Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ Χρονικός και υπερχρονικός (1798-1857) του Φώτη Στεργίου


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Χρονικός και υπερχρονικός
(1798-1857)

του Φώτη Στεργίου

Απόψεις του έργου του.
  Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Σολωμός στη συνείδηση μας είναι ο ποιητής, που με τη φωνή του μίλησε το Έθνος μας και δίκαια  θεωρείται η μεγαλύτερη ποιητική δόξα της Νεωτέρας Ελλάδος. Ωστόσο, μολονότι έχουν τόσα γραφεί για το έργο και τη ζωή του, η κεντρική αυτή μορφή των γραμμάτων μας δεν έπαψε ποτέ να μας απασχολεί, μια και η εκπληκτική δημιουργία της δεν είναι παρά μια ολόδροση πηγή πνευματικών απολαύσεων και μια συνεχής αφορμή αισθητικών και άλλων προβληματισμών.
  Βέβαια για το Σολωμό αυθεντικά και υπεύθυνα μίλησε ο Πολυλάς στ' ανυπέρβλητα και "κλασικά" πια Προλεγόμενά του και οι κατοπινοί δεν προσθέτουν πολλά πράγματα στην ανασύνθεση της μορφής του και την ερμηνεία του έργου του. Ενός έργου, που αποτελεί το θεμέλιο της νεώτερης λογοτεχνίας μας, η οποία, παρ' όλα της τα ξεστρατίσματα, δεν ήταν δυνατόν παρά ν' ακολουθήσει τελικά το δρόμο, που χάραξε ο  αρχηγός της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός. Ο οποίος, κατά τον καθηγητή Γ. Ζώρα, "γίνεται ο τηλαυγής φάρος και η πηγή, από την οποίαν αντλούν, έκαστος κατά τας ιδίας κλίσεις, ψυχικόν φως και πνευματικάς δυνάμεις. Ακολουθούν τα διδάγματα και την οδόν, την οποίαν εκείνος είχε χαράξει, καίτοι εις τινας λεπτομερείας διαφέρουν προς αυτόν ή και μεταξύ των". Τα παραπάνω αναφέρονται βέβαια στους ποιητές της Επτανήσου, οι οποίοι, ώσπου να φανεί η νέα Αθηναϊκή Σχολή με τον Κωστή Παλαμά επικεφαλής, μπορούμε να πούμε, ότι ήταν στην πραγματικότητα η νεωτέρα ελληνική ποίηση. Και καθώς παρατηρεί ο Βράιλας Αρμένης, οι επτανήσιοι ποιητές εξέφρασαν με τους στίχους των " την αλήθειαν των κοινωνικών και ατομικών γεγονότων, όσα χορηγούντα την  ύλη εις την ποίησιν αποτελούν την πνευματικήν αυτής υπόστασιν. Οι στίχοι των αυθορμήτως εξέρχονται εκ της αενάου και καθαρωτάτης πηγής της δημοτικής ποιήσεως, και ηδυνήθησαν να καταστούν ευχερές και εναρμόνιον όργανον της μετά του Ελληνικού Πολιτισμού οσημέραι αναγεννωμένης Ελληνικής Ποιήσεως¨.
   Η Επτανησιακή Σχολή με τα θεμελιακά της γνωρίσματα:
 1. τη συνείδηση της υψηλής αποστολής και της αξιοπρέπειας της τέχνης, που φθάνει ως τον ιδανισμό,
2. την ευρεία χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας,
3. την ορθά προσανατολισμένη θρησκευτικότητα,
4. τις μεταφράσεις έργων των αρχαίων και νεωτέρων κλασικών και
5. την αίσθηση της νεοελληνικής πραγματικότητας,
επέτρεψε ν' ανθίσει μια ποίηση αληθινή, με σάρκα και πνεύμα ελληνικό, βαπτισμένη στα νάματα της ανόθευτης ελληνικής παραδόσεως, ικανή να εκφράσει βαθειά και απλά " τα ωραιότερα θέματα δι' ωραιοτέρων στίχων.... εν τη ευγενεστάτη γλώσση του λαού, ως πάσα γλώσσα δι' ης ελάλησε η ποίησις", κατά τον Παλαμά.
   Αλλά όχι μόνον τα ωραία και μεγάλα θέματα, θα προσθέταμε, εκφράζει και αξιοποιεί η ποίηση. Ακόμα και τα πιο ταπεινά κι ασήμαντα πράγματα του κόσμου, καθώς εμφυσά πνοήν ζωής σ' αυτά η μαγική δύναμη του ποιητή, βλέπουμε ότι μεταπλάθονται και ευγενίζονται στο χώρο της τέχνης. Είναι η περίπτωση του Σολωμού, του ποιητή του ενός στίχου, ο οποίος, από τα πρώτα του έργα ως τις μεγάλες επικολυρικές συνθέσεις παραμένει ο αγνότερος λειτουργός της Μούσας, αλλά και ο εμπνευσμένος απόστολος της εθνικής ιδέας.

◊◊◊

   Φυσικά είναι κοινοτοπία να πούμε, οτι η νέα ελληνική ποίηση βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την επανάσταση του 21, το οποίο, ως ένα βαθμό εξέθρεψε, με τα απερίτεχνα δημοτικά τραγούδια και με την προπολεμική ποίηση, τη χωρίς αισθητική καταξίωση (όπως είναι  π.χ. τα εθνεγερτικά άσματα του Ρήγα, που μοιάζουν περισσότερο μα σαλπίσματα και κραυγές παρά με ποιήματα). Από το άλλο όμως μέρος το Εικοσιένα δε στάθηκε μόνο η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του Νέου Ελληνικού Κράτους.  Γέννησε συγχρόνως και την ηρωική, τη μεγάλη ποίηση, που ανδρώθηκε από τις φλόγες της Επαναστάσεως και τον δαυλόν του Κανάρη. Πράγμα που έκανε τον Ουγκώ να σημειώσει: Η νέα ποίηση τραγουδεί τη νέα λευτεριά.
   Από την άποψη αυτή η νέα Ελληνική ποίηση συνεχίζει την παράδοση της αρχαίας και στα περισσότερα φανερώματά της είναι "ταμείον φιλοπατρίας". Γι' αυτό έχει χαρακτήρα φρονηματικό, μια και εμπνέεται από τα μεγάλα ιδανικά της Πατρίδας και της Ελευθερίας.
   Αλλά οι πατριωτικοί στίχοι δεν συνδυάζουν πάντοτε την ποίηση με την φιλοπατρία. Στη μεγαλύτερη λογοτεχνική μας παραγωγή υπάρχει μικρή δόση αληθινής τέχνης και ελάχιστες είναι οι μεγαλόπνοες συλλήψεις, που εναρμονίζουν την ποίηση με τον πατριωτισμό.
   Το δύσκολο αυτό συνδυασμό τον επέτυχε, με απαράμιλλο τρόπο, ο Σολωμός. Ο οποίος κατενόησε ότι στην πατριωτική ποίηση η πατρίδα δεν είναι αναγκαστικά ο σκοπός και η ποίηση το μέσον. Οι δυο ιδέες ήταν μέσα του ομόλογες και συμφυείς, ανάβλυσαν από τα ψυχικά έγκατα αστραφτερές, γεμάτες ένταση και πάθος, χωρίς τίποτε το μηχανικό, το εξωτερικό, που είναι στοιχείο γνώριμο στα προϊόντα της ρομαντικής πατριωτικής στιχουργίας και της κενόλογης ρητορείας. Ο Σολωμός κατάφερε να συνδυάσει τη φιλοπατρία του με την αλήθεια και την ομορφιά. Άλλωστε ο ίδιος παρατήρησε: "Το Έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ότι είναι Αληθές".
  Ο Σολωμός βέβαια "ενσαρκώνει τρεις μεγάλες εθνοπλαστικές ιδέες: Την Πατρίδα, το Ωραίο και τη Γλώσσα".  Και καθώς συνεπαίρνεται απο το μεγαλειώδες  όραμα της πατρίδας, που αναγεννιέται, βρίσκει τη δύναμη να συναιρέσει το ηθικά και αισθητικά ωραίο με το κάλλος της δημοτικής γλώσσας. Λειτούργησε μέσα του ενστιγματικά, διαισθητικά η αλήθεια του 21 και η αλήθεια της γλώσσας και προβληματίστηκε, όσο ελάχιστοι, πάνω στη νεοελληνική πραγματικότητα. Η ποιητική μεγαλοφυΐα του τον οδήγησε  να βρει το σωστό δρόμο, που τον έδειξε στη θεωρία και την πράξη. Πράγμα , το οποίο τον κατέστησε "σημαιοφόρο του  μέλλοντος". Αναζήτησε τις γνήσιες πηγές του Νέου Ελληνισμού και αφού παραμέρισε τα νεκρά σχήματα του σχολαστικισμού, που απονεύρωναν την εθνική ψυχή, ενστερνίσθηκε τις αξίες του παρόντος και του δημοτικού τραγουδιού και δε δίστασε να υψώσει κατακόρυφα τη ζωντανή γλώσσα ως  την ¨σεμνοπρέπειαν  της τέχνης". Φυσικά δεν προσκολλήθηκε τυφλά στη χρήση των τύπων  της δημοτικής και δεν απέκλειε τα γόνιμα στοιχεία της παραδόσεως. Αλλά τους τύπους της λογίας τους κέντρωνε στον κορμό της δημοτικής και δεν αγνοούσε την ελευθερία και την  γλωσσοπλαστική ιδιότητα του τεχνίτη, που αναχωνεύει δημιουργικά τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία, το πρωτογενές υλικό, για να συνθέσει το έργο του.
   Το έργο του, ωστόσο, είναι αποτέλεσμα εσωτερικών διεργασιών, συναίρεση των επιδράσεων του περιβάλλοντος, της  παιδείας και των φυσικών διαθέσεων και καταβολών της ατομικής ψυχής και αποτελεί προσωπικό  όραμα του κόσμου. Στη διαμόρφωση και συγκρότηση της προσωπικότητας του Σολωμού, που ήταν "προικισμένη πλουσιοπάροχα από τη φύση", έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο οι σπουδές του στην Ιταλία. Μην ξεχνούμε άλλωστε, ότι για τους ευκατάστατους Επτανήσιους, όπως παρατηρεί ο Πολυλάς, "από τα ιταλικά γράμματα άρχιζε η παιδομάθεια". Δε γεννάται αμφιβολία, ότι την πνευματική του ενηλικίωση, το μέστωμα του πνεύματός του, τη συγκρότηση της πλούσιας αισθητικής του εμπειρίας καθώς και την αποκρυστάλλωση της  πίστης του στην αξία της ζωντανής γλώσσας και των εθνικών παραδόσεων, σύμφωνα με τα κηρύγματα  του Διαφωτισμού, τη χρωστάει  ο ποιητής μας στην έντονη πνευματική κίνηση της Ιταλίας και στον κύκλο των λογίων της, που βαθειά τον επηρέασαν. Εκτός από τους δασκάλους του και φίλους ( Ν. Κασιμάτης, Santo Rossi, Bellini, Butturini, Torti, Montani) σχετίσθηκε ο Σολωμός με το φημισμένο Μόντη, θαύμασε το Φώσκολο  και επηρεάστηκε απο το Μαντζόνη. Το ξετύλιγμα όμως των σπάνιων πνευματικών του δυνάμεων και ο σχηματισμός μιας αδρής, μιας ξεχωριστής προσωπικότητας  τον έφεραν σε τολμηρή κριτική στάση απέναντι στον Μόντη: " Δεν πρέπει τινάς να συλλογίζεται τόσο", του είπε ο Μόντης ερεθισμένος, ενώ ο Σολωμός ερμήνευε ενα χωρίον του Δάντη, "πρέπει να αισθάνεται, να αισθάνεται". "Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νούς - απάντησε ευθύς ο νέος ποιητής- κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ότι ο νους εσυνέλαβε"*(Πολυλάς, Προλεγόμενα).
(*Η φράση αυτή του Σολωμού νομίζουμε ότι κρύβει μια αισθητική και ερμηνευτική αρχή, που συνδέεται άλλωστε με έναν από τους "προφορικούς στοχασμούς" του, σύμφωνα με μαρτυρία του Ρεγκάλντι, πρώτο μάζωμα Γ, Βαλέτα, έκδοση περιοδικού Έρευνα, Αλεξάνδρεια 1936 σ.18: " Δι' εμέ η ποίησις είναι λογικόν μεταβεβλημένον εις εικόνας και  …… αισθήματα". Κατά τον καθηγητή Κριαρά  (Διονύσιος Σολωμός, Αθήνα 1969 σ.23) η απάντηση του Σολωμού στο Μόντη δεν αποτελεί  λογοτεχνικό δόγμα.)
  Αλλά παρ' όλες τις ιταλικές επιδράσεις και τις γερμανικές αργότερα, που , κατά τον Πολυλά, "έμελλαν να ενεργήσουν τόσον καρποφόρα εις τον ελληνικώτατον νουν του", στη συνείδηση του Σολωμού είναι πάντα ζωντανές η θρησκευτική παράδοση του τόπου και η μητρική του γλώσσα, ενώ τα δημοτικά τραγούδια και τα παιδικά βιώματα αποτελούν τα μονιμότερα συναισθηματικά στοιχεία. Γυρνώντας ο Σολωμός από τη φιλελεύθερη Ιταλία στη Ζάκυνθο (1818), "πλουτισμένος με το άνθος της ιταλικής σοφίας", κινήθηκε στο χώρο της ζωντανής ελληνικής πραγματικότητας  και έβαλε το αυτί του ν' ακούσει από το στόμα του λαού τα εθνικά τραγούδια, " τα οποία ήδη φρόντιζε να συνάξει από τα διάφορα μέρη της Ελλάδας", όπως μας πληροφορεί ο Πολυλάς. 

Φώτης Στεργίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: