Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (του Φώτη Στεργίου)


“ Η Ελλάς δεν επένθησε τον θάνατόν του. Αυτή

η ποίησις, ήτις άλλοτε δια της σθεναράς φωνής του

Βαλαωρίτου εθρήνησε τον θάνατον του Σολωμού,

ετήρησε σιγήν δια το αγνότερον των τέκνων της.

Παράδοξος τύχη ποιητού αφιερώσαντος πάσας τας

χορδάς της λύρας του εις την πατρίδα και υπέρ πάντας

λησμονηθέντος υπό της πατρίδος. “

Κ. Παλαμάς



Το   (1969) συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από το θάνατό του και δε γίνεται να μη φέρομε ευφρόσυνα στη μνήμη μας το μεγαλόστομο ποιητή των Ωδών. Τον ποιητή που τραγούδησε τον επικώτερο αγώνα της φυλής, το  21, και φιλοδόξησε το τραγούδι του να ηχήσει σαν εγερτήριο σάλπισμα, να συνεγείρει τους Έλληνες και να προκαλέσει τους θερμότερους ενθουσιασμούς, χωρίς, φυσικά και να το κατορθώσει. Γιατί το τραγούδι του, δυσκολοπλησίαστο από τους πολλούς, άγνωστο, παραμερισμένο ίσως από τους λίγους, έσβησε μέσα σε μια ατμόσφαιρα αδιαφορίας. Πράγμα που εξηγεί τον απότομο, τον ευέξαπτο, τον οργίλο και υπερήφανο χαρακτήρα του, ο οποίος εκδηλώθηκε σε πολλά περιστατικά της μυθιστορηματικής του ζωής και τον οδήγησε μαζί με άλλες ατυχίες του ως την απελπισία: 

Ναι, κόπος ανυπόφερτος 
είναι η ζωή- οι ελπίδες, 
οι φόβοι, και του κόσμου 
η χαραί και το μέλι 
σας βασανίζουν.

 *** 

Γεννημένος ο Κάλβος έξι χρόνια πριν από το Σολωμό στη Ζάκυνθο το 1792, έζησε σαν παιδί μια άχαρη ζωή και στερήθηκε και μητέρα και πατρίδα, μια και ξενιτεύτηκε από μικρός ακολουθώντας το χωρισμένο πατέρα του στο Λιβόρνο της Ιταλίας στα τέλη του 1801. Στα 1812 πέθανε ο πατέρας του και βρέθηκε στη Φλωρεντία, όπου είχε την τύχη να γνωρίσει και να συνδεθεί φιλικά με το μεγάλο ποιητή Φώσκολο. Στα 1816 ακολούθησε το Φώσκολο στην εξορία του στη Ζυρίχη και λίγο αργότερα τον συνόδευσε στο Λονδίνο, όπου τελικά (1817) φιλονίκησαν και χώρισαν. Στα 1820 ξαναβρίσκουμε τον Κάλβο πάλι στη Φλωρεντία, όπου είχε επαφές με την επαναστατική κίνηση των Καρμπονάρων. Πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να φυλακιστεί και να απελαθεί από την Φλωρεντία το 1821. Από κει κατέφυγε στη Γενεύη (1821-1824). 
Τα χρόνια που έζησε στη Γενεύη ως  ” καθηγητής γλωσσών “  αναθερμάνθηκε ο φιλελευθερισμός του, που ξεκίνησε από την Ιταλία. Μη λησμονούμε άλλωστε, ότι η δημοκρατία της Γενεύης δημιουργούσε ευνοϊκό κλίμα για την εκδήλωση των φιλελεύθερων ιδεών κατά της Ιεράς Συμμαχίας. Η κατοικία του Κάλβου ήταν στο προάστιο όπου έζησε ο Ρουσσώ, εκεί δηλαδή που οι δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες είχαν δημιουργήσει ζωντανή παράδοση. Το 1825 ο Κάλβος βρέθηκε στο Παρίσι και τον επόμενο χρόνο τέθηκε υπό επιτήρηση γιατί πρέσβευε αισθήματα ένθερμου φιλελευθερισμού.
 Στα 1826 κατέβηκε στο Ναύπλιο για να λάβει ενεργό μέρος στον Αγώνα. Στην επιστολή του προς στον στρατηγό Λαφαγιέτ, που αποτελεί τον πρόλογο της δεύτερης συλλογής του, εξηγεί ότι είναι το καθήκον που τον καλεί να προσφέρει μια καρδιά ακόμη στα όπλα των Μουσουλμάνων (Νέα Εστία, αφιέρωμα στον Κάλβο, 1960, σ. 42). Αλλά έφυγε τον ίδιο κιόλας χρόνο, απογοητευμένος από τη μη χρησιμοποίησή του από την κυβέρνηση και ίσως και από τις διχόνοιες των πολιτικών και στρατιωτικών, για την Κέρκυρα, όπου έμεινε ως το 1852, άλλοτε εργαζόμενος σε ιδιωτικό σχολείο ή αρθρογραφώντας και άλλοτε διδάσκοντας ως καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία. 
Από το 1852 έζησε για δεύτερη φορά στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λάουθ, όπου εγκαταστάθηκε με τη δεύτερη γυναίκα του (η πρώτη είχε προ πολλού πεθάνει καθώς και η κόρη του), ως το θάνατό του το 1869. Τέλος στα 1960 έγινε η μετακομιδή των οστών του στη Ζάκυνθο. Αυτό είναι το εξωτερικό, το χρονολογικό σχήμα της ζωής του Κάλβου. Ζώντας ο Κάλβος ξενιτεμένος στην Ιταλία, εξόριστος στην Ελβετία και Γαλλία και νυμφευμένος στην Αγγλία, ένιωθε πάντα σαν ξένος και διαμόρφωσε ένα κλειστό, περίεργο, φιλομοναστικό και εριστικό χαρακτήρα. Τον καημό δε της ξενιτειάς τον εκφράζει ο Κάλβος ανάγλυφα στο ποίημά του “Ο φιλόπατρις”: 

Ας μη μου δώση η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον- 
είναι γλυκύς ο θάνατος 
μόνον όταν κοιμώμεθα 
             εις την πατρίδα. 

Στη διάπλαση ωστόσο της πνευματικής προσωπικότητας του Κάλβου έπαιξε σημαντικό ρόλο το κοινωνικοπνευματικό κλίμα της Ευρώπης, που το αυλάκωναν οι ριπές των φιλελεύθερων και δημοκρατικών ιδεών της Γαλλικής Επαναστάσεως. Καθώς διαμόρφωσε φιλελεύθερη συνείδηση και μελέτησε τα κλασσικά γράμματα, (ο ίδιος μάλιστα ο Φώσκολος τον παρότρυνε ( να ασχοληθεί με επιμονή και θερμή θέληση στη μελέτη των Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων), προσανατολίστηκε στον ευρωπαϊκό ιδεαλιστικό νεοκλασσικισμό, θαύμασε την αρχαία Ελλάδα, πυρπολήθηκε από αισθήματα φιλοπατρίας και έθεσε τη λύρα του στην υπηρεσία της αναγεννωμένης πατρίδας.

                                                                                ***

 Αλλά ήταν της μοίρας του και οι Ωδές του να γνωρίσουν και να συνεχίσουν, σαν παράλληλο φαινόμενο, την περιπέτεια της ζωής του. Ώσπου ήρθε το 1888, οπότε ο Κωστής
Παλαμάς, ο συχνά διεισδυτικότατος και κριτικότατος, ανέσυρε από την αφάνεια τον Κάλβο με την περίφημη διάλεξή του στον Παρνασσό. Ιδού η αρχή της: 
“Παρήλθον έτη έκτοτε. Ενθυμούμαι ότι ηγόρασα ποτε εκ τινός παρά την Αγίαν Ειρήνην παλαιοπώλου δυο τομίδια Ελληνικών ποιημάτων. Κατά την εποχήν εκείνην ηγάπων ασυνειδήτως τους στίχους και δυο ομοιοκαταληξίαι, οποιαιδήποτε, με συνεκίνουν βαθέως. Το εν εκ των τομιδίων ήτο ο ” Οδοιπόρος “ του Π. Σούτσου. Προ πολλού ανεζήτουν το βιβλίον τούτο. Την εύρεσίν του απεδέχθην ως δώρο της θείας προνοίας και κατέβαλα προθύμως το αντίτιμον αυτού. Εξ εναντίας το άλλο τομίδιον συγκατετέθην μόνον τη επιμόνω παρακλήσει του παλαιοπώλου να φορτωθώ αντί καταβολής ευτελεστάτου τιμήματος. Επανελθών εις το μαθητικόν δωμάτιόν μου, διήλθον ολοκλήρους ώρας εν εκστάσει προ των πατριωτικών μονολόγων και των ερωτικών δυωδιών του Οδοιπόρου και της Ραλλούς. Και αφού εκορέσθην εξ αυτών, έτεινα την χείρα προς το δεύτερον βιβλίον αγνώστου εις εμέ ποιητού. Το ήνοιξα μηχανικώς και εις την σελίδα εφ΄ ής τυχαίως προσηλώθηκαν τα όμματά μου, ανέγνων, άλλοτε μεν ελκυόμενος, άλλοτε δε εκπληττόμενος τους εξής στίχους, υπό τον τίτλο “Ωκεανός “. 
 Και αφού απήγγειλε 29 από τις 37 στροφές της Ωδής, συνέχισε: “Τους στίχους τούτους, εν οίς η αρχαιοπρέπεια των εικόνων αμιλλάται προς το μέγεθος αυτών και η υπό των κυμάτων αναδυομένη Διογενής ελευθερία, παρίσταται ως η υψίστη προσωποποίησις των θαλασσίων θριάμβων του Αγώνος, μετά την “ τα κόκκαλα βγαλμένη”  Ελευθερίαν του Σολωμού, τους στίχους τούτους, πρωτοτύπως ωραίους, έγραψεν ο Ανδρέας Κάλβος ο Ζακύνθιος. Σήμερον διάφορον έχομεν αντίληψιν του εν τη ποιήσει καλού... Ο “Οδοιπόρος” του Σούτσου, παρά τον σεβασμόν, όν τρέφω προς τον ποιητήν, με κινεί σχεδόν εις μειδίαμα. Αλλά θαυμάζω τας Ωδάς του Κάλβου και τον λόγον του φαινομένου επιχειρώ να εξηγήσω σήμερον προς υμάς εν πάση ειλικρινεία ”

                                                         ***

Από τότε που ο Παλαμάς επέβαλε, μπορούμε να πούμε, τον Κάλβο στα Ελληνικά γράμματα, θεωρώντας τον άξιον της αθανασίας, το έργο του δεν έπαυσε να μελετάται και να θαυμάζεται. Με αποτέλεσμα να εδραιωθεί η μεγάλη δόξα του νέου μας Πινδάρου, να μελετηθεί εμπεριστατωμένα από εκπροσώπους της γενιάς του και να καταλάβει μία από τις πρώτες θέσεις στον Νεοελληνικό Παρνασσό. Και τούτο χάρη στο γεγονός ότι η ποίησή του, μολονότι μονότροπη, άνιση, ιδιόρρυθμη και αρχαιόπρεπη, συνιστά μια ρωμαλέα δημιουργία, χαρακτηρίζεται από υψηλούς, αυστηρούς τόνους και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. 
Αλλά αξιομνημόνευτο είναι και το εγκώμιο που αφιέρωσε στον Κάλβο ο μεγαλόστομος ποιητής του “ Αλαφροΐσκιωτου “ ο Άγγελος Σικελιανός. Να μερικοί στίχοι: 

Ω, του Πινδάρου σύνθρονος ψυχή,
συνέστιε των Θεών, 
Ανδρέα Κάλβε, 
από τη σφαίρα της καρτερίας Σου 
όθε 
σαν αετός αιώνα ολόκληρο εποπτεύεις 
τα Ελληνικά τα βάραθρα, 
   κατέβα,
κατέβα χαμηλότερα σ εμάς ωσότου 
των φτερούγων σου των Πηγάσειων καν ακούσουμε 
                      τον ρόμβον
ή όσο μόλις 
της χρησμοδότισσας φωνής Σου ν΄ αντηχήσει
η θεία κλαγγή 
στα βάθη των ψυχών μας!.. 
Αλλά ισχυρόν είταν το νάμα, είταν ο τόπος 
ψηλός πολύ, 
και λίγοι, α λίγοι, της πηγής Σου 
τον άγιο κέλαδο ενωτίστηκαν…
 ......................................................... 
κι εκεί, στ΄ ακραία του Λόγου σύνορα στημένος, 
αιώνα ολόκληρο τα βάραθρα εποπτεύεις 
τα Ελληνικά, κι απ΄ την απάτητη σκοπιά Σου 
φρουρείς ακοίμητος, 
φρουρείς και περιμένεις!

                            ***

Το έργο βέβαια του Κάλβου δεν περιλαμβάνει μόνο τις Ωδές. Περιλαμβάνει και πολλά άλλα πρωτότυπα ή μεταφράσεις και συντελέστηκε, κατά τον καθηγητή Γ. Ζώρα, μέσα σε πέντε περιόδους: 
α) Η ιταλική περίοδος ή περίοδος της πνευματικής προπαρασκευής (1811-1816). Περιλαμβάνει τα έργα: ”Ύμνος στο Ναπολέοντα”, τις τραγωδίες “Θηραμένης” και “Δαναΐδες “ *(υπάρχει κι ένα σχέδιο τραγωδίας, ο” Ιππίας“), “Ωδή εις Ιονίους”, “Σχέδιον των αρχών των γραμμάτων, εφαρμοζομένων και εις τας καλάς τέχνας “ και το δοκίμιο “Η απολογία της αυτοκτονίας “
β) Η πρώτη αγγλική περίοδος  ή (  η περίοδος των διδακτικών κειμένων και των θρησκευτικών μεταφράσεων (1816-1820), ) κατά την οποίαν ο Κάλβος έγραψε: “ Ιταλική χρηστομάθεια ,  “ Ελληνοαγγλικό λεξικό “ ,  καθώς και διάφορα άρθρα. Αναφέρομε επίσης τις διαλέξεις που έκανε και τις μεταφράσεις. 
γ) Η ελβετογαλλική περίοδος ή η περίοδος της ποιητικής ακμής (1821-1826) όπου συνέθεσε τις είκοσι Ωδές του. 
δ) Η κερκυραϊκή περίοδος ή η περίοδος των φιλοσοφικών και πολιτικών μελετών του (1826-1852). Κατ΄  αυτήν έχομε επιστημονικά συγγράμματα, δημοσιογραφικά άρθρα, θεολογική επίκριση, μελέτη για το Φώσκολο στη δημοσίευση αποσπασμάτων από το έργο του Φώσκολου , “Χάριτες “.
ε) Η δεύτερη αγγλική περίοδος ή η περίοδος των νέων θρησκευτικών μεταφράσεων (1852-1869). 
Τα έργα αυτά του Κάλβου, αν εξαιρέσουμε φυσικά τις Ωδές του, χαρακτηρίστηκαν ” ελάσσονα ”, γράφτηκαν στην ελληνική, ιταλική, αγγλική και γαλλική γλώσσα και είναι μικρότερης φιλολογικής αξίας. 
Ο Κάλβος για να συνθέσει το καθ΄ αυτό ποιητικό του έργο χρησιμοποιεί, σαν κλασσικοθρεμμένος λόγιος που ήταν, αποκομμένος από τη δημοτική παράδοση, μια και έζησε πολλά χρόνια έξω από την Ελλάδα, ένα ιδιάζον γλωσσικό συνονθύλευμα-κράμα αρχαϊζουσας και απλής νεοελληνικής. 
Η κλασσική του μόρφωση ( καλύτερα αυτομόρφωση) καθώς διαποτίζεται από την αρχαία σκέψη, προσδίδει στην ποίησή του “ αρχαϊκό “  ύφος και στη γλώσσα του τον τόνο της καθαρεύουσας. Μιας καθαρεύουσας ωστόσο με λεξιθηρικά θησαυρίσματα από την αρχαία γλώσσα και ανάμεικτης με τύπους της κοινής, πράγμα το οποίο της αφαιρεί την ψυχρότητα και την αξιοποιεί σε βαθμό που να μπορέσει να εκφράσει τη μεγάλη πράξη του ΄21 υψώνοντάς την στο χώρο της ποιήσεως. 
Από την άποψη αυτή το “ αρχαϊκό “ ύφος του Κάλβου είναι επιφανειακό. Μολονότι δηλαδή δανείζεται λέξεις από τους αρχαίους, αρέσκεται εις τους ασυναίρετους τύπους, χρησιμοποιεί περιφράσεις, αναμιγνύει φραστικούς τύπους της λογίας και της κοινής, επηρεάζεται στην εικονοπλασία του από τον Πίνδαρο ιδίως και από τον Όμηρο, πλουτίζει τις Ωδές του με σύμβολα από την αρχαία λογοτεχνία, αφήνεται στα μυθολογικά κλισέ, εν τούτοις στο βάθος της ποιήσεώς του, διακρίνομε ζωντανό το ρεύμα της δημοτικής και κάποτε τον σπασμένο, τον εξαρχαϊσμένο δεκαπεντασύλλαβο, το βασικότερο γνώρισμα της νεοελληνικής ποιητικής παραδόσεως. Να ένα παράδειγμα: 

Φαίνεται εις τον ορίζοντα / ωσάν χαράς ιδέα. 

Και καθώς οι Ωδές του είναι επηρεασμένες από την αρχαία παράδοση, εντάσσονται στην τεχνοτροπία του νεοκλασικισμού και χαρακτηρίζονται από αρχιτεκτονικότητα στο πλάσιμό τους και από μια γενική λογική ή ηθική ιδέα, που μετασχηματίζεται στα καθέκαστα της σε ποιητικές εποπτείες, γεμάτες λυρική έξαρση και πάθος. Να μερικοί από την Ωδή εις Δόξαν:

Έσφαλεν ο την δόξαν 
ονομάσας ματαίαν, 
και τον άνδρα μαινόμενον 
τον προ τοιαύτης καίοντα Θεάς 
την σμύρναν.

 Δίδει αυτή τα πτερά΄
και εις τον τραχύν, τον δύσκολον 
της Αρετής τον δρόμον 
του ανθρώπου τα γόνατα ι
δού πετάουν. 

Θερμότατον τον πόθον 
εφυτεύσας της δόξης 
εις την καρδίαν των τέκνων σου 
ώ Ελλάς, και καλείσαι 
μήτηρ ηρώων. 
…… Τρέξατε, δεύτε 
οι των Ελλήνων παίδες 
ήλθ΄ ο καιρός της δόξης΄ 
τους ευκλεείς προγόνους μας 
ας μιμηθώμεν.

Από το άλλο μέρος όμως συναντούμε και τη ρομαντική διάθεση, μια και ο ποιητής έζησε μέσα στο κλίμα του ρομαντισμού, που επηρέασε όχι μόνο το έργο του αλλά και τη ζωή του. (Μια ζωή περίεργη, ιδιάζουσα, όπως ιδιάζον είναι και το έργο του). Βέβαια ο ρομαντισμός - δηλαδή η “υπερτροφία του συναισθήματος και της φαντασίας - βρίσκεται σε αντιστοιχία με τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή, τον υπερευαίσθητο, τον απελπισμένο, που δίνει ένα δραματικό χαρακτήρα στις ωδές του και δημιουργεί μια τολμηρή ποιητική έξαρση, φτάνοντας κάποτε ως τη ρητορικότητα, την οποία μάταια προσπαθεί το αυστηρό κλασσικό ντύμα να δαμάσει. Έτσι ο ποιητής ξεκινώντας από την τυπική κλασσικιστική παιδεία της εποχής του και μπολιάζοντας στο έργο του τα ρομαντικά στοιχεία (όπως εκφράζονται π.χ. στο έργο του OSSIAN, του VOUNG, του BYRON κλπ.), προσπαθεί να συνθέσει τις ωδές του, χωρίς ωστόσο και να μπορέσει τα ετερόκλητα αυτά στοιχεία να τα συνταιριάσει απόλυτα επιτυγχάνοντας την κλασσική ισορροπία και συμμετρία. Και τούτο διότι, παρά την κλασσικότροπη καλλιτεχνική του βούληση, η ποιητική του φύση κι έκφραση παραμένουν ρομαντικές και συχνά στις ωδές του, τις κατάφορτες από αρχαίες μνήμες, σύμβολα, μύθους, την κλασσική κυριαρχία του λογικού διαδέχονται τα βίαια ρομαντικά ξεσπάσματα και οι επικές, οι τρικυμισμένες εικόνες, που υπακούουν στο παιγνίδι των αντιθέσεων, ένα από τα γνωρίσματα του ρομαντισμού. Να μερικές στροφές από την Ωδή εις Θάνατον: 

Όλην την οικουμένην 
σκεπάζουν σκοτεινά 
ήσυχα,παγωμένα, 
τα μεγάλα πτερά 
της βαθείας νύκτας. 

Από τον ουρανόν, 
όπου τα μελανόπτερα 
σύννεφα αρμενίζουν, 
το ψυχρόν της αργύριον 
ρίπτει η σελήνη. 

Μια και μόνη είναι 
η οδός, και εις τον τάφον 
φέρνει... 
Υιέ μου, πνέουσαν μ΄ είδες’ 
ο ήλιος κυκλοδίωκτος, 
ως αράχνη μ΄ εδίπλωνε και με φως και με θάνατον 
ακαταπαύστως. 

Το πνεύμα οπού μ΄ εμψύχωνε 
του Θεού ήταν φύσημα, 
και εις τον Θεόν ανέβη΄  
γη το κορμί μου, κ΄ έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον.
 ................................. 
Ώ φωνή, ώ μητέρα,
ώ των πρώτων μου χρόνων 
σταθερά παρηγόρησις΄
όμματ΄ οπού μ΄ εβρέχατε 
με γλυκά δάκρυα. 

Παρατηρούμε δηλαδή ότι άλλες ωδές βρίσκονται πλησιέστερα στο κλασσικό ιδανικό του - φυσικά όχι μόνο από εξωτερικής απόψεως, όπου η διάρθρωση γίνεται με κλασσική ισορροπία και ορθολογιστικό σχέδιο, (όπως π.χ. ο Φιλόπατρις, εις Δόξαν, εις τον Ιερόν Λόχον, εις Πάργαν κλπ.) - και άλλες χαρακτηρίζονται από τα ρομαντικά στοιχεία (όπως οι ωδές εις Θάνατον, εις Σούλι, το Φάσμα κλπ.). Κινείται λοιπόν ο Κάλβος, εδώ κι εκεί και στο προκλασσικό επίπεδο, αλλά συχνά μας δίνει, παρά τα ”ποιητικά κενά” στο έργο του την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση του κλασσικού, καθώς παρατηρεί ευστοχώτατα ο Άριστος Καμπάνης στην ιστορία του της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. 
 Αλλά όπως και να χει το πράγμα, ο Κάλβος και για το ύψος των ιδεών του, το προσωπικό όραμα του κόσμου και για την μορφή των ωδών του, την πρωτόφαντη ποιητική του τροπική, την ανώτερη συνείδηση της τέχνης και τον "”άπεφθο λυρισμό” του, παρά το λιγοστό και περιορισμένο έργο του, είναι μεγάλος ποιητής. Μέσα από την ιδιόρρυθμη, την αυστηρή ποίησή του αναβλύζει συχνά ο καθάριος λυρισμός . Η δύναμη και ο πλούτος εμπνεύσεως μαζί με τη λιτή έκφραση δημιουργούν νέο κόσμο αρμονίας απ΄ όπου αναδίνονται τρυφεροί τόνοι: 


Κι΄ όταν το εσπέριον άστρον 
ο ουρανός ανάπτη, 
και πλέωσι γέμοντα έρωτος 
και φωνών μουσικών 
         θαλάσσια ξύλα΄ 

φιλεί το ίδιον κύμα, 
οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι 
το σώμα και το στήθος 
των λαμπρών Ζακυνθίων 
άνθος παρθένων, 

Μοσχοβολάει το κλίμα σου, 
ώ φιλτάτη πατρίς μου, 
και πλουτίζει το πέλαγος 
από την μυρωδίαν 
       των χρυσών κήτρων. 
                 ( Ο Φιλόπατρις) 

Να και μια στροφή από τον Ωκεανό: 

Τα μυρισμένα χείλη 
της ημέρας φιλούσι 
το αναπαυμένον μέτωπον 
της οικουμένης... 

Στην Ωδή εις Σάμον γράφει ότι με τα χρυσά έπη του Ομήρου: 

... τα νέφη εσχίσθησαν 
και των άστρων εφάνηκε 
η αρμονία. 

                                                             *** 

Αλλά δεν γίνεται να μιλήσουμε για τον Κάλβο χωρίς να τον τοποθετήσουμε μέσα στη φλογερή ατμόσφαιρα του ΄21 , που τον εξέθρεψε. Στα είκοσι εννιά του χρόνια ξεσπάει η Επανάσταση. Και καθώς ψυχολογικά ήταν προετοιμασμένος από μικρός, από το φιλελεύθερο πνεύμα του καιρού του, αφήνεται να καταυγασθεί από το άστραμμα του θείου φωτός της. Ζει ο Κάλβος στην καρδιά του ’21 , δονείται μόνο απ΄ αυτό, ξεχνά τον εαυτό του, καταπνίγει οτιδήποτε άλλο υπάρχει μέσα του και τραγουδά την πατρίδα που ανασταίνεται. Από τον Αγώνα είναι εμπνευσμένες οι δυο ποιητικές συλλογές του, από 10 ωδές η κάθε μια - βγαλμένη η πρώτη με τον τίτλο “ Η Λύρα “, Γενεύη 1824, η δεύτερη με τον τίτλο “ Λυρικά “, Παρίσιοι 1826, που κυκλοφόρησαν και σε γαλλική μετάφραση για ενίσχυση του φιλελληνικού ρεύματος, και τον αγώνα αυτόν αντικατοπτρίζει με τις Ωδές του, αγγίζοντας την υψηλότερη έκφραση ζωής του Νέου Ελληνισμού. Σαν τον Σολωμό βρίσκεται στο ύψος του καιρού του και προσπαθεί να δώσει σάρκα ποιητική στο όραμά του της αρχαίας Ελλάδος, που ξαναγεννιέται, χρησιμοποιώντας τα γεγονότα της εποχής του ΄21. Συντελείται μέσα του η υπέρβαση του εγώ, αδιαφορεί για οποιοδήποτε άλλο αγαθό υπάρχει στη ζωή: 

΄’ Στους λυδικούς αυλούς άλλοι 
ας υμνήσουν την καλή τους! Εκείνος μόνο την Ελλάδα τραγουδά”. Ένα αγαθό υπάρχει γι΄ αυτόν: Η πατρίδα. 
Και το πατριωτικό συναίσθημα κυριαρχεί στην τέχνη του. Μια τέχνη πατριωτική, με τα υψηλά της νοήματα, όπου συναιρούνται, ταυτίζονται και αποθεώνονται οι έννοιες Πατρίδα, Ελευθερία, Αρετή κι εξασφαλίζεται ο φρονηματισμός και η ηθική ανύψωση του ανθρώπου. Είναι λοιπόν ο Κάλβος κατ΄ εξοχήν Εθνικός ποιητής. Και νιώθοντας πως η ψυχή του κελάηδησε μέσα στη μεγαλύτερη άψα του ΄21, τον πιο υψηλό της σκοπό, προτίμησε να “σωπάσει” στα 34 χρόνια του.
 Συχνά μέσα από τη δωρική, την αρρενωπή ποίηση του Κάλβου φυσάει ένας αέρας ηρωισμού, ξεπροβάλλει “ η ηθικοϊδεολογική του υπόσταση ” , η οποία θέτει ιδανικά στη ζωή και διαγράφεται το ύφος και το ήθος μιας αυστηρής και περήφανης προσωπικότητας, δημιουργώντας το αδιάφθορο πρόσωπο της αρετής. Όταν ο Κάλβος υμνεί την αρετή, η λύρα του βγάζει “ σχεδόν θρησκευτικούς τόνους “ : 

...μόνη, 
αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος, 
το καθαρόν του ουρανού αναβαίνει 
η Αρετή... 

Από την άποψη αυτή δικαιωματικά κατέχει το τίτλο του ποιητή της αρετής. Για τον Κάλβο το ΄21 δεν είναι παρά η έκρηξη, το φανέρωμα της αρετής της φυλής κι ελεύθερος δεν λογαριάζεται παρά μόνον ο ενάρετος:

Όσοι το χάλκεον χέρι 
βαρύ του φόβου αισθάνονται, 
ζυγόν δουλείας ας έχωσι΄ 
θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία. 

Το πατριωτικό του πάθος, το κυριαρχικώτερο στη ζωή του, εκδηλώνεται και υποστασιάζεται με τον αγώνα για την αρετή, την υψηλότερη και ευγενέστερη μορφή της ανθρώπινης ενέργειας: 

Ως απ΄ ένα βουνόν 
ο αετός εις άλλο 
πετάει, κι εγώ τα δύσκολα 
κρημνά της αρετής 
ούτω επιβαίνω. 

Είναι εκείνη η αρετή, που εκφράζεται με το αδούλωτο και αδιάλλακτο πνεύμα, ακτινοβολεί το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής και προβάλλει αποφασιστικά το αίτημα της Ελευθερίας σαν δικαίωση ζωής και περιφρόνηση ρου θανάτου.

Δεν με θαμβώνει πάθος 
κανένα΄ εγώ την λύραν 
κτυπάω και ολόρθος στέκομαι 
σιμά εις του μνήματός μου 
τ΄ ανοικτόν στόμα. 

Η ποίηση του Κάλβου ηχεί σαν μεγαλοπρεπής παιάνας και με την αυστηρή, την ηθική της έξαρση δημιουργεί το αίσθημα της υψηλής αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Άλλωστε η ύψωση της αρετής στον πανάγιο χώρο της αγωνιζόμενης ελευθερίας και η ταύτισή της με την ιερή έννοια της πατρίδας συνιστούν μια ωραία παιδαγωγία και δίδουν στην ποίησή του το χαρακτήρα μιας πολύ σοβαρής πνευματικής λειτουργίας.
  Ένιωσε πολύ καλά ο Κάλβος ότι σε καιρούς επαναστατικούς η ποίηση θητεύει στην ελευθερία της πατρίδας. Από την άποψη αυτή δε γίνεται να μην έχει διδακτικό χαρακτήρα η ποίησή του και να μην αναδίνει παραινετικούς τόνους: 

Της θαλάσσης καλύτερα 
φουσκωμένα τα κύματα 
να πνίξουν την πατρίδα μου 
ωσάν απελπισμένην, 
έρημον βάρκαν’ 

στην στεριάν, στα νησιά 
καλύτεραν μιαν φλόγα, 
να ιδώ παντού χυμένην, 
τρώγουσαν πόλεις, δάση, 
λαούς κι ελπίδας “

Καλύτερα, καλύτερα 
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να τρέχωσι τον κόσμον, 
με εξαπλωμένην χείρα 
ψωμοζητούντες, 

παρά προστάτες νάχωμεν. 

Με ποτέ δεν εθάμβωσαν 
πλούτη ή μεγάλα ονόματα, 
με ποτέ δεν εθάμβωσαν 
σκήπτρων ακτίνες. 
                           (Αι ευχαί).

                                ***

 Αλλά, ανεξάρτητα από αυτά, η ποίηση του Κάλβου, από την οποία αναβλύζει ο λυρισμός, ο συγκρατημένος έστω, δεν θα παύσει να συγκινεί, διότι έχει αξία καθ΄  εαυτήν, με την έννοια ότι εκφράζει ποιητικά ,  “ κάτι από την ουσία του δράματος του ανθρώπου “

 *********************************************************************************


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ.”ΑΥΓΗ 23-4-2000.”

Δεν υπάρχουν σχόλια: