Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

«ΘΗΜΗΣΗ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ» ποιητική συλλογή του Αυγερινού Μαυριώτη

Από σήμερα (2013-01-16) θα βρίσκεται στο ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ολόκληρη η ποιητική συλλογή «ΘΗΜΗΣΗ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ» του σπουδαίου ποιητή , μέλους της συντροφιάς μας στο ΠΑΤΑΡΙ     Αυγερινού Μαυριώτη .

ΘΥΜΗΣΗ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ


         Μικρή μικρή και άφθαρτη

          καλογραμμένο ποίημα

        στο περιτύλιγμα της έμπνευσης.


        Μικρή μικρή κι αέρινη

        εαρινή πνοή της θάλασσας

        στ' ανήσυχα φτερά των γλάρων

       

        Μικρή μικρή μου Παναγιά

        γλυκοφιλούσα κόρη,

        θύμηση κατεπείγουσα

        σ' ανέσυρε απ' τη σκόνη.
 


ΕΦΗΒΕΙΑ


       Το σώμα σου

        η πυγμή του

        το ρυάκι που φεύγει

        στεναγμοί ανάτασης

        ορμή λυόμενης σκέψης.

        Ανακόλουθη αύρα

        μυθικών εραστών

        ελιγμοί μέθης.

        Έφηβοι άβουλοι

        άγουροι γνώστες

        ερωτικής προπαιδείας.

        Το σώμα σου

        διαγράφει

        τη διαφάνεια του νερού.
 
 



ΗΣΟΥΝ ΜΙΚΡΗ
 
        Ήσουν μικρή να ερωτευτείς.
        Έπαιζες με τις φίλες σου πεντόβολα
        τα δώδεκά σου χρόνια.
        Στα μεταξένια σου μαλλιά σκαλώναν
        αποσταμένα τα πουλιά,
        λαλούσαν ξένοιαστα τ' αηδόνια.
 
        Μεγάλωνες κουβαλώντας
        μιαν υπόσχεση...
        που αργούσε να γίνει τραγούδι.
 
        Πικρή ανάμνηση
        Γοργόνα του Θεόφιλου ζωγραφιστή
        με φύκια εγκαρτέρησης στην κόμη,
        με κρίνα του γιαλού στα δάχτυλα,
        με μιαν υπόσχεση
        που δεν έγινε τραγούδι.
 
 
ΙΔΑΛΓΟΙ
 
        Θα γυρίσουμε τον ήλιο
        θα πλουτίσουμε στις ένθεες πηγές
        της γνώσης.
        Θα βυθιστούμε στις λευκές αγκάλες
        των κρίνων
        πεπρωμένοι εραστές του ονείρου.
        Θα καθήσουμε στα αργοβάδιστα
        κράσπεδα
        του αδέσμευτου δρόμου,
        θ' ακουμπήσουμε στα λιπόσαρκα δέντρα
        της έλπισης
        στους πελιδνούς τοίχους
        των χρωμάτων
        στις διάφανες βιτρίνες των επιθυμιών.
        Θα ελεήσουμε τους ζητιάνους.
 
 
ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ
 
        Αμφίστομο μαχαίρι αντρείας,
        βάρβαρο κέλτικο πελέκι
        ανοιγοκλείνουν πόλεμοι
        σαγόνια μυθικά απληστίας.
        Κύματα χάσκουν βλοσυρά
        ωκεάνειας οργής.
       
        Και γω να σκέφτομαι
        αφελώς,
        πώς θα περάσω ''αμαχητί''
        τις συμπληγάδες.
 
ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ
 
        Να περπάτας σε μόσχου σύννεφα
        μυροφόρα
        καταναγκασμός έρωτα
        πηγή μέθης.
        Μικρή όαση απερισκεψίας
        τρελή μυρτιά
        αμετανόητα ψυχρή
        στο βραδινό θάλπος τ' ουρανού.
 
        Στο σιωπηλό πανέρι
        των νυχτερινών κέντρων
        μικρή ανθοπώλις
        άσπρο γιασεμί της λύπης.
 
 
        ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ
 
        Δεν είναι καιρός
        για έρωτες.
        Ο νοτιάς ανεμίζει τρελά
        τις πολύχρωμες παντιέρες
        του φθινοπώρου.
        Ψιλοβρέχει.
 
        Δεν ήξερα πως ο θάνατος
        έχει τόσα χρώματα.
        Οι δρόμοι καθρεφτίζουν
        ψευδαισθήσεις.
 
 
        ΜΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ
 
        'Ηταν το παραθύρι σου
        ανοιχτό.
        Μέρα βασιλική.
 
        Στο στήθος σου
        μια δέσμη ηλιαχτίδες
        έσκυβε να περάσει
        στην ανθισμένη σου
        πλαγιά.
        Λείψανα μιας χαμένης
        άνοιξης
        στα κράσπεδα του
        φθινοπώρου.
 
        ΤΟ ΛΕΙΟ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ
 
 
        Το λείο του δέρματος
        ακαταμάχητη αίγλη της αίσθησης
        του ωραίου.
        Χαιρετισμός του ήλιου
        στην παλάμη της λευκότητας
        χρυσό φλουρί κωνσταντινάτο.
        Θάλλει η ευρωστία του ανήμερου
        πόθου.
        Θα δυνηθούμε να σ' αγγίξουμε
        παρθενική αυγή
        υπαίτιος ονείρου
        ανάκουστη κραυγή του ενστίκτου.
 
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
        Στη μικρή κάμαρά σου
        τα νεανικά σου όνειρα
        βηματίζουν νευρικά μπροστά
        στην έξοδο...
        Επείγονται να εγγραφούν
        στα μητρώα του δήμου των ονείρων.
 
        Όπως το ποίημα
        που ψάχνει απελπισμένα
        μιαν αδειανή σελίδα ανθολογίας
        να δηλώσει
        την πολύτιμη ύπαρξή του.
 
        ΧΑΘΗΚΕ
        Κι εκείνη χάθηκε
        κι ο δρόμος χάθηκε
        και τίποτα δεν είναι όπως χθες.
 
        Και το κούφιο δέντρο
        που κρύβαμε την παιδική μας
 
αφέλεια
        και τα πεθαμένα φύλλα
        που τα 'σπρωχνε ο αγέρας
        στους νοτισμένους δρόμους
        του φθινοπώρου
        και το γλυκό τραγούδι σου
        στη σιγαλιά της νύχτας.
 
        Όλα χάθηκαν.
        Και τίποτα δεν είναι όπως χθες.
 
 
ΟΙ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ*
 
        Στην άκρη μιας σταγόνας
        πρωινής δροσιάς
        πνίγηκε ο καθημερινός σου
        περίπατος.
 
        Οι δροσουλίτες περνούν
        αχάιδευτοι
        και η ομορφιά σου
        ολάνοιχτη ανεμώνα
        σκορπίζεται στον άνεμο.
 
*Δροσουλίτες: Ανθρωπόμορφες σκιές που σχηματίζονται από την πρωινή δροσιά στον ορίζοντα.
 
 
        ΜΙΚΡΟΙ ΣΤΕΝΑΓΜΟΙ
 
 
        Πόσα ουράνια τόξα
        ενώνουν τη μοίρα τους
        στην πρωινή δροσιά
        της χλόης.
 
        Μικροί στεναγμοί
        ενός εφήμερου έρωτα
        που σβήνει
        με τις πρώτες πατημασιές
        του ήλιου.
 
 
        ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΣΟΥ
 
 
        Στα μονοπάτια σου
        ανηφορίζει κλαίγοντας
        μια μαυροφορεμένη γυναίκα.
        Δε βρίσκει μνήμα
        ν' ακουμπήσει την οδύνη της.
 
        Θεριό η μεταμέλεια
        σκίζει τα σωθικά της.
        Πουθενά η άκρη που ψάχνει.
 
        Ο χρόνος σαπίζει ακίνητος
        στο ξεχασμένο κοιμητήρι.
        Τα ρολόγια σταμάτησαν.
 
 
        ΑΠΟΥΣΙΕΣ
 
 
        Φοβάμαι το γυρισμό,
        μη βρω το σπίτι άδειο
        τρέμει η ψυχή μου.
 
        Του γυρισμού το κρύο
        με τρομάζει.
        Οι απουσίες...
 
        Δε θέλω να μετρώ
        στα κούφια ηχεία του θανάτου
        φωνές που έφυγαν.
 
 
        ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
 
 
        Θα δέσουμε στις άκρες του
        το θαλασσί μαντίλι τ' ουρανού,
        θα το γεμίσουμε άστρα
        να βγούμε στο σεργιάνι.
 
        Θα φέρουμε ζυγιές βιολιά
        μοίρες τσιγγάνες
        με φωνές και ντέφια όνειρα,
        θ' ανάψουμε φωτιές στο ξάγνατο
        θα κάψουμε τις στοιχειωμένες
        γειτονιές.
 
        Θ' ανοίξουμε παράθυρα
        στη νύχτα...
 
 
        ΜΕΡΕΣ ΑΓΕΛΑΣΤΕΣ
 
 
        Μέρες αγέλαστες
        καρατομημένες βάναυσα,
        προσηλωμένες στην αδιαφορία
        της μνήμης
        ανιστόρητες
        στο ζοφερό βυθό της άγνοιας
        αναμασούν το κέλυφος
        ανούσιων γεγονότων
        μηρυκάζονται πρόστυχες αναφορές
        σε ιδιοτελείς πράξεις.
 
 
        Η ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
 
 
        Η Ανδρομάχη έφυγε
        βαρκούλα χάρτινη λευκή
        στο σιωπηλό ακρογιάλι.
 
        Σκοινιά, κατάρτια από μετάξι
        ναυτάκι γαλανό,
        άβουλο πέταγμα του γλάρου.
        Κύμα στο κύμα η θάλασσα
        τη σπρώχνει στο γιαλό,
        τη φέρνει πίσω.
 
        Στον κήπο της με τ' ασφοδίλια
        άνθισε κόκκινο γεράνι
        στη γλάστρα της υπομονής
 
 
        ΤΟ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ
 
 
        Εκείνο το φθινόπωρο
        χάθηκε ο πατέρας.
        Φτωχός άνθρωπος
        δεν είχε τίποτα να μ' αφήσει
        πάρεξ ένα παλιό μαντολίνο.
 
        Να το κουρντίσεις μου 'πε
        και να μάθεις να το παίζεις,
        ν' ακούς τη φωνή του
        και να με θυμάσαι.
 
        Α! και κάτι ακόμα.
        Στο βάθος της κουφάλας του
        είναι η ψυχή μου.
        Θα σ' ορμηνεύει.
 
 
 
        ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ ΑΝΟΧΗΣ
 
 
        Ιβίσκοι καταδρομείς κυριεύουν
        την άβουλη νεότητά σου.
        Λυγίζουν τα αισθήματα
        έφηβες λυγαριές
        σε άνυδρα ρυάκια εμπιστοσύνης.
 
        Οργισμένη ασπίδα η άρνηση
        σύμβολο γενναιότητας,
        ''επί χάρτου ανοχή''.
 
        Θα παραδώσουμε τα κάστρα
        της αντίστασης
        στην περιφερόμενη ως παλιάτσος
        κολακεία;
        Θ' αναστήσουμε εφιαλτικές μνήμες
        αδιαφάνειας;
        Θα ενδώσουμε στη βέβηλη χλεύη
        αντιεξουσιαστών;
        Θα παραδώσουμε τα όπλα αμαχητί
 
 
        ΜΑΝΑ
 
        Αμίαντη ψυχή, άβαφη.
        Λουλούδι μαδημένο,
        χλωμό αγιοκέρι μοσχομύριστο
        στάζει στης εκκλησιάς τα μάρμαρα
        δάκρυ καυτό.
 
        Κυπαρισσάκι μου γυρτό
        κορμί βασανισμένο
        ό,τι κι αν πεις βλαστάρι μου
        εγώ θα κλαίω βουβά
        και συ θ' ακούς στο μνήμα σου
        της πίκρας τ' αναφηλιτά
        τα βήματα της μάνας.
 
ΣΤΟΜΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ
 
        Στόμα της λήθης
        κόκκινη βαμμένη κουρτίνα
        των χειλιών η ηδυπάθεια
        μονάζει
        στην κρυφή μοναξιά του έρωτα.
 
        Η ασύδοτη τόλμη του λόγου
        η κρυφή γοητεία της εξομολόγησης
        εκκωφαντικές εκρήξεις
        στην ασίγαστη θάλασσα
        της ρέμβης.
 
        Εκκρεμεί η αυλαία
        το φιλί που δε δόθηκε.
 
 
        ΠΟΥΛΙΑ ΠΕΤΟΥΝ
 
        Πουλιά πετούν
        στο απομεσήμερο,
        χρώματα φτερωτά,
        ώρες πολύχρωμες οκνές.
        Του ρολογιού
        οι δείχτες που γυρίζουν
        δρομείς αποσταμένοι
        δείχνουν εσένα.
 
        Πηγές σου στέλνουν
        χαιρετίσματα
        πήδακες στο ηλιοβασίλεμα
        κόκκινες
        κίτρινες
        χρυσές κορδέλες
        τυλίγουν τα μαλλιά σου
        που ευτυχούν.
 
 
        ΑΝΑΔΡΟΜΗ
 
 
        Ο λόφος που ανεβαίναμε
        ανέμελα παιδιά
        και τρυγούσαμε τις φωλιές
        των πουλιών
        χάθηκε στην αχλή του χρόνου.
 
        Ο δρόμος έκλεισε
        δεν ανεβαίνει στην κορφή,
        τον φράζουν δέντρα ακλάδευτα
        το δάσος έρπει ύπουλα
        αφανίζει τους δρόμους.
 
        Στεναγμοί πουλιών
        άθικτες φωλιές που ασφυκτιούν
        στην ανυπόφορη ικμάδα
        του δάσους.
        Ψάχνουν τα χνάρια των παιδιών
        που έσβησε η χλόη.
 
 
        ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ
 
 
        Όπου κι αν είσαι, όπου κι αν πας
        εγώ σε σκέφτομαι.
        Στο σύννεφο το άστατο
        που αλλάζει στο λεπτό πουκάμισο,
        στο δέντρο που φυλλορροεί
        τ' άπειρα χρώματα του φθινοπώρου.
        Όπου και να 'σαι εγώ
        σε σκέφτομαι.
 
        Στήνω οδοφράγματα
        σωριάζω τις οικοσκευές μου,
        αγωνίζομαι να φράξω
        τον ολισθηρό δρόμο της λήθης.
 
 
        ΕΓΥΡΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
 
        'Εγυρε ο ουρανός
        στης γης το προσκεφάλι.
        Γονάτισεν η μέρα αποσταμένη
        στ' άχραντα πόδια του εσπερινού,
        σταυροκοπιούνται ευλαβικά
        εργάτριες χωρικές οι ώρες
        στο μακρινόν απόηχο της καμπάνας,
        πετούν τα ημερήσια μεσοφούστανα
        φορούν στον ήλιο γιορτινά
        βάφουν πορτοκαλί τη δύση.
 
 
 
 
        OTAN ΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΤΡΕΝΑ
 
        Όταν περνούν τα τρένα βιαστικά,
        τα παιδιά πετούν τις σκούφιες τους
        με αλαλαγμούς χαράς.
        Σηκώνουν ψηλά τα χέρια, χειρονομούν
        ωσάν να παρακαλούν να τα πάρουν μαζί τους.
 
        Όταν περνούν τα τρένα σφυρίζοντας,
        όνειρα τρελά
        ταξιδεύουν μαζί τους
        ωσάν πουλιά στο γαλανό ουρανό.
        Ανοιγοκλείνουν παράθυρα,
        πρόσωπα θαμπά χαιρετούν τοπία που φεύγουν.
 
        'Οταν περνούν τα τρένα βιαστικά
        στους έρημους παλιούς σταθμούς,
        γεννιούνται νοσταλγίες.
 
 
        Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
 
 
        Δεν είναι των παιδιών
        ασήμαντη η φωνή
        που φτάνει απόμακρη
        από τα περασμένα.
 
        Ωσάν ψιχάλα σιγανή
        πολυταξιδεμένη
        ξυπνάει τα στερνολούλουδα
        στου χρόνου τους μπαχτσέδες.
        Παίζει κρυφά κι αθόρυβα
        στης νοσταλγίας το δίχτυ.
 
 
 
        ΕΓΩ Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ
 
        Εγώ ο αμαρτωλός
        αθωώθηκα από μόνος.
        Έδωσα άφεση αμαρτιών
        στα ολέθρια κρίματά μου.
 
        Κάρφωσα στην παλάμη
        της ψυχής μου
        ευεργεσίες,
        μάτωσα με χοντρά καρφιά
        τ' αμετανόητα βήματά μου.
 
        Σταυρώθηκα
        στο λόφο των ζητιάνων.
 
 
        ΣΕ ΒΡΙΣΚΩ
 
 
        'Οπου και να κοιτάξω σε βρίσκω
        και το έλεός σου μ' ανταμώνει
        μεγαλόθυμο.
        Ορκίζομαι στ' όνομά σου
        όποιο και να 'ναι.
        'Οτι κι αν φοράς με γοητεύει,
        ωσάν το παραμύθι με τις μάγισσες
        που έλκει των παιδιών
        τη φαντασία
 
 
        Ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΠΟΧΟΡ
 
 
        Ο μικρός Μποχόρ ζωγράφιζε
        με κόκκινη μπογιά πεντάλφες,
        πέντε, δέκα, εκατό πεντάλφες.
        Ώς που στο τέλος το τετράδιο του
        έμοιαζε με έναστρο ουρανό.
 
        Πανευτυχής κολλούσε μια στο πέτο
        και έπαιζε αμέριμνος
        στης γειτονιάς τα ήσυχα δρομάκια.
 
        Ο μικρός Εβραίος που ζωγράφιζε
        πεντάλφες στο τετράδιο του,
        πριν απ' την καταιγίδα του πολέμου,
        πού να 'ναι, αν είναι, ο μικρός
        Μποχόρ με τις πεντάλφες.
 
 
        ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ
 
 
        Πεντάμορφη.
        Λέξη πληθωρική.
        Αισθησιακών υπονοούμενων
        σκεύος.
 
        Τ' άγουρο σώμα σου
        ακυρίευτη βίγλα
        σφραγιστή πύλη μυστηρίου.
 
        Η άνοιξη περαστική
        τινάζει τα ρόδινά της άνθη
        στα γόνατα της ήβης.
 
        Μεγάλωσες.
        Στην κολυμπήθρα του έρωτα
        βαφτίστηκες γυναίκα.
 
 
        Η ΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
 
 
        Ήχοι από μια φθαρμένη συμβίωση
        πληγώνουν ανεπανόρθωτα
        ευαισθησίες συμβατικές.
 
        Η δυναστεία της σιωπής
        φυλακίζει τη διάθεση
        σε καταπακτές κορεσμού.
        Ορθοπεταλιές από λέξεις εριστικές
        υψώνουν σημαίες έριδες,
        ανάβουν υποδόριες πυρές
        στων παριών την αλαζονεία.
 
        Ούτε ένα διάκενο ηρεμιάς
        για τον έρωτα που αδημονεί αργός
        στο λίκνο της ηδυπάθειας.
 
 
 
 
        ΟΛΩΣ ΤΥΧΑΙΑ
 
 
        Άγνωστοι μεταξύ τους.
        Κάθησαν στο ίδιο τραπέζι
        όλως τυχαία.
        Προσπάθησε να θυμηθεί.
        Μάταιος κόπος.
 
        Τα μάτια της δάκρυζαν
        σαν δυο στερεμένες πηγές,
        το στόμα της ερμητικά κλειστό
        σιωπούσε.
 
        Ερευνήτρια η προσόχη
        σύρθηκε πάνω του.
        Ανέσυρε μια παλιά σχέση,
        την ακούμπησε προσεχτικά
        πάνω στο τραπέζι,
        Ωσάν το πτώμα μικρού παιδιού
        Στο κρύο μάρμαρο νεκροτομείου.
 
        Έκανες ρυτίδες, του είπε.
        Καληνύχτα.
 
 
 
        ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ
 
 
        Ο ευδαίμων κάμπος
        τα πολύφερνα στάχυα
        Ο Αύγουστος
        το μεθυσμένο τζιτζίκι
        η τεντωμένη κλωστή
        στα παιδικά δάχτυλα
        η σκλαβιά.
 
        Το λαβωμένο τραγούδι
        κι ο ήλιος που ψήνει
        στη χρυσή γάστρα τ' ουρανού
        τον επιούσιο.
 
 
 
 
        ΜΕΡΑ EΡΗΜΙΚΗ
 
 
        Ώρες οκνές, ευπορούσες.
        Χτυπούσε του μοναστηριού
        το σήμαντρο
        μικρό καλογερόπαιδο.
 
        Μια σαύρα στην ξερολιθιά
        ωσάν μπαλσαμωμένη
        λιάζεται
        του ήλιου ερωμένη.
 
        Στην ηρεμία της την ευδαίμονη
        επενδύουν
        οι άγιοι πατέρες.
 
 
        ΥΠΑΡΧΕΙΣ
 
        Ω! τρυφερή ανάμνηση
        άσπρο γιασεμί στο γέρικο στήθος.
        Νοσταλγική μουσική
        στο ημερήσιο πεντάγραμμο
        του Ιουνίου.
 
        Θυμήσου τη νυχτερινή έλευσή σου
        κάτω απ' το φωτεινό χειροκρότημα
        των άστρων.
 
        Ξέρεις
        ο χρόνος που φωτογραφίζει
        την καθημερινή σου άνθηση
        ανελλιπώς,
        μου δείχνει των φιλιών σου
        τα φθαρμένα αρνητικά.
 
 
 
 
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
 
        1. Θύμηση κατεπείγουσα.
        2. Εφηβεία.
        3. Ήσουν μικρή.
        4. Ιδαλγοί.
        5. Συμπληγάδες.
        6. Το γιασεμί της λύπης.
        7. Δεν είναι καιρός.
        8. Μέρα βασιλική.
        9. Το λείο του δέρματος.
         10. Το ποίημα.
         11. Χάθηκε.
         12. Οι Δροσουλίτες.
         13. Μικροί στεναγμοί.
         14. Στα μονοπάτια σου.
         15. Απουσίες.
         16. Παράθυρα στη νύχτα.
         17. Μέρες αγέλαστες.
         18. Η Ανδρομάχη.
         19. Το μαντολίνο.
         20. Επί χάρτου ανοχή.
         21. Μάνα.
         22. Στόμα της λήθης.
         23. Πουλιά που αργούν.
         24. Αναδρομή.
         25. Σε σκέφτομαι.
         26. Έγυρε ο ουρανός.
         27. Όταν περνούν τα τρένα.
         28. Η φωνή των παιδιών.
         29. Εγώ ο αμαρτωλός.
         30. Σε βρίσκω.
         31. Ο μικρός Μποχόρ.
         32. Πεντάμορφη.
         33. Η έριδα των λέξεων.
         34. Όλως τυχαία.
         35. Καλοκαιρινή εικόνα.
         36. Μέρα ερημική.
         37. Υπάρχεις.
 
 




Δεν υπάρχουν σχόλια: