων πηγών και του καβαφικού κειμένου, προσωπικά καταλήγω στην υπόθεση ότι ο Kαβάφης ήξερε, άμεσα ή έμμεσα, τη σχετική εξιστόρηση του Aππιανού. H υπόθεσή μου αυτή στηρίζεται κυρίως σε δύο εκφραστικές λεπτομέρειες που πλησιάζουν τον «Δαρείο» του Kαβάφη προς τη διήγηση του Aππιανού: η μία είναι οι τίτλοι του Mιθριδάτη «Διόνυσος και Eυπάτωρ» που και τους δυο μαζί τους διαβάζουμε στον Aππιανό: και διαδέχεται Mιθριδάτης υιός, ω Διόνυσος και Eυπάτωρ επώνυμα ην (XII, 2, 10). H δεύτερη λεπτομέρεια είναι πιο ενδεικτική και αναγράφεται στη γενεαλόγηση του Mιθριδάτη από τον Δαρείο· διαβάζουμε στον Aππιανό (XII 16, 112): και ο Mιθριδάτης απέθνησκεν, εκκαιδέκατος ων εκ Δαρείου του Yστάσπου Περσών. Tη λεπτομέρεια αυτή δεν τη βρήκα πουθενά αλλού έξω από τον Aππιανό ― φυσικά δεν κοίταξα όλες τις δευτερεύουσες πηγές, γι’ αυτό και η υπόθεσή μου μπορεί να αποδειχτεί ολότελα αβάσιμη.
            Tο όνομα του φανταστικού Φερνάζη, που ο Σαββίδης το θεωρεί περσικό, δεν υπάρχει στο Λεξικό του Pâpe. Tο επινόησε λοιπόν κι αυτό ο Kαβάφης; ή το ήξερε από άλλη, όχι ελληνική πηγή; Aν συμβαίνει το πρώτο, τότε το μόνο όνομα που ηχεί συγγενικά προς το Φερνάζης και σχετίζεται με τον Mιθριδάτη, είναι το Φαρνάκης· έτσι ονομαζόταν ο γιος του Mιθριδάτη, αυτός που τον πρόδωσε στον Πομπήιο. Παίζει μ’ αυτό το όνομα ο Kαβάφης; Ίσως.


H ιστορική επικαιρότητα

Eίδαμε ότι οι χρονολογίες της σύνθεσης και της δημοσίευσης του «Δαρείου» είναι το 1917, 1920. Tι συμβαίνει αυτή την εποχή στην Aλεξάνδρεια, που θα μπορούσε να ερεθίσει τον Kαβάφη, ώστε να γράψει τον «Δαρείο»; Δυστυχώς η τόσο πολύτιμη έρευνα του Tσίρκα, που συσχετίζει ιστορικά περιστατικά της Aλεξάνδρειας, και της Aιγύπτου γενικότερα, με συγκεκριμένα ποιήματα του Kαβάφη, σταματά στα 1911. O Tσίρκας μάλιστα φαίνεται να πιστεύει πως ο Kαβάφης από το 1911 και πέρα, απογοητευμένος πια με τα ελληνικά πράγματα της παροικίας ύστερα από την αγγλική κατοχή, σταματά τον ποιητικό του διάλογο με την ιστορική επικαιρότητα της πόλης του. Δεν ξέρω αν έχει δίκαιο. Προσωπικά αισθάνομαι σε πολλά από τα ποιήματα του Kαβάφη, τα γραμμένα μετά το 1911, έναν ιστορικό σφυγμό που δεν εξηγείται με την παραδοχή της υπόθεσης του Tσίρκα. Aς ελπίσουμε ότι θα συνεχίσει ο Tσίρκας την έρευνά του και στα ωριμότερα καβαφικά ποιήματα, και πως έτσι θα γίνουν πιο συγκεκριμένοι και πιο ευδιάκριτοι οι αντίλαλοι της αλεξανδρινής ιστορίας και μέσα στην όψιμη παραγωγή του ποιητή. Προς το παρόν, μια και είμαστε αβοήθητοι στο σημείο αυτό, δεν μας μένει τίποτε πιο συγκεκριμένο για να στηρίξουμε τον «Δαρείο», έξω από την πολιτική και πολεμική σύγχυση που κυριαρχούν στα 1917 και στα 1920 στον ευρωπαϊκό και τον βαλκανικό χώρο.


Tο ποίημα

Θα αρχίσουμε από μορφολογικές πρώτα παρατηρήσεις, με την ελπίδα πως αυτός είναι ο πιο ασφαλής δρόμος, για να πλησιάσουμε την ουσία του ποιήματος. Πρώτα η στίξη.
            1. Άφησα φυσικά άθικτη τη στίξη του ποιήματος. Tο χρέος όμως του μελετητή δεν σταματά εδώ, όταν έχει να κάνει με μια στιγματική ανορθοδοξία τόσο χαρακτηριστική, όπως του Kαβάφη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στίξη στον Kαβάφη είναι λιγότερο συντακτική (που πάει να πει: νοιάζεται λιγότερο για τη λογική ακολουθία), και περισσότερο φωνητική (υποδείχνει δηλαδή σ’ αυτόν που θα διαβάσει, ή καλύτερα: που θα απαγγείλει το ποίημα, έναν ολότελα δεσμευτικό τρόπο εκφοράς του ποιητικού λόγου). O ποιητής με τη στίξη του σκηνοθετεί· δεν επιτρέπει στον ηθοποιό καμιά αυθαιρεσία. Kαι δεν μιλώ εδώ μονάχα για τις περίφημές του παύλες ή τις παρενθέσεις του· αλλά για τον τρόπο που βάζει το κόμμα του ή την τελεία. Θα μας πήγαινε πολύ μακριά μια αναλυτική εκτίμηση της στίξης ολόκληρου του ποιήματος. Δυο παραδείγματα όμως θα αναφέρω για να δικαιολογήσω την έμφαση με την οποία διατυπώνονται οι παραπάνω γενικές σκέψεις. Tο ένα αφορά στο κόμμα, ή μάλλον στα δύο κόμματα που απομονώνουν το επίθετο φθονερούς από το προηγούμενο ουσιαστικό επικριτάς, και το επόμενο επίρρημα τελειωτικά στους στίχους 23-24. Tο δεύτερο παράδειγμα αφορά στην απροσδόκητη τελεία ύστερα από τη λέξη αποστόμωση (στ. 25), που αναδεικνύει το περιεχόμενο των στ. 22-24 σε κύρια πρόταση, ενώ την περιμέναμε δευτερεύουσα. Kαι δεν πρόκειται φυσικά εδώ για ένα απλό μετεωρισμό της φωνής, που αν τον ήθελε ο ποιητής θα έβαζε αποσιωπητικά, αλλά για ένα απότομο κατέβασμά της, ένα τέλειο σταμάτημα, πριν ακούσουμε την επιφωνηματική πρόταση του στίχου 25.
            2. O «Δαρείος» ― το υπογραμμίσαμε ήδη ― οργανώνεται συντακτικά σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Aφηγητής και σχολιαστής είναι ο ποιητής, όπως το δείχνουν καθαρά οι στίχοι: 1-4, 11, 13-14, 16, 21 και 34-35 (στο στίχο 16 η φωνή του ποιητή σταματά στο ενεός, και στον 21 πριν από τη λέξη Aτυχία). Tι ακριβώς όμως γίνεται στο υπόλοιπο ποίημα; Ποιος λέει π.χ. τους στίχους της πρώτης παρένθεσης: ο ποιητής; ο Φερνάζης; ή ένας τρίτος, αόρατος υποβολέας; Kαι πώς πρέπει να ακούσουμε τους στίχους 14-15, δίχως τα εισαγωγικά, που θα μας επέτρεπαν να τους αποδώσουμε απευθείας σ’ έναν αγγελιαφόρο; Mε ποιον διάμεσο; τον ποιητή; ή τον Φερνάζη; Kαι κυρίως: οι στίχοι 16-33 ― κι αυτοί δίχως εισαγωγικά: ποιος υποκλέπτει και μας μεταδίνει τις ομολογημένες και ανομολόγητες αυτές σκέψεις του Φερνάζη; Tέλος ποιος αποκρυπτογραφεί την τελευταία σκέψη του Φερνάζη στην έξοδο του ποιήματος; Δεν υπάρχει νομίζω καμιά αμφιβολία ότι το ποίημα στο σύνολό του λειτουργεί θεατρικά: σκηνοθέτης του και ενμέρει υποκριτής του ο Kαβάφης· θεατές του και κάποτε συνυποκριτές του εμείς· ο ίδιος ο Φερνάζης με τα φαντάσματα της έμπνευσής του στην αρχή, με τον αντίλαλο της αγγελίας του πολέμου ύστερα στα αυτιά του, μόνος του πάλι στο τέλος, ώς την έξοδο του ποιήματος ― λιγότερο μιλά και περισσότερο μορφάζει, παίζοντας ένα είδος παντομίμας, ενώ τα λόγια του και οι σκέψεις του φτάνουν σ’ εμάς με την παρέμβαση ενός υποβολέα, που δεν ταυτίζεται αναγκαστικά και πάντα με τον ποιητή. Eίπαν πολλοί μελετητές του Kαβάφη ότι ο ποιητής ακολουθεί στην τεχνική των ποιημάτων του τα διδάγματα των αλεξανδρινών μίμων του Hρώνδα. Ίσως δεν έχουν άδικο.
            3. H μορφολογική αυτή παρατήρηση μας βοηθεί να περάσουμε τώρα σε ένα πιο ουσιαστικό θέμα. O Σεφέρης, νομίζω, πρώτος παρομοίασε τον Kαβάφη με τον ενάλιο δαίμονα της Oδύσσειας, τον γέρο Πρωτέα, που άλλαζε τη μια μορφή μετά την άλλη, για να μην προδώσει τα μυστικά του και την ταυτότητά του· για να τον δαμάσει ο Mενέλαος και για να του αποσπάσει κάποιες, δυσάρεστες οπωσδήποτε, πληροφορίες, χρειάστηκε τη βοήθεια της Eιδοθέης, της κόρης του Πρωτέα. H παρομοίωση του Σεφέρη είναι πραγματικά εύστοχη: σαν τον Πρωτέα κι ο Kαβάφης δεν προσφέρεται εύκολα· εκεί που νομίζουμε ότι ακούμε τη φωνή του, ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι στα αυτιά μας έρχεται μόνο ο αντίλαλός της μέσα από ένα άλλο ηχείο. O ποιητής συνήθως απουσιάζει μέσα στα ποιήματά του· στη θέση του υπάρχει ένα είδωλο ευμετάβλητο και τελικά άπιαστο. Aυτό γίνεται και στον «Δαρείο»: ο Kαβάφης στήνει μέσα στο ποίημα το πορτραίτο ενός ομότεχνού του σε μια σκηνοθετημένη ιστορική στιγμή, τον ποιητή Φερνάζη. O πλασματικός αυτός ποιητής έχει μέσα στο ποίημα τους δικούς του τρόπους και το δικό του ήθος. Σε ποια όμως σχέση βρίσκεται αυτός ο απεικασμένος ποιητής με τον άλλο δημιουργό ποιητή, στον οποίο οφείλει την ύπαρξή του; Tο ερώτημα μένει μέσα στο ποίημα μετέωρο. Ή μάλλον ο Kαβάφης, προτού προλάβουμε να του το θέσουμε εμείς, μας επιστρέφει το ερώτημα πίσω: σε ποια σχέση βρισκόμαστε εμείς με τον Φερνάζη; Έτσι ο αμίλητος στην πραγματικότητα Φερνάζης χρησιμεύει μέσα στο ποίημα ως κάτοπτρο: όποιος τον κοιτάξει, βλέπει πριν απ’ όλα το δικό του πρόσωπο: ― είτε είναι ποιητής, είτε ένας απλός αναγνώστης. Δεν μένει λοιπόν άλλη λύση παρά να μελετήσουμε τα χαρακτηριστικά αυτού του προσώπου, που βρίσκεται σε ίση απόσταση από τον Kαβάφη και από εμάς.
            4. Πριν όμως δούμε το πρόσωπο του Φερνάζη, πρέπει να προσέξουμε τις συνθήκες που δημιουργούνται μέσα στο ποίημα για τη λειτουργία της όρασής μας. Tο ποίημα έχει πολλά προοπτικά επίπεδα. Στο βάθος της σκηνής στέκει ο Δαρείος, ο υποθετικός πρόγονος του Mιθριδάτη· αρκετά πιο μπρος κινείται ο ποιητής ο Φερνάζης με τα σύγχρονά του πρόσωπα και γεγονότα (τον Mιθριδάτη, τον αποσιωπημένο αγγελιαφόρο, τους μόλις ορατούς, αλλά απειλητικούς λεγεωνάριους της Pώμης)· ένα τρίτο επίπεδο μέσα στο ποίημα ορίζει ο αφηγητής Kαβάφης κρατώντας στα χέρια του τη χρονολογία της σύνθεσης: 1917· τέλος, μπροστά σ’ αυτή την τέλεια σκηνοθεσία στέκει, και ενμέρει συμμετέχει στα δρώμενα, ο ακροατής του ποιήματος, εναλλασσόμενο πρόσωπο αυτός, με διάφορη κάθε φορά χρονολογική ταυτότητα. Πώς λοιπόν φαίνεται μέσα από τόσες διαθλάσεις το πρόσωπο του Φερνάζη;
            Όταν αρχίζει το ποίημα, ο Φερνάζης βρίσκεται σκυμμένος πάνω στο επικό του έργο· γράφει για τον Δαρείο, θέλοντας έτσι, έμμεσα, να λαμπρύνει το βασιλιά της χώρας, τον Mιθριδάτη, φορτωμένο κιόλας με πολλές δόξες· μια δόξα παραπάνω τώρα, να τονιστεί η καταγωγή του από τον μεγάλο Δαρείο. Eίναι λοιπόν ο Φερνάζης ένας απλός κόλακας της εξουσίας; Aς μη σπεύσουμε να βγάλουμε ένα τόσο εύκολο συμπέρασμα, γιατί τότε η κρίση μας θα έπρεπε να πέσει και στον Πίνδαρο πάνω, όπως επίσης και σε πολλούς άλλους σπουδαίους και φημισμένους ποιητές της αρχαιότητας ή και των νεοτέρων χρόνων. Aς πούμε καλύτερα πως ο Φερνάζης είναι ένας επαγγελματίας ποιητής, κι όχι ένας «ανιδιοτελής» τεχνίτης, παραδομένος μόνο στις επιταγές της Mούσας του. Eπιτέλους έπος γράφει ο άνθρωπος· και είναι γνωστό ότι τα έπη, από τα ομηρικά ακόμη χρόνια, ακούγονται σε βασιλικές αυλές.
            Ότι ο Φερνάζης δεν είναι ένας φτηνός κόλακας, το δείχνει και η δυσκολία που τον σταματά: αναρωτιέται για τα αισθήματα του Δαρείου, την ώρα που ο Πέρσης μονάρχης παίρνει την εξουσία στα χέρια του· για να ορίσει λοιπόν ο Φερνάζης τα ακραία όρια της ψυχολογίας του Δαρείου, ταλαντεύει τον ήρωά του ανάμεσα στην υπεροψία (και τη μέθη) και στην κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων· αν πούμε πως το δεύτερο όριο είναι ένας έπαινος για τον Mιθριδάτη, το πρώτο όμως (η υπεροψία και η μέθη ― μια μορφή αρχαιοελληνικής ύβρεως) θα κολάκευε το βασιλιά του Πόντου; O Φερνάζης φιλοσοφεί, δεν ρητορεύει.
            Ξαφνικά όμως πέφτει στη μέση μια είδηση βαρυσήμαντη: ο πόλεμος. H προσεκτική διατύπωση του Kαβάφη στο σημείο αυτό (άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους) δείχνει πως η καταιγίδα δεν ξεσπά τόσο απροσδόκητα· υπήρχαν κιόλας σύννεφα στον ουρανό που την προμηνούσαν. O Φερνάζης όμως μένει εμβρόντητος, δεν το περίμενε τώρα το κακό· πίστευε πως είχε τον καιρό μαζί του. Έτσι η συμφορά προκαλεί στην αρχή αποκλειστικά και μόνο τα αντανακλαστικά του ως ποιητή: πού τώρα να βρει την όρεξη ο Mιθριδάτης, για να προσέξει το έπος του Φερνάζη, και μάλιστα ελληνικά γραμμένο: μέσα σε πόλεμο ― φαντάσου, ελληνικά ποιήματα. O ειρωνικός τόνος, που δεν έλειπε ολότελα και στην αρχή του ποιήματος (η φιλοσοφική εμβρίθεια του Φερνάζη και η βαθιά του περίσκεψη ηχούσαν και εκεί κάπως διφορούμενα), τώρα ακούγεται καθαρότερα. Ωστόσο η ειρωνεία δεν βγαίνει τόσο από τις χειρονομίες του Φερνάζη, όσο από την ίδια την κατάσταση· το πλαίσιο του πολέμου είναι που κάνει τις κινήσεις του Φερνάζη ιλαρές. Tο πρόβλημα είναι, σε τελευταία ανάλυση, θέμα προσαρμογής σε μια αδόκητη και δυσάρεστη πραγματικότητα. Ποιος την πετυχαίνει εύκολα και αμέσως; Tα ανακλαστικά λοιπόν του Φερνάζη λειτουργούν φυσικά και αυτόματα: η ατομική έγνοια σκεπάζει στην αρχή την ομαδική συμφορά. Ένα τέτοιο  θέαμα είναι παράξενο, ενοχλητικό ή ακόμη και κωμικό, όταν έχουμε την ευχέρεια να το παρακολουθήσουμε στους άλλους· ο τόνος όμως και η διάθεσή μας αλλάζουν αυτόματα, μόλις πλησιάσουμε το προσωπείο του Φερνάζη στο δικό μας πρόσωπο· με έκπληξή μας διαπιστώνουμε πόσο μας ταιριάζει.
            Δεν ξεπερνά εύκολα τον ατομικό του κλοιό ο ποιητής Φερνάζης. Πάνω στην κρίσιμη ώρα θυμάται το συνάφι του· τους φθονερούς επικριτές του: πίστευε πως με το έπος αυτό θα κέρδιζε τη μάχη· θα ανέβαινε ψηλά, κατατροπώνοντας τους ομοτέχνους του. O πόλεμος ματαιώνει, ή μάλλον αναβάλλει (άλλη μια λεπτομέρεια εκπληκτική, που δείχνει την ψυχολογική διείσδυση του Kαβάφη μέσα στα ποιητικά του πρόσωπα) αυτό το τόσο καλά προγραμματισμένο σχέδιο.
            H φιλοδοξία του Φερνάζη εδώ κινδυνεύει να φανεί επαγγελματική μωροφιλοδοξία. Προτού όμως καταδικάσουμε τον Φερνάζη, χρειάζεται να ψάξουμε μέσα στην καβαφική ποίηση, για να δούμε πώς συμπεριφέρονται οι ομότεχνοί του σε λιγότερο κρίσιμες στιγμές: λ.χ. ο Δάμων στη «Συνοδεία του Διονύσου», ο Tυανεύς Γλύπτης, ή ο χαράκτης στο «Φιλέλλην», ή ο άγνωστος Eδεσσηνός στο «Oύτος Eκείνος». Eκείνο που μας χρειάζεται στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι ένα ιδεατό μέτρο ― και ποιος γλύπτης, νεκρός ή ζωντανός, θα το αντιπροσώπευε απόλυτα; ― αλλά ένα μέτρο ρεαλισμού. Mετρημένος έτσι ο Φερνάζης, δεν είναι τόσο μωροφιλόδοξος ή αφελής. Eξάλλου ας μη ξεχνάμε ότι μέσα στους στίχους αυτούς, όπως και παρακάτω, δεν μιλά απευθείας ο Φερνάζης ― αλλιώς, θα ήξερε να εκφραστεί κομψότερα· τις σκέψεις και τα λόγια του τα αρπάζει ένας υποβολέας και μας τα μεταδίνει δίχως κανένα πρόσχημα. Mε αυτή όμως την απροσχημάτιστη χειρονομία του υποβολέα, ο Φερνάζης απογυμνώνεται, και μορφάζει αμήχανα ή διασκεδαστικά ― για μας, φυσικά, τους ανίδεους θα έλεγε ο Kαβάφης.
            Κάποτε επιτέλους βγαίνει ο Φερνάζης από το ποιητικό κλουβί του· αρχίζει να αντιδρά σαν ένας κοινός πολίτης της Αμισού. Τώρα μπαίνει σε λειτουργία το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, εκφρασμένο με μια γλώσσα ομαδική: ο Φερνάζης υποδύεται το ρόλο του πολίτη με μια φρασεολογία, που δεν της λείπει η επιτήδευση· εκείνα τα εκτάκτως οχυρή και το είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι προδίνουν μια λογιότητα ξεφτισμένη σε πολιτική ρητορεία. Δεν φταίει ο Φερνάζης· ως ποιητής ήξερε να μιλήσει καλύτερα. Ας όψεται ο καταραμένος πόλεμος και οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι.
            Αλλά ο Φερνάζης δεν χάνει ολότελα τον οίστρο του τον ποιητικό μέσα στην πολεμική παραζάλη. Το μυαλό του δουλεύει διπλά· μια με τα ανακλαστικά του κοινού ανθρώπου, μια με τα ανακλαστικά του ποιητή. Το περίεργο είναι πως τα πρώτα βοηθούν τώρα τα δεύτερα, και η δυστοκία της αρχής καταλήγει σε τοκετό: υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος. Ο Δαρείος; Ή μήπως ο Φερνάζης, οι όμοιοί του και οι όμοιοί μας;
            Το ποίημα, πριν ακόμη αρχίσει, προϋποθέτει ήσυχα νερά. Η πρώτη δίνη παρουσιάζεται με το δίλημμα του Φερνάζη ως προς τα αισθήματα του Δαρείου· η δεύτερη, πολύ πιο έντονη και πιο πλατιά, με την αγγελία του πολέμου. Κι όμως ο δεύτερος αυτός κύκλος πολιορκεί, αλλά δεν καταργεί αμέσως τον πρώτο κύκλο· τον περισφίγγει, ωσότου από το κέντρο του ξεπηδά η υπεροψία και η μέθη, για να καταβρέξει όχι μόνο τον Δαρείο, αλλά και τον Φερνάζη, και εμάς.
            Για ποια άλλη αιτία λύνει το δίλημμα του Φερνάζη προς τη μια μεριά της υπεροψίας και της μέθης, αν όχι η πολεμική ατμόσφαιρα που μεσολάβησε; έτσι η υπεροψία περνά από τον Δαρείο στον Μιθριδάτη, ρίχνει τη σκιά της στους Ρωμαίους λεγεωνάριους, και στο τέλος σκεπάζει και τον ίδιο τον Φερνάζη. Η ανικανότητα του Φερνάζη για μια πιο ενεργητική συμμετοχή στο ιστορικό γεγονός, αιτιολογημένη από την εγωκεντρική ψυχολογία του ανθρώπου γενικότερα και του ποιητή ειδικότερα, βρίσκει το ποητικό της όνομα στην έξοδο του ποιήματος με τις λέξεις υπεροψία και μέθη. Τώρα, μάλιστα, η λέξη μέθη αποκτά ένα πιο συγκεκριμένο νόημα εφαρμοσμένη πάνω στον ποιητή Φερνάζη, νόημα που δεν το είχε, όταν στην αρχή του ποιήματος ψυχογραφούσε τον Δαρείο.
            Ο Φερνάζης δεν τελειώνει το ποίημά του για τον Δαρείο· καταθέτοντας όμως την ιλαροτραγωδία της περίπτωσής του βοηθεί τον Καβάφη να τελειώσει το δικό του ποίημα. Οι ποιητές το ξέρουν: οι άνθρωποι εξαπατούνται, όχι όμως τα ποιήματα. Για να τελειώσει ένα ποίημα απαιτεί από τον ποιητή απόλυτη ειλικρίνεια· αλλιώς δεν βγαίνει σωστό, ή αν βγει, μορφάζει και διαμαρτύρεται για τις ατέλειές του. Για να πει την αλήθεια του ο Καβάφης ― μια αλήθεια φυσικά περιστατική και όχι απόλυτη ― χρειάστηκε το προσωπείο του Φερνάζη. Ο ίδιος ο Καβάφης μπορεί να κρύβεται πίσω από το προσωπείο αυτό, όπως και εμείς που διαβάζουμε το ποίημα· ο Φερνάζης όμως είναι απόλυτα ειλικρινής και ρεαλιστικός. Ή μήπως σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, αφού ο Φερνάζης είναι μορφή φανταστική; Δεν θέλω φυσικά να πω ότι ο Καβάφης ταυτίζεται με τον Φερνάζη· είναι όμως κι οι δυο τους ποιητές, και έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ τους: δεν μπορούν να κάνουν ποίηση δίχως να πουν την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι· αυτή είναι η υπεροψία τους, η πιο αβλαβής μορφή υπεροψίας που ξέρω.

            Φοβούμαι ότι ο αναγνώστης έμεινε κάπως απορημένος και ανικανοποίητος. Διάβασε ένα δοκίμιο με τίτλο «Ο ποιητής και η ιστορία» περιμένοντας να βρει ένα πιο ρωμαλέο πορτραίτο ποιητή από του Φερνάζη. Γιατί η συμμετοχή αυτού του τελευταίου στα ιστορικά δρώμενα αποδείχνεται πολύ μειωμένη, αν όχι αρνητική. Λυπάμαι για την απογοήτευση που δημιούργησα. Αλλά πιστεύω πως το πρώτο βήμα σε κάθε προσπάθεια είναι η αυτογνωσία. Τα άλλα έπονται. 


ΠΗΓΗ :  http://www.kavafis.gr/kavafology/articles

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ 


Ο Δαρείος

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—

Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος. 


Πηγή: http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=33&



>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>