Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 340 μ.Χ ποίημα Κωνστανίνου Καβάφη




ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 340 μ.Χ


Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ,  ξ έ ν ο ς  π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και  π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί

απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη. 

                           _   .   _

Εδώ στο You Tube ,   https://www.youtube.com/watch?v=udwCfxTXS-I    
η Έλλη Λαμπέτη . απαγγέλλει το ποίημα   “ ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 340 μ.Χ  “




Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ποίηση Μαρίας Ορφανουδάκη - ΜΟ - Atelier of Peace - Archaia APTERA .



Ποίηση – Poetry – Maria ORFANOUDAKI M.O – Archaia APTERA

PEACE – Maria Orfanoudaki – M.O – Atelier of Peace


ΜΕΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ…

κτύπος κανείς δεν αφρουγγιέται

Μεσ’ το μυαλό σκέψη και θύμηση καμιά !

Η όραση κι αυτή έχει χαθεί

Σαν τη ματιά στραμμένη είχα συνεχώς στον Ήλιο !

 Και θαμπωμένη πλέον, ξεγελιέμαι

Από το φως του φεγγαριού

Θαρρώντας το για Ήλιο


Πως θα θελα !

Στης ηρεμίας το παιχνίδι
να ‘παιρνα μέρος
και να μπορούσα να χαρώ
στις ξεγνοιασιάς και στης γαλήνης τ’ ακρογιάλι.
Και να μπορούσα να ‘παιρνα
χαρές και λύπες τόσες,
όσες μπορεί
μονάχα μια καρδιά
και μια Ψυχή ν’ αντέξει.

Πως θα ‘θελα !
την αδυναμία της δύναμής μου
να ‘κανα δύναμη
και να ξαλάφρωνα
μοιράζοντας τις Καρδιές μου.
Για να κρατήσω μόνο μια !
για ν’ Αγαπώ και να πονώ
σαν μια Kαρδιά
σαν μια Ψυχή
Μονάχα !



Ανήμπορη καρδιά

Πώς να βαστάξει
πώς να ‘βρει του λυτρωμού τη λύση που πασχίζει
να κάμει πήδημα, σάλτο γερό και Νάβη
απ’ του πετσιού τα τρίσβαθα τ’ ασήκωτο το βάρος.

Να μπόριε ν’ αδιαφορήσει αν ήξερε,
το τέλος που την πρόσμενε,
αφού κορμί δεν την ορίζει
και να ‘κανε σε μια στιγμή σε
σε μια στιγμή μονάχα !
όσα δεν θα κατάφερναν,
χίλιες καρδιές σε μύριες ζωές να κάμουν

Να πιάσει της ζωής το χαλινάρι
να την τραντάξει δυνατά
και να της δείξει εκείνη
ποιο δρόμο να τραβήξει.

Κι αν έβρη απ’ τη ζωή αδιαφορία στ’ άκουσμά της,
Tι μ’ αυτό!
Να μην διατάξει ούτε στιγμή
και να τραβήξει μόνη της
μόνη της πια!
λευτερωμένη απ’ του κορμιού
τις περιπλανήσεις, που μέχρι τώρα είχε.



Στα μάτια
του μωρού παιδιού
βλέπω την Ειρήνη !

Στο κελάηδισμα του σπουργιτιού
ακούω την Ειρήνη !

Στο άρωμα του γιασεμιού
οσφραίνομαι την Ειρήνη !

Στον θόλο τα ουρανίσκου μου
γεύομαι την Ειρήνη !

Στα ακροδάχτυλα μου
αισθάνομαι την Ειρήνη !

Στους χτύπους της καρδιάς μου
Αφουγκράζομαι την Ειρήνη !



Από τη φλόγα του κορμιού

Το ίδιο το κορμί
να κάψω θα θελα
και ν’ απομείνει μονάχα
μιας σπίθας φλόγα.
Για να πλανάται εδώ κι εκεί . . . .
κοντά σ’ αυτούς
που μέχρι τώρα είχα αγαπήσει
τη ζεστασιά
απ’ τα’ ανύπαρκτο, πυρακτωμένο
σώμα μου να νοιώθουν

Kι αν δω πως ζεστασιά
ξένου κορμιού ζητούν !
H σπίθα
H σπίθα φλόγας
μόνο μιας!
να γίνει λάβα και φλόγα μανιασμένη.
Και να θεριεύει πιότερο
απ’ τους αναστεναγμούς
των πόνων τους.


Η διαφορά 
Του ελεύθερου πουλιού 
Από τον ελεύθερο άνθρωπο…
Είναι 
Πως εκείνο τα φτερά τα ’χει στη ράχη 
Ενώ ο άνθρωπος τα ’χει στο Πνεύμα 



ΑΡΜΑΘΙΑΣΑ ΚΑΡΔΙΕΣ …

Από χωράφι
Που το χα εγώ σπαρμένο

Μόνο μ’ αυτές !
Αρμάθιασα καρδιές από χωράφι

Που το χα εγώ σπαρμένο
Με σπόρο καρδιάς
Που μου χε περισσέψει.



Ετούτη τη στιγμή

μονάχα δύναμη καρδιάς μ’ έχει συνεπαρμένη
συντρίμμια το κορμί μπορώ να κάμω
να μη φοβούμαι
μελλούμενου θανάτου λειτουργια.

Ετούτη τη στιγμή
κορμί γεμάτο από καρδιές υπάρχει.

Χάρος κι αν έρθει τι μ’ αυτό!

ξεγελασμένος θα βγει..
Αφού κορμί με μια καρδιά θα ζήταγε να πάρει !


– Μ.Ο – 1966



Ανήμπορε !

της γέννησις το θάνατο γυρεύεις

γιατί το θάρρος σου ‘λειψε

χώρο καρδιάς μεσ’ την καρδιά σου να ‘βρεις.

Γεννήθηκες θεριό !και μέσα σου θεριό να θρέψεις θα ‘θελες

αλλά φοβάσαι  μη χαθείς εσύ !σαν δυνατότερο από σένα έβγη.

 Λυπάσαι, αγριεύεις με καρδιά θεριού

γιατί αυτή η λεία που σου δίνουν δεν σε φτάνει

γρυλλίζεις και το γρύλλισμά σου δεν τ’ ακούν

μονάχα εσύ.!

 Γι’ αυτό πολλές φορές στο κούρνιασμα τη λύση σου γυρεύεις

Μα τούτες τις στιγμές ! ζητάς και θα ‘θελες

μαστίγωμα, ερέθισμα γερό και να ‘βγεις .

 Λογική καρδιά να μην υπειρχαν

για να κατασπάραζες όλους αυτούς !

που τόσα χρόνια σ’ είχαν κουλουριασμένο

σε γη μιας σπιθαμής.




Ανύψωσα Τ’ ανάστημα

Πιο πάνω και από τον ΗΛΙΟ !
Ανύψωσα τ’ ανάστημα κι ανέβηκα
Πιο πάνω και από το ΦΩΣ του

Αφού ασήμαντο ναι κι εγώ να περιμένω
ΗΛΙΟΥ Φως
Που τόσους και τόσους έχει φωτίσει
Η δύναμη του έχει χαθεί
Γι αυτό ΖΗΤΩ !
Ένα καινούργιο ΗΛΙΟ !
Ένα καινούργιο ΦΩΣ !




Ήχους πρωτάκουστους

μεσ’ την ψυχή κρυμμένους είχα

και τώρα δα, που η στιγμή

που τόσα χρόνια νοσταλγούσα είχε φτάσει

τις πόρτες της ψυχήςδιάπλατα ν’ ανοίξω

Αυτές έχουν σκουριάσει απ’ την πολυκαιρία…..

Κι οι μελωδίες κι ευγένειες

που τόσα χρόνια ευλαβικά κρατούσα

εχάθηκαν και δεν ακούστηκαν

Παρά μόνο!

Τρiξίματα……




ΘΑΡΡΩ ΠΩΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ…

Αλληλοσπαράζονται

Καρδιά, ψυχή και νους.

Αν κι έχω την απαίτηση
Καθένα με τη σειρά του να δίνει διαταγές.

Μα να που δεν μπορώ
Να τους επιβληθώ
Όλα μαζί, διαταγές να δίνουν θέλουν.

Τότες δα, Ζητώ!
Να θρονιαστούν σε μια γωνιά
Και να μ΄ αφήσουν ήσυχη.

Όμως !την συμβουλή μου αν άκουγαν
Δεν ξεγελιέμαι.
Πως πρώτη εγώ με τη σειρά μου
Αιτία θα τους έδινα για να ξαναπιαστούνε




Τη Σταύρωση

τη Σταύρωση κορμιού Ζητω!
να λυτρωθώ
να μην χαθώ
από σπατάλη χρόνου άσκοπη
σαν γίνεται απ’ το κορμί κι απ’ την καρδιά
γυρεύοντας στιγμές χαράς.

Η λογική 
Τι λογική;
αφού κι αυτή ξοπίσω τρέχει
με δικαιολογίας πρόφαση,
πως πρέπει αυτή να βλέπει για να κρίνει
και να ζητά από μένανε ανάλογη τιμωρία.

Κι αυτή λοιπόν 
στο βάθος κοροϊδεύει
αφού το ξέρει
πως μόνη…
μόνη μ’ έχουνε αφημένη.

Και πως; Με τι;
απόφαση, συμπέρασμα να βγάλω.

Χωρίς κορμί! 
Χωρίς καρδιά! 
Χωρίς μυαλό!



ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΟΓΑ  ΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ…

Το ίδιο το κορμί
να κάψω θα θελα
και ν’ απομείνει μονάχα
μιας σπίθας φλόγα.
Για να πλανάται εδώ κι εκεί . . . .
κοντά σ’ αυτούς
που μέχρι τώρα είχα αγαπήσει
τη ζεστασιά
απ’ τα’ ανύπαρκτο, πυρακτωμένο
σώμα μου να νοιώθουν

Kι αν δω πως ζεστασιά
ξένου κορμιού ζητούν !
H σπίθα
H σπίθα φλόγας
μόνο μιας!
να γίνει λάβα και φλόγα μανιασμένη.
Και να θεριεύει πιότερο
απ’ τους αναστεναγμούς
των πόνων τους.



Τα σωθικά μου επιθυμία τρώει !

Δρόμο ν’ ακολουθήσω απάτητο
Και να ‘μια εγώ η πρώτη που θα περάσει
Τ’ αχνάρια μου άλλοι να βρουν
Για να τ’ ακολουθήσουν.

Χαμού κίνδυνος
Το ξέρω πως υπάρχει
Μα κάλλιο για μένα ο χαμός
Παρά ν’ ακολουθήσω
Αχνάρια που ‘χουν αφήσει άλλοι.

Ψευτιά μη πεις 
πως στην ψυχή σου μέσα
υπάρχει μόνο φως.

Θάρρος αν είχες 
θ’ άκουγες κατάρες που ξεστόμιζε
για κείνους
που δεν αστόλισαν με δάφνες
το πέρασμά της.

Ψευτιά, μη πεις ! πως Aγαπάς
αφού χώρος καρδιάς
μικρός υπάρχει
και να χωρέσει δεν μπορεί
όλες αυτές π’ ορέγονται αγάπη!



Στη μέση έζωσα , μαχαίρια δίκοπα

Στο στήθος άναψα φωτιές !
Φίδια περιμάζωξα
Kαι τα έκανα κοτσίδες
Για μάτια , έμπηξα δυο χούφτες αστροπελέκια

Και τη ποδιά μου γέμισα !
Μ ελπίδες , όνειρα , Αλήθειες και Πιστεύω !




PEACE – Maria Orfanoudaki – M.O – Atelier of Peace
 Περισσότερα για την Μαρία Ορφανουδάκη - ΜΟ - και το έργο της 

ΕΔΩ :   http://www.mariaorfanoudaki.gr/new/  και 
ΕΔΩ :  http://www.mariaorfanoudaki.gr/new/?p=3627  

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Ο Θανάσης Πάνου διάλεξε Ποιήματα του και Ποιητές .

Ο Θανάσης Πάνου διάλεξε Ποιήματα του και Ποιητές για εσάς .



  1.                  του   Θανάση ΠΑΝΟΥ 
        

Ο ΡΟΖΟΣ   

Είχα κάποτε έναν ρόζο στο χέρι τόσο μεγάλο σαν άλλο δάχτυλο. Κι αυτός , φουσκωμένος κηφήνας με προέλευση άγνωστη ήξερε μόνο να διώχνει τις γυναίκες από το άγγιγμά μου. Κρύωνα κάθε πρωί που έπλενα το πρόσωπό μου , όχι από το νερό παρά για τα δόντια του που κάγχαζαν με γρατζουνιές στο δέρμα μου. Μια μέρα τον ξερίζωσα , ναι, με πόνο και κραυγές και αίμα ποτάμι, και σα μεγάλο δένδρο έπεσε ξεσχίζοντας την σάρκα , φίδι που μόλις βγήκε από το αυγό σφυρίζοντας για γάλα. Και ο ρόζος σχεδόν άγουρος καρπός στο πάτωμα μου φυτρώνει από τότε με υπομονή το σπίτι μου να δρέψει, το καύκαλο της πλάτης μου, στις ρίζες της οικείας μου. διαρκούσης της ζωής.



ΔΥΟ ΧΩΡΕΣ  ΕΝΤΟΣ

Και λένε οι γεροντότεροι , πως είναι μια χώρα εντός,
που τα παιδιά της δεν ψηλώνουν πια,
χλωμά πόρνα παιδιά , με διασταλτά ρουθούνια
και  με ανάσα που βρωμά κοπριά.
Ομοιόμορφα παιδιά, με αίμα θολό και κολασμένο
και με σβησμένους  κεραυνούς μες  τα μικρά τους σκέλη.
Μυριάδες τέτοια παιδιά κινούνται βασανιστικά εντός μου
σκέψεις ασυντέλεστες ,παιδιά ασύλληπτα , στην χώρα που με έπλασε,
κακοφορμισμένα άσχημα με  γιατρεμό κανένα.
Κι όταν  με πορφυρά φιλήματα και αγάπη τα μελίζω
με Αλαργινά χαμόγελα στα άγρια πρόσωπά τους
με σπρώχνουν στα κατάβαθα ,αγρίμια  σαλιάρικα δειλά ,
χωρίς ψυχή να κατοικούν στις σκοτεινές εντός  γωνίες.
Τι να τα θες,
είμαι παιδί  , και εγώ όπως  και εσύ ,
γεννήτορα δειλού  Λατίνου,
που  πελεκούσε την κάθε πορεία πονηρά,
λαξεύοντας το αύριο ,
τόσες φορές με αρμαθιές λαθών ,
κρίσεων νωθρών  και ακάθαρτων
και  επιδρομές αποβολών  στο σώμα της ιστορίας.
Και κάθε ίδιο λάξευμα πάνω στα παλούκια
συρρικνωμένους νέους Τειρεσίες γένναγε ,
παιδιά αγρίμια άνοα ,
που όλο τα μαύρα προμαντεύουν
και καρφωμένο με χτυπούν
πάνω στης χώρας  τα εντός ,
βαριά  αρχέγονα δοκάρια.
Και λένε οι γεροντότεροι,
πως είναι και μια άλλη χώρα εντός,
εν μέσω πλήθους και τιμητικής φρουράς
παιδιών γυμνών και αμόλυντων ,
ισάδελφη ποιητική πατρίδα ,
φως κάθε ερέβους με το δικό της


ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ


Γνωριστήκαμε στα παιδικά μου όνειρα και περπατάμε ολόκληρη ζωή παρέα. Πολλές φορές με άγριες φωνές ανένδοτα τον δρόμο περισφίγγουν  Άλλοτε πάλι όταν φορώ σαν κοπελιά τα γιορτινά μου κοντανασαίνουν μέσα μου ποτίζοντας με δάκρυα την ρίζα της καρδιάς μου.    
 Κι όσο η ζωή κι αν προσπερνά τα τραύματα με ιαχές λογχεύουν τη ματιά μου, άγρια μαλλιά που ξετρυπώνουν σαν οχιές και με οικειότητα με αγκαλιάζουν. Κι όταν δεν νοιώθω το κορμί για να με ντύσουν, μόνα και γυμνά σαν ένα καπέλο μαύρο κι’ άραχνο  στέκουν απόμακρα απρόσωπα και ακέφαλα.  
 Κι όταν Στιγμές – στιγμές παραχωρώ την σκέψη μου κρύβονται περίτεχνα σπέρνοντας πικρά φιλιά και θεραπεύουν τις πληγές μου.


Όμοια  εχθρών μελανιές και φίλων
Σκουριασμένες σφαίρες,
Πίσσα και  μολύβι.



Η ΑΝΗΦΟΡΑ


Κάθε λογής ανηφόρα είναι πάντα η μία όψη, γιατί από τη ζωή προέρχεται και η ζωή κάθε άλλο παρά επίπεδη είναι. 
Όλοι μας εκστομίσαμε βογγητά και ύβρεις στη κάθε ανάβαση  μα πάντα η ανταλλαγή με τη κατηφόρα  αποζημιώνει  την προσμονή. 
Το κάθε ταξίδι προσμένει, άλλωστε, αυτή την ανταλλαγή.
 Η πιο διάσημη ανηφόρα είναι αυτή του έρωτα ,η πιο πολύπλοκη ανεξερεύνητη και  με την πιο ενδιαφέρουσα διαδρομή .
Για άλλους είναι  μια μόνιμη ανάβαση αυτή η διαδρομή  και για πολλούς μια  διαδρομή χωρίς ανηφόρα  με μόνιμη κατηφόρα κατευθείαν σε ανοιχτά σκέλια , χάνοντας την ελπίδα της κορυφής , που η κάθε ανάβαση κατακτά με ιδρώτα για να φτάσει ο ορειβάτης εντέλει, στην ποθητή κορύφωση.


Σερνόταν μέσα στους ήχους των χοίρων ,
πίσω από το παλιό σχολείο της πόλης,
εκεί που η νύχτα είναι ακόμη πιο θεόρατη.
Στο τέλος της ,                                                                                                                           ξάπλωσε καταγής  και  προσποιήθηκε πως ήταν νεκρή.
Τίποτα, κανένα αποτέλεσμα.
Μόνιμα γαντζωμένη στην κάθε ανάσα της η θλίψη,
δεν εγκατέλειπε τα γεμάτα με πολύχρωμα χάπια                                                                         σωθικά της.       
   Αύριο ,                                                                                                                                                μια σφαίρα στο κεφάλι   
ή ένας γκρεμός ίσως…



ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ

Αλλόκοτος από ψηλά, όταν κλαίει ο αγέρας,
Βρέφος υπερβολικά ατάραχο, μάλλον ορφανό,
και κάτω στη γη οι άνθρωποι ,
υποκείμενοι σε ένα είδος ανάτασης,
πάνω στο δακρυσμένο της γης σώμα,
στα γόνατα πεσμένοι τον λατρεύουνε,
όπως της θάλασσας τα κύματα
τα ταξιδιάρικα παιδιά του,
όπως η φουρτουνιασμένη θάλασσα
που υπαγορεύει το δακρυσμένο του  παράπονο
με την πιο  άγρια μελωδία.
Και η Παρθένος,
περιστοιχισμένη από αγγέλους
που αενάως περιστρέφονται,
καλεί , τα πρόσωπά μας να σκουπίσει
με το νοτισμένο  μαντίλι  από τα δάκρυα του αγέρα,
ολάκεροι ένα  σώμα ,
μια αλληλουχία σημαδεμένη
από τη λύτρωση της γέννησης και της ζωής
και όταν τα δάκρυα του στερεύουν
και  από του θανάτου  την αποκαθήλωση .


2  .              της     ΛΟΥΚΙΑΣ  ΠΛΥΤΑ



ΠΝΕΥΜΑ

Σαν περπατήσεις την αυγή
στα άσπρα του Παρθενώνα μάτια
κρυμμένα αρχέτυπα θα ιδείς
όλου του κόσμου γράμματα, αριθμούς
μαλάματα κατάρτια.

Ανεμισμένα από δώδεκα
ολόχρυσα δόρατα Θεών
ολούθε να διαχέουν
από τα σπλάχνα του ήχου της σιωπής
σπέρμα πνεύματος ψυχής, γαλάζια.

Κάθε έθνος, κάθε φυλή, έχει τα υπέρ και τα κατά της.
Ουδέποτε όμως λαός όπως η Ελληνική φυλή προσέφερε στην ανθρωπότητα περισσότερα.
Η Παγκόσμια ανάπτυξη, σε όλους τους τομείς, βασίζεται στην γνώση που πρόσφεραν οι Έλληνες.
Η εκτίμηση ανά τον κόσμο και ανά τα Έθνη της προσφοράς του Ελληνικού Πνεύματος, οφείλει να είναι η απάντηση της επιλογής και διαδρομής που θα ακολουθήσει.
Η Παγκόσμια Ειρήνη ας εκφραστεί μέσα από την σπουδαία πράξη, επιστροφής των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα.
Ο Παρθενώνας κρούει τα κύμβαλα ζητώντας την επιστροφή των κομματιών του.
Η Παγκόσμια Ειρήνη ας εκφραστεί με την επιστροφή στη βάση, όλων όσων της ανήκουν, ώστε να μπορεί να υπάρχει ανοδική συνέχεια στο ανθρώπινο είδος.
Η Παγκόσμια Ειρήνη χρειάζεται σταθερή απόφαση.
Ας επικρατήσει η ανώτερη οκτάβα της Ανθρώπινης υπόστασης, αποδεικνύοντας όλοι σε όλους, ότι είμαστε ικανοί να προσφέρουμε Δικαιοσύνη και Αλήθεια, έξω από κάθε εγωιστική συμπεριφορά.
Είναι καιρός η Ελλάδα και οι Έλληνες να πληρωθούν για την Παγκόσμια προσφορά τους.
(απόσπασμα από το προς έκδοση (σε λίγες ημέρες) βιβλίο μου, ΚΥΜΒΑΛΑ).


ΠΑΡΑΓΩΓΑ

Κάποτε, όταν μικρός περπατούσα
πάνω στα χώματα της γής
ξαπόστειλαν οι ιερείς
τρείς τρίαινες
και η ορφάνια σίγησε για μια στιγμή
από τα περίχωρα της ανθρώπινης ψυχής.
Ισα για να αντέξει λέξη προς λέξη
ζυγίζοντας το ανυπόφορο, να θυμηθεί
τι χρώμα έχει το ψωμί και η σάρκα αντιγύρισες
και έτσι με εσένα αντίβαρο στο μέσα μου
άνοιξα παρένθεση
νεοσύστατης αριθμητικής πράξης.
-Βαλτόχορτο αράδα συνοδοιπόρε
τρέχει στα κακοτράχαλα και έντεχνα μας καλεί
μα δείξε μου, απαίτησα
που γέρνει η πλάστιγγα
υπερασπιζόμενος το μίζερο μερδικό
απ’ αυτό που ακόμα μου ανήκει.
Όταν εσύ σιωπηλός με κοίταξες βαθύτερα
στις κόρες των ματιών μου
ζητώντας μονάχα θαλπωρή
και εγώ από ντροπή σκυφτός
ψάχνοντας στις άδειες τσέπες μου χωμένος
για πρώτη φορά αντίκρισα το βιός των πικραμένων.

Λουκία Πλυτά

ΙΔΕΕΣ

Έλα να πιάσεις το αλφάδι
του φλοίσβου
μήπως κι’ ακούσεις
την συλλαβή που δεν ειπώθηκε
μανταλωμένη καθώς έμεινε
από άγνωστη αιτία.
Έλα στου στοχασμού
το ερημοσπίτι, αργυρέ μου,
μήπως ακούσεις εκείνον
που γύρευε μουγγός
το χτύπημα της λύτρωσης
στην πόρτα του ανέμου.
Αναιμικό το φώς
και τρείς φορές το πρόσωπό σου
άγγιξε ο κόλαφος
κι όμως προσπέρασες.
Ίσως πρέπει να πάμε στα κατοπινά.
Μήπως ακούσεις
χωρίς τιμή
πως τίποτα δεν αξίζει μια ιδέα.
Λουκία Πλυτά



3.                       του ΤΑΚΗ ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΥ



ΓΡΑΦΗ
Ξένα μητέρα, πεντάξενα
της αρμονίας εκείνης της πάμφωτης
των Ελλήνων τα έργα
στα αλώνια του Λούβρου
με δάκρυσαν
Μητέρα ζυμώστε
κάφτε τους φούρνους
με σκίνα και λιόκλαρα
Οι λιθαρένιες αυλές να μυρίσουν
κι οι ανήφοροι δρόμοι
Μητέρα ζυμώστε


ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ
 Ο λόγος Λιθαρένιο τσεκούρι
 Η πρωτόγονη γη
 Με σχεδίες και καλύβες 
Το αίμα του ψαριού στο καμάκι 
Η χαρά των παιδιών του ψαρά 
Δόξα που έδωσε πνεύμα στο χώμα 
Βοηθάτε να δώσουμε Χώμα στο πνεύμα




ΥΠΟΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ 

Υποκριτές της διανόησης 
ξεφορτώνουν στη γη μου 
καθαρόαιμα άλογα ιπποδρόμων,
 ας πούμε, εγγλέζικων 
ελληνικές ντυμένα χλαμύδες
 και φωνάζουνε «να η Ελλάδα»! 
Τον αγριότραγο των βράχων της γης μου
 σκοτώνουνε υποκριτές της διανόησης 
και φωνάζουνε «για την Ελλάδα»! 
Την αρμονία της γης μου 
Σκοτώνουνε υποκριτές της διανόησης


ΠΡΑΓΑ ΑΣ ΠΟΥΜΕ 

Απόψε οι φοιτητές οι εργάτες, οι νοικοκυρές
 βγήκαν στους δρόμους με συνθήματα και υψωμένα χέρια
 ένας φαντάρος εκαρτέραγε το «πυρ»
 με χέρι στη σκανδάλη σταθερό

 και το ντουφέκι έτοιμο να σκάψει την καρδιά του