Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΑΚΟΣ (Φώτη Στεργίου)



ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΑΚΟΣ
( Κροκεές Λακωνίας 1912-Πλούμιτσα Λακωνίας 1991)
Το 2012 θεωρήθηκε έτος Νικηφόρου Βρεττάκου και μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση –φόρος τιμής στη ζωή και το έργο του Λάκωνα  ποιητή και ακαδημαϊκού , πραγματοποιήθηκε στις  19 Σεπτεμβρίου αυτού του έτους (2012) στο θέατρο Ρεματιάς Χαλανδρίου με  πρωτοβουλία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σπάρτης και του Συλλόγου Κροκεατών Αθήνας.
          Εδώ θα ρίξουμε μια σύντομη αλλά όχι και επιπόλαια ματιά στον ποιητή και το πλούσιο έργο του, που εκφράζει τις ποικίλες εμπειρίες της μακρόχρονης λογοτεχνικής του θητείας: Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής.           


Το 1929 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με σκοπό τις σπουδές, που δεν πραγματοποιήθηκαν.  Άλλωστε δεν ήταν καμωμένος για δικηγόρος, αλλά για ποιητής. Από τα πρώτα του ποιήματα: <<Κάτω από σκιές και φώτα>> 1929 (μαθητικά πρωτόλεια) οι κριτικοί τον υποδέχτηκαν με θερμά λόγια. Δεν άργησε δε να πάρει μία από τις πρώτες θέσεις ανάμεσα στους νέους ποιητές. Ο ποιητικός του λόγος έχει βαθύτατο ανθρωπιστικό αίσθημα και έντονο προβληματισμό. Το κοινωνικό περίγυρο τον επηρέασε βαθύτατα  και τα προβλήματα τα δραματικά της εποχής του έδωσαν άφθονο υλικό στην ποίηση του, ζώντας ένα διπολισμό ανάμεσα στο μύθο του χωριού με τις ομορφιές της ελληνικής φύσης, τις οικογενειακές αναμνήσεις και το ανέμελο αντίκρισμα της ζωής από το ένα μέρος και στη σκληρή πραγματικότητα της Αθήνας, με τη συνειδητοποίηση από τον έφηβο ενός αδυσώπητου περιβάλλοντος από το άλλο μέρος.                                                                                  


Στο μεταξύ ξέσπασε το 1940 ο πόλεμος και ύστερα η εθνική αντίσταση, που πήρε ενεργό μέρος ο ποιητής μας και ακολούθησε η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος που αιματοκύλησαν τη χώρα. Ύστερα έχουμε το πραξικόπημα του 1967, που ανάγκασε το Βρεττάκο να ζήσει αυτοεξόριστος στην Ελβετία και στη Σικελία. Ωστόσο παρά τις αλλεπάλληλες απογοητεύσεις ο ποιητής μας δε λυγίζει και δεν απογοητεύεται και κατορθώνει να περισώνει την πίστη του στο συνάνθρωπο. Τον απασχολεί επίσης το ιδανικό της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνης και στη μεταπολεμική του ποίηση, χωρίς έντονο ταξικό υπόστρωμα, το ηθικό πρόβλημα συνυφαίνεται με το αισθητικό και δίκαια χαρακτηρίζεται ως ο ποιητής της αγάπης. Οραματιζόμενος την παγκόσμια συναδέλφωση.                                                                     
Βέβαια η ηθική του στάση στις πρώτες συλλογές, όπως μεταξύ άλλων: Οι γκριμάτσες του ανθρώπου (1935) , η επιστολή του κύκνου(1937), το ταξίδι του Αρχαγγέλου(1938), Μαργαρίτα, εικόνες από το ηλιοβασίλεμα(1939), δεν είναι ανάλογη με αυτήν της μεταπολεμικής ποίησης που αναπροσανατολίζουν την ποίησή του προς μια <<καινούρια >> ηθική στάση. Η  συμμετοχή του στα δραματικά γεγονότα ενισχύει τις ελπίδες για τον αυριανό κόσμο, όπως η συλλογή <<Η παραμυθένια πολιτεία>>(1947) που κινείται στο ελπιδοφόρο και ανθρωπιστικό κλίμα.<< Στα θολά ποτάμια>> (1950) ο ποιητής επιμένει <<ακόμη πως ο κόσμος είναι όμορφος>>. Στον <<Ρόμπερτ Οππενχάιμερ >>(1954)έχουμε το παράδειγμα της πολιτικής ευθύνης. Στη συλλογή <<η μητέρα μου στην εκκλησία>>(1957) προβάλλει τον απλοϊκό κόσμο του χωριού έναντι των ολέθριων σύγχρονων όπλων. Ανάλογη ψυχική διάθεση του ποιητή βρίσκουμε και στην Αυτοβιογραφία (1961).Αλλά το μήνυμα της αγάπης εκφράζεται εναργέστερα στη συλλογή το <<βάθος του κόσμου>>(1961) με προορισμό τον άνθρωπο και τις ιδιότυπες σχέσεις με τον κόσμο. Ακολουθούν οι συλλογές <<Αυτοβιογραφία>> (1961), <<Οδοιπορία>> (1972, 3 τόμοι), <<Ωδή στον ήλιο>> (1974),<<Διαμαρτυρία>>(1974),  <<Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη>>(1981).                                                                
Όσον αφορά τα πεζογραφήματα του Βρεττάκου δεν στέκουν στο ίδιο ύψος με τα ποιήματά του, που χαρακτηρίζονται ωστόσο από προβληματισμό.<< Το γυμνό παιδί>>(1939), <<το αγρίμι>>(1945), <<Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου>> (1949), << Ένας στους δύο κόσμους>>(1958), <<Οδύνη>>(1969), <<Μπροστά στο ίδιο ποτάμι>>(1972), <<Νίκος Καζαντζάκης. Η αγωνία του και το έργο του>>(1960).                                                                                                                                                                                  Την ποίηση του Βρεττάκου χαρακτηρίζει ένας ανεπαίσθητος λυρισμός και ευγένεια συναισθημάτων με ιδανικές τάσεις. Ο Βρεττάκος έχει κοινή κοινωνική ιδεολογία με το Ρίτσο, που διοχετεύονται στην ποίησή του με έναν γνήσιο ιδεαλιστικό ανθρωπισμό. Ταπεινός ο Βρεττάκος, αθόρυβος, απόλυτος, ιδεαλιστής, <<μια τεντωμένη χορδή ευαισθησίας και συμπόνιας>>. Το έργο του αποτελεί σέμνωμα του νεοελληνικού λυρισμού. Υπάρχει το δυαδικό σχήμα Ρίτσος-Βρεττάκος καθώς προβάλλουν κοινά χαρακτηριστικά. Είναι πηγαίοι ,πληθωρικοί, πολυγράφοι ,με ατημέλητη κάποτε έκφραση, εκλαϊκεύοντας τη μοντέρνα ποίηση με έναν πληθωρικό συναισθηματισμό                                                                                              Ο Βρεττάκος με τους αγώνες του έδωσε μάχες εναντίον των δυνάμεων της βίας και της ανωμαλίας , μην εφησυχάζοντας στο επικούρειο <<λάθε βιώσσας>> και αναδείχτηκε σε πνευματική προσωπικότητα μέσα σε μια ταλαιπωρημένη και βασανισμένη ανθρωπότητα, ασυμβίβαστος και εμπνευσμένος απόστολος της αγάπης και της ειρήνης:                                                             


 


Γιατί αδελφοί, να κάνουμε τις νύχτες
στοχαστικές, τις μέρες να βαραίνουν
απ’ τη μελαγχολία τους, τραβηγμένες
στων θαλασσών τις άκρες; Τι στοιχίζει
στ’ αηδόνι το τραγούδι κι η ευγένεια
στην πρωινή βροχή; Αγαπηθείτε!!...


                                                                                                                                                                             Παράλληλα με την εκδήλωση  στο θέατρο Ρεματιάς (19 Σεπτεμβρίου 2012), το Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Χαλανδρίου είχε φιλοξενήσει το Αρχείο του Νικηφόρου Βρεττάκου με σκοπό την επίσκεψη των μαθητών και την απόκτηση βιωματικής σχέσης με τη ζωή και το έργο του ποιητή.


΄Οσον  αφορά τον γράφοντα, θα σημειώσω τη συνεργασία μου ως διορθωτή στην έκδοση του περιοδικού του Λουκή Ακρίτα <<ΚΟΣΜΟΣ,ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΖΩΗ>> το 1962, όπου είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ποιητή και τις δημοσιεύσεις βιβλιοκριτικών και χρονογραφημάτων του. Το 1987 είδα για τελευταία φορά τον ποιητή στο θέατρο Ρεματιάς , στην παράσταση της θεατρογενούς ποιητικής του σύνθεσης:<Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη>  γεμάτης παλμό και υποβλητικότητα, όπου η πίκρα εναλλάσσεται  με την ελπίδα και ο καημός με την περηφάνεια.


Φώτης Στεργίου φιλόλογος


 
Νικηφόρος Βρεττάκος  Προσκλητήριο
 …Κοιτάχτε αυτή τη θάλασσα που δίχως
ακτή λαμποκοπά, κι αυτού του δέντρου
το λύγισμα, με πόση εμπιστοσύνη
δεν κρέμεται στον άνεμο! Κοιτάχτε
τα ράμφη των πουλιών που ακινητούνε
το μεσημέρι, τους σκισμένους βράχους…
Ασύγκριτη είναι η μέρα που απ’ το βάθος
με κυκλικές ψηλώνει παρελάσεις
κι απέραντος ο κόσμος! Σηκωθείτε!
Η θάλασσα ανεβαίνει στην αυλή μας
κ’ οι ορίζοντες χτυπούν τις πόρτες μας!
Πάνω απ’ το δροσερό κι ήσυχο κύμα
Ξαναγυρίζει η άνοιξη. Τ’ αγέρι
πηδά απ’ της χαραυγής τη ρόδινη άχνα
στη θεία μας Γη! Τα μέτωπα αναπνέουν
κι ανθίζουν τα χαμόγελα που πλέκουν
το μέλλον της ζωής. Αγαπηθείτε…
Γιατί, αδελφοί, να κάνουμε τις νύχτες
στοχαστικές, τις μέρες να βαραίνουν
απ’ τη μελαγχολία τους, τραβηγμένες
στων θαλασσών τις άκρες; Τί στοιχίζει
στ’ αηδόνι το τραγούδι κι η ευγένεια
στην πρωινή βροχή; Αγαπηθείτε…
Ας κλείσουμε κι εμείς τον προορισμό μας
καθώς αυτός ο ήλιος εκεί πάνω.
Ας φεύγουμε ανεβαίνοντας. Και τέλος
ας κάμψουμε τα σύνορα του Κόσμου,
καθώς εκείνος, μ’ αναμμένα ρόδα…




Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Φως εκ φωτός (ποιήματα Κώστας Xελμός)





Κώστας  Xελμός

 

Φως  εκ  φωτός

 

Ποιήματα

 

 

 

Η  θάλασσα

 

Είσαι  η  θάλασσα,  απέραντη,  στρωτή  και  γαλάζια

Κι’ εγώ  το  νησί  και  με  κρατάς  στην  αγκαλιά  σου.

 

 

Τελευταία  επιθυμία

 

Στρίψαμε  το  τελευταίο  τσιγάρο  και  το  κρατάμε  στο  στόμα.

Όσο  και  να  ψάξαμε  στις  τσέπες  αναπτήρα  δεν  βρήκαμε

κι’ ο  τελευταίος  διαβάτης  δεν  μας  έδωσε  φωτιά.

Επειδή  ο  δρόμος  έχει  την  επιστροφή  του.  Γυρίσαμε.

Περπατούσαμε  νυχτωμένοι  στο  δάσος  χωρίς  να  μιλάμε

Το  τσιγάρο  κρεμότανε  στα  χείλη  σα  να  εκλιπαρούσε

λίγη  φωτιά  κι’ έμοιαζε  με  τελευταία  επιθυμία   μελλοθάνατου    

 

 

Ακύρωση

 

Σκέπτομαι  πως  ίσως  θα  ήταν  καλύτερα,  το  ταξίδι  μας

να  το  αναβάλουμε  ή  ακόμη  και  να  το  ακυρώσουμε.

Στο  απέναντι  σπίτι  ένα  κορίτσι  άνοιξε  το  παράθυρο.

Ένα  πουλί  στη  λεμονιά  τραγουδάει  για  δαύτο.

Ένα  αγόρι  στο  δρόμο  τραγουδάει  για  δαύτο.

Το  κορίτσι  απλώνει  τα  χέρια  και  θέλει  να  τους  μιλήσει

κι’  έχει  να  πει  περισσότερα  απ’ όσα  σε  μας  το  ταξίδι.

Άσε  με  ν’ αδειάσω  εγώ  τη  βαλίτσα  που  ετοίμασες

και  κλείσε  το  ραδιόφωνο  να  σε  ακούω  καλύτερα.

Ο  ταχυδρόμος  σταμάτησε  μπροστά  στην  πόρτα  μας.

Το  γράμμα  που  κρατάει  στο  χέρι  του  είναι  για  μας.

 

Μνήμη

 

Στην  πόρτα  του  διπλανού  σπιτιού  ένα  καλάθι  με  σύκα.

Τα  παράθυρα  που  βλέπουν  στη  θάλασσα  ακόμη  κλειστά.

Οι  ψαράδες  μπαλώνουν  τα  δίχτυα  και  τραγουδάνε.

Στη  μέση  της  αυλής  η  αμυγδαλιά  φορτωμένη  σπουργίτια.

Στο  σιδερένιο  τραπεζάκι  το  άλμπουμ  με  τις  φωτογραφίες.

Χρόνια  παιδικά,  ανύποπτα,  γεμάτα  όνειρα,  γεμάτα  ελπίδες.

Ωραία  που  παίζει  η  θαλασσινή  αύρα  με  τα  μαλλιά  σου

κι’ ένα  ρόδινο  σύννεφο  σου  στέλνει  από  μακριά  φιλιά.   

Προσπάθησε  κι’ εσύ  να  του  στείλεις  ένα  λουλούδι.

 

Παράξενος  άνθρωπος

 

Παράξενος  άνθρωπος.  Απόμακρος  και  λιγομίλητος.

Μπαινοβγαίνει  στα  δωμάτια  σαν  κάτι  να  ψάχνει.

Το  ξέρει  πως  δεν  έχασε  τίποτα.  Ωστόσο  επιμένει.

Βγήκε  στη  βεράντα.  Είχε  πανσέληνο.  Χαμογέλασε.

Ένα  κορίτσι  περνάει  στο  δρόμο  τραγουδώντας.

Στο  δεξί  του  χέρι  κρατάει  λίγα  φρέσκα  λουλούδια.

Δεν  έχει  παρακάτω.  Εδώ  σταματάνε  όλα.  Εδώ. 

Στην  πανσέληνο.  Στο  κορίτσι.  Στα  λίγα  λουλούδια.

 

Το  καρφί

 

Εκείνο  το  καρφί  στον  άσπρο  τοίχο

περιμένει  κάποιον  να  κρεμάσει  ένα  καπέλο,

ένα  ρούχο,  κάτι  τελοσπάντων  για  να  μπορεί

να  δικαιολογεί  την  ύπαρξή  του.

Από  το  μέσα  δωμάτιο  ακούγονται  βήματα.

Έξω  στο  δρόμο  η  φωνή  του  μικροπωλητή.

Στην  πλατεία  το  μνημείο  με  τα  ονόματα  των  ηρώων

και  στο  βάθος  τα  πλοία  να  περνούν  κατάφωτα.

Ωστόσο  το  καρφί  στον  τοίχο  ακόμη  γυμνό.

 

Καλοκαιρινό

 

Κάτω,  μακριά,  η  θάλασσα  λάμπει

και  η  μεγάλη  λιακάδα  πνίγεται  στα  τζιτζίκια.

Τα  χελιδόνια  γράφουν  ασταμάτητα  στον  αέρα

ιστορίες  που  έγιναν  ή  που  θα  γίνουν  στο  μέλλον. 

Η  λιακάδα  επιμένει  να  πυρώνει  τις  πέτρες.

Τα  τζιτζίκια  με  τις  φωνές  τους  χαλάνε  τον  κόσμο.

Ο  τρελός  με  λινά  παπούτσια.  με  λευκό  πουκάμισο  

και  δίχως  καπέλο  βγήκε  στο  δρόμο.  Στο  χέρι  του

κρατάει  χάρτινη  σημαιούλα  και  τραγουδάει.

 

Πρωινό

 

Ήσυχο  και  τούτο  το  πρωινό.

Η  καμινάδα  στέλνει  χαιρετίσματα  στο  ελάχιστο  σύννεφο.

Οι  άνθρωποι  περισσότερο  άνθρωποι.  Οι  οδηγοί  προσεκτικοί.

Οι  τροχονόμοι  ευγενικοί.  Τα  τρένα  περνούν  στην  ώρα  τους.

και  τα  τηλέφωνα  των  Πρώτων  Βοηθειών  δεν  χτυπάνε.

Στο  καφενείο  οι  δυο  συνταξιούχοι  παίζουν  χαρτιά.

Στο  άδειο  τραπέζι  το  τσιγάρο  καίγεται  μόνο  του

και  δίπλα  στο  σταχτοδοχείο  ένα  λευκό  τριαντάφυλλο.

Το  πρωινό,  δεν  είναι  πια  πρωινό.  Μεσημέριασε.

Οι  χαρτοπαίχτες  έφυγαν,  το  τσιγάρο  έσβησε,

το  τριαντάφυλλο  περιμένει  το  γνώριμο  χέρι  να  το  σηκώσει.

 

Επιφύλαξη

 

Κρατώ  μια  επιφύλαξη  στα  όσα  μας  είπε  ο  Μιχάλης.

Σ’ αυτό  το  σπίτι  με  τους  αραχνιασμένους  τοίχους,

τους  σκονισμένους  καθρέπτες  και  το  μεγάλο  πίνακα

με  το  Χριστό  να  ομιλεί  στο  όρος  των  ελαιών,

τη  νύχτα  είδε  λέει  να  κυκλοφορεί  στα  δωμάτια,

φιγούρα  άγνωστη  που  έμοιαζε  περισσότερο  με  φάντασμα.

Το  πρωί,  φεύγοντας  κρατούσε  ένα  βιβλίο  με  ποιήματα.

Οι  γείτονες  ορκίζονται  πως  εδώ  ποτέ

δεν  έμενε  κανένας  ποιητής. Δυο  αδελφές  γεροντοκόρες

ήσαν  οι  τελευταίοι  κάτοικοι  κι’ από  τότε  άλλος  κανένας.

Δεν  πειράζει:  ο  Μιχάλης  ποιητής  είναι.  Γράφει  και  λέει

ότι  του  κατέβει  Πλάθει  ιστορίες  που  έγιναν  στο  παρελθόν, 

ή  που  θα  γίνουνε  στο  μέλλον.  Στα  όσα  λέει  λοιπόν 

μια  μικρή  επιφύλαξη  δεν  βλάπτει.  Μάλλον  ωφελεί.     

 

Το  τραγούδι

 

Αυτό  το  τραγούδι  που  ακούστηκε  στο  ραδιόφωνο

Δεν  έμαθα  ποιος  το  έγραψε,  ποιος  το  μελοποίησε

και  τέλος  ποιος  το  τραγούδησε  τόσο  ωραία.

Από  νωρίς  περνάνε  τα  χελιδόνια,  οι  αγριόχηνες.

Περνάνε  οι  γυρολόγοι  με  τις  ψεύτικες  πραμάτειες,

τα  πλοία,  τα  τρένα.  Όλα  κανονικά  και  στην  ώρα  τους.

Τ’ αγάλματα  μένουν.  Άλλα  χωρίς  χέρια  κι’ άλλα

πεσμένα  στο  χώμα  χωρίς  να  διαμαρτύρεται  κανένα.

Ένα  χέρι  τράβηξε  το  κουρτινάκι  στο  τζάμι

και  κρύφτηκαν  τα  πρόσωπα  στο  μικρό  δωμάτιο.

Σε  παρακαλώ  άνοιξε  ξανά  το  ραδιόφωνο 

κι’ έλα  ν’ ακούσουμε  μαζί  το  τραγούδι  που  τόσο  μου  άρεσε.

 

Ένα  ποίημα

 

Η  πόρτα  άνοιξε  μόνη  της.  Κανένας  δεν  την  έσπρωξε.

Βγήκε  στο  μπαλκόνι.  Ήσυχο  βράδυ.  Άναψε  τσιγάρο

και  σηκώνοντας  το  χέρι  χαιρέτησε  το  σύννεφο,

ένα  δέντρο  και  το  ποίημα  που  ταλαντεύεται στο  κενό.

Δεν  έβλεπε  κάτι  άλλο.  Άναψε  δεύτερο  τσιγάρο.

Τα  κορίτσια  στο  απέναντι  μπαλκόνι  λένε  ανέκδοτα

και  τι  ωραίο  το  γέλιο  τους.  Όχι,  δεν  καπνίζουν.

Ένα  άστρο  φωτεινό  τους  δείχνει  την  προτίμησή  του     

και  το  ποίημα  προσγειώθηκε  στα  μαλλιά  της  οικοδέσποινας.   


 

Πώς  πέρασε  ο  καιρός

 

Πώς  πέρασαν  αλήθεια  τα  χρόνια.

Θυμάσαι  τις  κουβεντούλες  στην  αυλή  με  τον  παπαγάλο,

τα  βράδια  με  το  φεγγάρι  και  τα  χιλιάδες  τεχνάσματα

για  να  ξεφεύγεις  το  παιδί  που  με  το  δάχτυλο 

έγραφε  στην  άμμο  της  θάλασσας  το  μικρό  σου  όνομα.

Κι’ εγώ  να  ψάχνω  απελπισμένα  εκεί  που  ξάπλωνες

το  νόμισμα  που  ποτέ  μου  δεν  έχασα  και  ποτέ  μου  δεν  είχα.

Κοίτα:  το  λιόγερμα  βάφει  και  σήμερα  τη  δύση  ρόδινη.

Το  τριαντάφυλλο  σου  στέλνει  από  μακριά  ένα  φιλί

Το  ποίημα  ταλαντεύεται,  ζητώντας  βοήθεια,  στο  κενό.

Μη  το  αφήσεις  να  πέσει  στη  λάσπη. 


 

Η  βεβαιότητα

 

Το  σπίτι,  η  ξύλινη  σκάλα,  η  αυλή  και  στο  βάθος

 η  λεμονιά,  η  πορτοκαλιά  και  η  μικρή  ροδιά.

Στη  μέση  η  μεγάλη  πολύχρονη  αμυγδαλιά

και  στον  ίσκιο  της  η  φιλική  κουβέντα  των  γειτόνων.

Ξαφνικά  ο  Γιάννης  σηκώθηκε,  αγκάλιασε  τον  κορμό 

και  φώναξε.  Εγώ  θ’ ανέβω  και  θα  μιλήσω  με  το  Θεό.

Ανέβηκε.  Δε  μίλησε.  Κατεβαίνοντας  δικαιολογήθηκε.

Λάθος,  δεν  ήταν  για  σήμερα  η  συνάντηση  κι’ έφυγε.

Η  παλιά  υποψία  έγινε  τώρα  σε  όλους  βεβαιότητα.

Ο  Γιάννης  βαδίζει  στο  πουθενά  και  στο  απόλυτο  σκοτάδι

αφήνοντας  πίσω  του  τον  κόσμο,  τη  θάλασσα,  το  φως.

 

Αναβολή

 

Βγαίνοντας  από  το  σπίτι,  στην  πόρτα  ένα  ψάθινο  καπέλο.

Γυναικείο  φαίνεται  να  είναι  και  κρατώντας  το  στο  χέρι

πήρε  το  μονοπάτι  που  βγάζει  στη  θάλασσα.  Στο  δρόμο

συνάντησε  δυο  ερασιτέχνες  ψαράδες.  Τον  χαιρέτησαν.

Γεια  σας  τους  είπε  και  χωρίσανε.  Κι’ ενώ  είχε  πολλά

που  ήθελε  να  πει,  δεν  τα  είπε.  Το  ανέβαλε  και  πάλι.

Τα  τζιτζίκια  φωνάζανε,  τα  σπουργίτια  φωνάζανε  κι’  αυτός

νικημένος – από  ποιον  και  γιατί – έφυγε  με  σκυμμένο  κεφάλι.

Απ’ το  βουνό  φύσηξε  δυνατός  αγέρας.  Οι  λεύκες  σαλέψανε,

τα  τζιτζίκια  σωπάσανε,  η  επιθυμία  για  να  μιλήσει  λιγόστεψε.

Το  ψάθινο  καπέλο  της  κυρίας  το  φόρεσε  σ’ ένα  δεντρολίβανο

και  αλαφρωμένος  συνέχισε  να  περπατάει  μέχρι  που  νύχτωσε.

 

Δεν  θέλω

 

Θα  φυλακίσω  τον  άνεμο  να  μην  σε  αγγίζει.  

Δεν  θέλω  να  σε  βλέπει  και  να  σ’ αγγίζει

άλλος  κανένας  εκτός  από  εμένα.  Άκου

το  πουλί  στο  δάσος  τραγουδάει  για  σένα.

Άκου,  το  ποίημα  στη  αυλή  σου  μιλάει  για  σένα.

Καλοκαίρι.  Η  θάλασσα  λάμπει,  τα  τζιτζίκια  φωνάζουν,

τα  χελιδόνια  ξεδιπλώνουν  το  μεγάλο  πανό,

με  τη  μία  και  μοναδική  του  λέξη.  «Αγάπη».

 

Οι  πρώτες  βροχές

 

Ήρθαν  και  σε  μας  τα  πρώτα  κρύα,  οι  πρώτες  βροχές.

Τα  παραλιακά  κέντρα  έκλεισαν.  Οι  τουρίστες  έφυγαν.

Βιαστικά  περνάνε  τα  σύννεφα,  τα  χελιδόνια,  οι  αγριόχηνες.

Οι  μέρες  μαζέψανε  όπως  το  ύφασμα  που  μπαίνει  στο  νερό

Κι’ ο  ποιητής  γέρος  πια  τράβηξε  τη  σκληρή  καρέκλα

στο  μικρό  τραπεζάκι.  Άναψε  τη  λάμπα  κι’ άρχισε  να  γράφει.

Κάτι  ν’ αφήσουμε  κι’ εμείς  στους  επερχόμενους,  είπε.

Δυο- τρία  ποιήματα,  έστω  και  λίγους  στίχους,  να  μας  θυμούνται.

Το  καράβι  που  βγήκε  απ’ το  λιμάνι  σα  να  ’χασε  το  δρόμο

και  πηγαίνει  ακυβέρνητο.  Ούτε  ρυμουλκό,  ούτε  φάρος.  Τίποτα.

Αν  είναι  να  ταξιδέψω,  ποτέ  μου  με  πλοίο,  είπες  λυπημένη

κι’ έπαψες  να  κοιτάζεις  τη  θάλασσα.

 

  Υπήρξαν  εποχές

 

Υπήρξαν  και  καλές  εποχές  που  τα  ωραία  πράγματα

όχι  μόνο  περίσσευαν  αλλά  γίνονταν  και  πιστευτά.

Όπως  π. χ.  αυτά  τα  λουλούδια  στο  γυάλινο  βάζο,

το  κορίτσι  στο  ανοιχτό  παράθυρο  του  τρίτου  ορόφου,

η  σουσουράδα  στην  παραλία  με  την  προκλητική  ουρά  της.

Πριν  πέσεις  για  ύπνο  θυμήσου  πως  και  σήμερα

ανέβηκες  μαζί  με  τους  άλλους  στο  βουνό

και  φύτεψες  το  ομορφότερο  δέντρο  στο  δάσος.

Η  Ευαγγελία,  μας  διάβασε  τα  τελευταία  ποιήματα 

κι’ ο  κόσμος  έλαμψε  στο  ρόδινο  φως  του  δειλινού.

Με  της  αγάπης  το  λεπτό  δρεπάνι  θέρισε  μόνη  της

τα  ώριμα  στάχυα  και  προσέφερε  σε  όλους  από  ένα.

 

Οδοιπόροι

 

Οι  ελιές,  τ’ αμπέλια,  τα  κυπαρίσσια,  η  θάλασσα.

Ο  Λεωνίδας  να  καμαρώνει  την  καινούρια  του  βάρκα.

Λευκή,  με  δυο  κόκκινες  και  πράσινες  ρίγες  στη  μέση.

Γαλήνη.  Οι  οδοιπόροι  καθίσανε  στον  ίσκιο  του  πεύκου.

γευμάτισαν  με  λίγο  ψωμί  και  με  λίγες  ελιές.

Ξεδίψασαν  απ’ το  ίδιο  παγούρι.  Ξεκουράστηκαν.

Ο Παύλος που είχε και καλή φωνή τους τραγούδησε
ένα τραγούδι παλιό, γεμάτο υπονοούμενα.

 

Οι  Κυριακές

 

Κυριακές.  Η  μία  κατόπιν  της  άλλης,  μονότονες.

Ποδόσφαιρο,  απεργίες,  κοντινοί  περίπατοι.

Τ’ αγόρια  πηδώντας  κρυφά  τον  ξύλινο  φράχτη, 

μπαίνουν  στον  κήπο  και  κλέβουν  τα  φρούτα,

του  κόβουν  τα  τριαντάφυλλα  και  φεύγουν.  Ξέρουν

πως  ο  γείτονας  τους  βλέπει,  μα  δεν  τα  μαλώνει.

Κι’ εσύ  μόνη  σου  να  χάνεσαι  στο  άγνωστο. Εσύ

που  μέχρι  και  χτες  ζητούσες  να  μείνεις  κάπου  εδώ.

Τα  μεσημέρια  ν’ ακούς  τα  τζιτζίκια,  το  βράδυ  τα  τριζόνια 

και  να  μυρίζεις  το  κλεμμένο   κόκκινο  τριαντάφυλλο 

που  σου  αφήνουν  διακριτικά,  περνώντας  τα  παιδιά.

 

Το  δάσος

 

Η  πυρκαγιά  δεν  άφησε  δέντρο  χλωρό  στο  δάσος

και τα  πουλιά  δεν  βρίσκουν  κλαδί  να  κουρνιάσουν.

Κάθε  απόγευμα  τα  παιδιά  κατεβαίνουν  χαρούμενα

στο  δρόμο  της  παραλίας.  Τρέχουν  με  τα  ποδήλατα,

παίζουν  ποδόσφαιρο,  φωνάζουν  και  τα  σπουργίτια

μαζεμένα  στο  πρεβάζι  κοιτάζουν  το  ζεστό  δωμάτιο.

Χτυπάνε  το  τζάμι.  Κανείς  δεν  τους  ανοίγει.

Η  τηλεόραση  ανοιχτή.  Κάποιος  απαγγέλλει  ποιήματα.

Η  γυναίκα  έρχεται  και  κλείνει  το  παράθυρο.

Εκείνη  τη  στιγμή  το  πλοίο  της  άγονης  γραμμής

αργοπορημένο  έμπαινε  σφυρίζοντας  στο  λιμάνι.  

 

Μοναξιά

 

Πάει  πολύς  καιρός  τώρα  που  μένει  μόνος  του.

Κι’ είναι  μια  λύπη  να  τον  βλέπεις  χωρίς  παρέα

μ’ ένα  μικρό  ραβδί  ν’ ανεβαίνει  την  ανηφόρα

χωρίς  να  ξέρει  που  θέλει  να  πάει.  Να  φτάσει.

Το  τρένο  σταματημένο  στο  σταθμό.  Ένα  καΐκι

χάνεται  στη  χρυσή  μενεξεδένια  θάλασσα.

Εκείνος  συνεχίζει  ν’ ανεβαίνει  σα  να  ψάχνει  να  βρει

κάποιο  παλιό  μυστικό  ή  και  κάποιες

κρυφές  υποψίες  που  χρόνια  τον  βασανίζουν.

Το  αγόρι  με  το  μαύρο  σκούφο  στο  κεφάλι

μόνο  του  στήνει  την  ξύλινη  σκάλα  στην  κερασιά.

Ανεβαίνει  τραγουδώντας  και  μαζεύει  κεράσια.   

 

Νέα  αναβολή

 

Αν  και  φθινόπωρο  ο  ήλιος  έχει  πυρώσει  τα  χαλίκια

και  συ  ξυπόλυτος  θέλεις  να  περάσεις  απέναντι.

Πιστεύω  μια  νέα  αναβολή  θα  είναι  για  το  καλό  σου.

Έτσι  κι΄ αλλιώς  ο  καιρός  από  παλιά  μας  ειρωνεύεται.

Μια  ζέστη  και  μια  κρύο  τι  να  πιστέψεις  από  δαύτον.

Δεν  σου  το  είπα.  Κάποια  χελιδόνια  δεν  έφυγαν.

Έχουν  μείνει  στην  καρδιά  μας  όπως  ο  εσταυρωμένος

στην  παλιά  μας  εκκλησία  και  δεν  τον  νοιάζει 

αν  βρέχεται  το  χειμώνα,  αν  ζεσταίνεται  το  καλοκαίρι.

Οι  μηχανόβιοι  ξεπέζεψαν  και  δείχνουν  την  πόρτα  μας.

Η  κυρία  Μαγδαληνή  ψάχνει  ανοιχτό  φαρμακείο.

Ο  καιρός  δρόσισε. Τώρα  μπορείς  να  περάσεις  απέναντι.

 

Εργένης

 

Πολύ  κρύο  τούτες  τις  μέρες.  Συνέχεια  βρέχει.

Γράφει  δυο – τρεις  λέξεις  στο  χαρτί.  Σταματάει.

Κοιτάζει  στο  δρόμο  τα  τροχοφόρα.  Απέναντι

στο  μικρό  ανθοπωλείο  το  κορίτσι  τραγουδάει.

Εμένα  δεν  με  πλησιάζουν  τα  όνειρα,  είπε.

Και  συνέχισε  να  μουντζουρώνει  το  άσπρο  χαρτί.

Καθαρίζει  ένα – ένα  τα  μπουριά  της  σόμπας.

Καθαρίζει  τον  χνοτισμένο  καθρέφτη  στο  χολ.

Κουρδίζει  το  σταματημένο  ρολόι  στον  τοίχο.      

Δικός  του  κανένας  να  πει  καληνύχτα.

Ξαπλώνει  στο  κρεβάτι  και  κάνει  πως  κοιμάται.

 

Σχοινοβάτης

 

Αυτός  ο  αδύνατος,  ο  ήσυχος  άνθρωπός,    

πέρασε  τη  ζωή  του  ισορροπώντας  σ’ ένα  σχοινί,

χωρίς  το  δίχτυ  ασφαλείας,  χωρίς  επίδομα κανένα.

Καιρός  λοιπόν  να  κατέβει  ή  και  να  πέσει.

Κοίτα:  τα  παράθυρα  που  βλέπουν  στη  θάλασσα

όλη  τη  νύχτα  κι’ όλη  τη  μέρα  έμειναν  ανοιχτά 

περιμένοντας  τα  χελιδόνια  να  χτίσουν  τη  φωλιά  τους.


 

Η  πολυθρόνα

 

Η  πολυθρόνα  που  βρίσκεται  δίπλα  στο  τζάκι

ούτε  που  νοιάζεται  αν  έφυγε  η  κυρία.

Αν  θα  γυρίσει  και  πότε.  Εκείνο  που  τη  βασανίζει

είναι  τα  δικά  της  χρόνια,  η  δική  της  ηλικία.

Κι’ αυτά  ακριβώς  θέλει  να  κρύψει.

Λέω,  ίσως  ήταν  καλύτερα...

Άστο...τίποτα.   

 

Έχω  τα  μάτια  σου

 

Η  σκέψη  μου  ένας  άδειος  ουρανός  κι’ απόψε.

Χωρίς  αστέρια,  χωρίς  φεγγάρι  και  γαλαξίες.

Ωστόσο  υπάρχει  ένα  στήριγμα  να  κρατηθούμε

Ένα  οχυρό,  ένα  ελάχιστο  σύννεφο  και  μια  ελπίδα

που  επιμένει  να  μας  χαμογελάει  ακόμη.

Ένα  ποίημα  που  αντιστέκεται  στην  παρακμή.

Άναψε  στην  προκυμαία  ο  εγκαταλειμμένος  φάρος.

Κανένας  δεν  ήξερε  τι  ήθελε  να  φωτίσει.

Δεν  τον  χρειάζομαι  τον  καθρέφτη,  πέταξέ  τον

Άσε  που  τις  περισσότερες  φορές  μας  λέει  ψέματα.

Έχω  τα  μάτια  σου  και  κάθε  πρωί  καθρεφτίζομαι.

 

Εμπιστεύτηκα

 

Ο  κύριος  ακουμπισμένος  στον  απέναντι  τοίχο

άνοιξε  προσεχτικά  το  μπλοκάκι  με  τα  τηλέφωνα

και  σβήνει  αριθμούς  και  ονόματα.

Είναι  οι  φίλοι  μου  που  έφυγαν  μας  είπε.

Και  συνέχισε  να  σβήνει.  Στο  διπλανό  ανθοπωλείο,

όλοι  κι’ όλοι  τρεις  πελάτες  και  παζαρεύουν  ανθοδέσμες.

Ευτυχώς  υπάρχουν  ακόμη  άνθρωποι  που  αγαπούν

και  αγοράζουν  τα  λουλούδια.  Ένας  λόγος  λοιπόν

που  φύτεψα  στον  κήπο  μας  την  τριανταφυλλιά.

Ένας  λόγος  που  εμπιστεύτηκα  εσένα  και  το  ποίημα.


 

Πορεία  στο  άγνωστο

 

Έπρεπε  λοιπόν  να  περάσει  τόσος  καιρός

να  καταλάβουμε  πως  δεν  είναι  μόνο

το  προπατορικό  αμάρτημα  που  μας  γονάτισε,

αλλά  και  η  αμφισβήτηση  των  δικών  μας  ανθρώπων.

Χωρίς  αμφιβολία  προδώσαμε  και  προδοθήκαμε,

αδικήσαμε  και  εξίσου  αδικηθήκαμε.  Ναι.

Όμως  σήμερα  ακολουθούμε  κατά  γράμμα  τις  οδηγίες.

Μην  πατάτε  τη  χλόη,  μην  περνάτε  με  κόκκινο,

μην  καπνίζετε  σε  κλειστούς  χώρους,  μη  συναγελάζεστε

Και  προπαντός  μη  σπαταλάτε  το  χρόνο  κουβεντιάζοντας.

Βαδίζουμε  αμίλητοι  άκρη – άκρη  του  δρόμου

που  δεν  τον  ξέρουμε  κι’ ούτε  μας  ξέρει

με  τα  μάτια  δεμένα  όπως  οι  αιχμάλωτοι.

Και  σαν  ξεχασμένοι  χωρίς  όνειρα,  χωρίς  μέλλον.


 

Νυχτερινό

 

Κάποιος  σε  φωνάζει  μέσα  στη  νύχτα.

Κάνε  πως  δεν  τον  ακούς.  Δεν  τον  βλέπεις.

Δεν  είναι  για  καλό.  Μην  ανοίγεις  το  παράθυρο.

Ο  ουρανός  δεν  έχει  φεγγάρι,  δεν  έχει  αστέρια

και  η  σκιά  που  τρέχει  στο  βρεγμένο  δρόμο

είναι  του  κλέφτη  που  διάρρηξε  το  διπλανό  μαγαζί.


 

Φθινόπωρο

 

Κοίτα:  το  καλοκαίρι  έφυγε.  Η  μητέρα

κατέβασε  απ’ το  πατάρι  τις  λινές  κουβέρτες.

Οι  ψαράδες  έβγαλαν  στη  στεριά  τις  βάρκες.

Τα  τελευταία  τζιτζίκια  μόλις  που  ακούγονται.

Το  φθινόπωρο  στρατωνίστηκε  στην  αυλή  μας.

Τα  παιδιά  σκυμμένα  στα  τετράδια  και  στα  βιβλία

κι’ εσύ  αθεράπευτα  ρομαντική,  κάθε  λίγο  και  λιγάκι

να  μας  θυμίζεις  τους  στίχους  του  Γεωργίου  Δροσίνη.

«Κι’ η  σουσουράδα  κάτω  στην  ακρογιαλιά,

δεν  παίζει,  δεν  γελά,  δεν  καμαρώνει».

 

Τα  ευρήματα

 

Πέρασε  τόσα  πολλά  και  όμως  άντεξε.

Και  να  που  τώρα  έγινε  άγαλμα  στην  πλατεία.

Μετά  το  θάνατό  του,  άνοιξαν  το  συρτάρι  του  κομοδίνου

και  βρήκανε  τα  παράσημα  με  το  τελευταίο  γράμμα

που  του  είχε  στείλει  η  μητέρα  του  στο  νοσοκομείο.

Δεν  πρόλαβε  να  το  ανοίξει.  Εκείνη  τη  μέρα  - άνοιξη  ήταν-

έσπασε  το  μέτωπο  και  γύρισε  νύχτα  στο  σπίτι

και  μ’ ένα  χέρι  λιγότερο.  Το  πρωί  μπροστά  στον  καθρέπτη

δοκίμασε  για  πρώτη  φορά  να  ξυριστεί  μόνος  του.

Άνοιξε  το  παράθυρο  και  κοίταξε  τον  κόσμο.

Ένα  σύννεφο  του  χαμογέλασε  από  μακριά.

Μια  μικρή  πεταλούδα  κάθισε  στο  κομμένο  χέρι  του.

 

Επιθυμία

 

Πρωί  και  τα  μάτια  σου  με  πυρπόλησαν  Ελένη.

Όμως  εγώ  ήθελα  να  γίνω  ένας  ήλιος,  ένα  φεγγάρι,

να  σε  βλέπω  όλες  τις  μέρες  κι’ όλες  τις  νύχτες

και  όχι  στάχτη  στο  κατώφλι  να  με  πατάνε.

Ανοίγω  το  παράθυρο  κι’ απ’  τη  μεριά  τη  δική  σου

μας  έρχεται  απαλή  μουσική  και  η  δροσιά  της  νύχτας.

Ώρες  τώρα  κοιτάζω  και  τους  ανένταχτους  στίχους,

που  ανήσυχοι  σε  κυκλώνουν  και  θέλουν  να  ενταχθούν.

Ένας  από  δαύτους  ανέβηκε  και  κάθισε  στον  ώμο  σου.

Έσκυψε  και  ψιθύρισε  στ’ αυτί  σου.  «Σ’ αγαπώ».     

 

Δεν  με  ακούς

 

Εκείνο  που  σήμερα  πολύ  με  πικραίνει,

δεν  είναι  που  ξαγρυπνώ  τις  νύχτες  και  σε  φωνάζω.

Είναι  που  εσύ  δεν  με  ακούς.           

 

Οι  φαροφύλακες

 

Οι  φαροφύλακες  αγρυπνούν.

Ακούνε  το  βουητό  της  θάλασσας,

βλέπουν  τα  κουρασμένα  κύματα

και  σιωπούν.

Ελένη,  κλείσε  τα  παράθυρα.

Η  υγρασία  της  θάλασσας

περνάει  στις  φλέβες  και  μας  παγώνει.


 

Ο  κλειδούχος

 

Και  μετά  την  κατολίσθηση,  το  τρένο  δεν  περνάει  από  εδώ.

Ωστόσο  ο  κλειδούχος,  - χρόνια  τώρα  συνταξιούχος -

τα  βράδια  κατεβαίνει  στις  γραμμές  και  το  περιμένει.

Το  πρωί  γυρνάει  στο  δωμάτιο,  φοράει  τις  πιτζάμες

και  σχεδόν  ευτυχισμένος  πέφτει  να  κοιμηθεί.

Όχι  κύριε  δεν  διάβασα  τον  Καβάφη.  Αυτό  μας  έλειπε

ν’ ασχολούμαστε  τώρα  με  τες  κλίνες  τες  Καβαφικές.

Α:  δεν  σου  το  είπα.  Η  Δ. Ε. Η.  μας  έκοψε  το  ρεύμα.

Η  εφορία  μας  κυνηγάει  να  πληρώσουμε  τα  δικά  της  χρέη.

Δεν  πειράζει,  όταν  έρθεις  θα  έχω  ανάψει  τα  κεριά

και  θα  σε  βλέπω  καλύτερα,  θα  σε  ακούω  καλύτερα.

 

Λιακάδα

 

Εδώ  που  σταματάνε  τα  γιασεμιά,  τελειώνει  ο  κόσμος.

Από  εδώ  αρχίζει  ο  άνεμος  που  ρυτιδώνει  τη  θάλασσα.

Κι’ εγώ  τυφλός  Τειρεσίας,  ανάξιος  να  μαντέψω  το  μέλλον.

Νύχτα  από  μπακίρι  και  κάρβουνο.  Νύχτα  από  πέτρες

που  μας  κρύβουν  τις  μικρές  στιγμές  της  ευτυχίας.

Τώρα  η  σιωπή  και  η  μνήμη  κυριαρχούν  στα  άδεια  δωμάτια

και  οι  σάλπιγγες  των  κρίνων  ηχούν  πένθιμα  για  σένα

που  σε  πήραν  τα  σύννεφα  του  δειλινού  και  μας  φεύγεις.

Ακολουθώ  το  δρόμο  που  σου  άρεσε  να  περπατάς.

Ψελλίζω  τα  λόγια  του  τραγουδιού  που  αγαπούσες.

Στο  απέναντι  πεζοδρόμιο  ο  τυφλός  με  το  ακορντεόν.

Ούτε  απεργοί,  ούτε  σημαίες,  ούτε  φωνές.  Λιακάδα.

 

Όπου  είναι  να  πάω

 

Χρόνια  και  χρόνια  περπάτησα  σε  τούτη  τη  ζωή.

Και  να  που  έφτασα  στα  σύνορα  της  Εδέμ  και  της  Κόλασης.

Καμία  δεν  μου  άπλωσε  το  χέρι,  σα  να  μη  με  ξέρουν.

Όχι  δεν  φεύγω.  Όπου  είναι  να  πάω,  να  πάω  σήμερα.

 

Πολεμικό

 

Δεν  μάθαμε  ποιοι  και  γιατί  τους  έφεραν  εδώ.

Όμως  οι  στρατιώτες  όλη  τη  μέρα  κι’ όλη  τη  νύχτα

έχουν  γυρισμένο  το  κεφάλι  και  κοιτάνε  ανήσυχοι,

τα  δικά  τους  τα  μέρη,  τα  δικά  τους  σπίτια.

Οι  μανάδες  στο  σταθμό  περιμένουν  το  τρένο

κι’ όλες  προσεύχονται  οι  στρατιώτες  που  θα  κατέβουν

να  είναι  τα  δικά  τους  παιδιά.

 

Νυχτερινό  τηλεφώνημα

 

Μεσάνυχτα  και  χτυπάει  δυνατά  το  τηλέφωνο.

Μισοκοιμισμένος  σηκώνει  το  ακουστικό.  Λέγεται.

Παρακαλώ  μήπως  είναι  εκεί  ο  ποιητής  Κώστας  Χελμός;

Όχι  κυρία  μου,  δεν  μένουν  εδώ  ποιητές.  Αγελάδες  έχουμε

και  το ’κλεισε  μ’ έναν  τρόπο  άγριο,  σχεδόν  εχθρικό.

Μάλλον  η  Ευαγγελία  θα  πήρε  επίτηδες  λάθος  αριθμό.

Ίσως  ήθελε  κάτι  να  πει  για  μας,  μπορεί  και  τίποτα.

Όταν  συναντηθούμε  σίγουρα  θα  μας  λύσει  την  απορία.

 

Έλα

 

Λοιπόν  έλα.  Σε  καλεί  ένα  σώμα  γεμάτο  κοχύλια.

Φόρτωσε  τα  όνειρά  σου  στο  πλοίο  της  επιστροφής

κι’ έλα  σαν  την  απαλή  βροχή  του  φθινοπώρου.

Σε  περιμένω  όπως  το  πρωινό  φως  που  χαράζει

γαλάζια  γραμμή  στα  πρόσωπα  των  απελπισμένων.

Από  σένα  ξεκινούν  οι  μνήμες,  οι  ώρες,  η  ζωή.

Κοίτα:  ο  άνεμος  στάθηκε  και  παίζει  με  τα  μαλλιά  σου.

Η  θάλασσα  ακουμπάει  στην  ακτή  και  στην  καρδιά  μας

Κι’  εσύ  μην  αλλάζεις.  Μείνε  όπως  σε  γνωρίσαμε  μικρή.

Ερωτευμένη  με  τα  δέντρα,  τα  πουλιά,  τους  ανθρώπους.     

 

Εξομολόγηση

 

Δεν  άπλωσα  το  χέρι  μου  ζητώντας  το  δικό  σου

επειδή  φοβήθηκα  τη  βροχή,  το  κρύο  και  τη  νύχτα

και  χρειάστηκα  τη  βοήθειά  σου.  Γύρεψα  το  χέρι  σου

επειδή  μου  άρεσαν  τα  ποιήματα  που  έγραφε

κι’ εκείνα  τα  ωραία  καλλιγραφικά  σου  γράμματα.

Έψαξα  το  χέρι  σου  γιατί  πολύ  σε  αγάπησα.

Το  πλοίο  που  έφτασε  το  πρωί  στο  λιμάνι

είναι  γεμάτο  με  ανοιξιάτικα  πρωινά  και  χελιδόνια.

Τα  χρυσάνθεμα  στον  κήπο  σου  κοίτα  πόσο  μεγάλωσαν

και  πόσο  πολύ  σε  ομορφαίνει  το  άσπρο  σου  φόρεμα.

 

Οι  ποιητές

 

Επαίρονται,  Μιχάλης  Δελησάββας  και  Αυγερινός  Μαυριώτης

- αξιόλογοι  ποιητές  και  οι  δύο,  δεν  αντιλέγω –

πως  εκλεκτός  λαός  του  Κυρίου  είναι  μόνο  οι  ποιητές.

Τους  άκουσε  το  μικρό  σπουργίτι

που  λικνιζότανε  στο  ποιο  ψηλό  κλαδί  της  λεμονιάς

κι’ από  εκεί  με  χαμόγελο  που  μάλλον  τους  έσφαζε

τους  μίλησε  απλά,  έτσι  όπως  ξέρει  αυτό  να  μιλάει.

«Μη  σκοτώνεστε  φίλοι  μου.  Ο  παράδεισος  μεγάλος

και  μας  χωράει  όλους.  Ακόμα  και  τον  Μπαλούμη

Τον  αδιόρθωτο  χωρατατζή  και  πάντα  ζαβολιάρη»

 

Κουράστηκα  ν’ ακούω

 

Κουράστηκα  ν’ ακούω  τα  ίδια  λόγια  της  βροχής.

Ας  βγει  επιτέλους  μια  στάλα  ήλιος  στην  αυλή  μας,

να  γεμίσει  με  την  εικόνα  σου  και  με  μικρά  παιδιά.

Απόψε  θ’ αργήσω – όχι  για  πολύ – να  γυρίσω  στο  σπίτι.

Θα  επισκεφτώ  ένα – ένα  τα  πεθαμένα  μου  όνειρά.

Αν  θελήσεις  να  περάσεις  απέναντι,  έχε  το  νους  σου.

Οι  οδηγοί  τρέχουν  και  δε  λειτουργούν  τα  φανάρια.

Χαϊδεύω  τα  μαλλιά  σου  και  με  ζηλεύει  ο  άνεμος.

Μη  σβήνεις  το  φως.  Το  σκοτάδι  είναι  για  τους  νεκρούς

και  κλείσε  τη  μαύρη  ομπρέλα  στο  διάδρομο.

Να  μη  φοβούνται  τα  παιδιά,  να  μη  σκοντάφτουνε  οι  γέροι.

 

Η  επιστροφή  της  Ελένης

 

Επιτέλους  επέστρεψε  η  Ελένη  στη  Σπάρτη.

Λιγάκι  γερασμένη  βέβαια.

Αλλά  γύρισε.

Κι’ άνθισαν  τα  τριαντάφυλλα  στον  κήπο  της

και  γέμισε  με  χελιδόνια  η  αυλή  της.

«καλώς  ήρθατε» της  ευχήθηκα  μαζί  με  τους  άλλους.

και  μου  φάνηκε  τόσο  λίγο,  τόσο  κρύο  και  φτωχό.

Έχεις  έναν  μεγάλο  ουρανό  στην  καρδιά  σου

κι’ εγώ  το  φεγγάρι  που  θέλει  να  τον  κατοικήσει.

Ναι.  Υπάρχουν  και  στην  εποχή  μας  ωραία  πράγματα.

Όπως  λόγου  χάρη  τα  λίγα  χρυσάνθεμα  στο  βάζο

κι’ όπως  οι  δυο  ερωτευμένοι  στο  παγκάκι  στην  παραλία.

 

Όσο  σκέφτομαι

 

Όσο  σκέφτομαι  πως  πρέπει  να  φύγω  το  πρωί

Κάλιο  λέω  μέσα  μου  ποτέ  μην  ξημερώσει.

 

 

 

 

 

Ακύρωση

 

Έτσι  απλά  κι’ αβίαστα  ακυρώσαμε  τη  συνάντηση.

-για  το  τέλος  του  μήνα,  αν  θυμάμαι  καλά,  είχε  ορισθεί –

Λες  και  δεν  ήμασταν  εμείς  που  δώσαμε  την  υπόσχεση.

Φαίνεται  πως  ούτε  κι’ εγώ  την  πίστεψα  ποτέ,

ούτε  κι’ εσύ  την  ήθελες  ειλικρινά  να  γίνει

και  δεν  ωφελούν  σε  τίποτα  οι  όποιες  δικαιολογίες.

Κοίτα:  και  χωρίς  τον  Οδυσσέα

τα  τζάκια  στην  Ιθάκη  καπνίζουν.

 

Τι  θέλεις  να  μάθεις

 

Τι  θέλεις  να  μάθεις  από  μένα  μητέρα.

Ναι,  χτες  επισκεφτήκαμε  το  μαντείο  των  Δελφών.

Είδαμε  πολλά  και  ακούσαμε  το  χρησμό  της  Πυθίας.

Δεν  μας  έπεισε.  Φύγαμε.  Ξέρεις,  εκείνο  το  παιδί

που  μας  γυάλιζε  τις  Κυριακές  τα  παπούτσια,

πήγε  στρατιώτης.  Το  κορίτσι  του  ανθοπωλείου,  παντρεύτηκε

και  τα  παλιά  μας  έπιπλα  τα  κουβαλήσαμε  στο  υπόγειο.

Το  σπίτι  μας  άδειο  κι’ εγώ  στη  μέση  του  δωματίου

ολομόναχος  και  σαν  ξεχασμένος  στη  μέση  του  κόσμου.


Πέρασε  καιρός

Στον  καλό  μου  φίλο  Επαμμ.  Μπαλούμη

 

Πάει  καιρός  που  δεν  εμπιστευόμαστε  πλέον  τα  όνειρα.

Ακόμη  και  τα  παιδιά  σταμάτησαν  να  διαβάζουν  παραμύθια.

Πρωί.  Ανοίγεις  το  παράθυρο  και  κοιτάζεις  τον  κόσμο

σα  να  τον  βλέπεις  για  πρώτη  φορά.  Ίσως  και  τελευταία.

Ένα  σύννεφο  σου  χαμογελάει.  Ανάβεις  τσιγάρο

και  κατεβαίνεις  στον  κήπο.  Ακούς  τα  τζιτζίκια

και  θωπεύεις  το  λουλούδι  που  ανθίζει  όπως  το  ποίημα.

Νύχτωσε.  Κάνει  κρύο.  Κράτα  μου  το  χέρι.  Μη  φοβάσαι,

το  κουδούνι  που  ακούστηκε  δεν  είναι  το  δικό  μας.

 

Κοίτα:  οι  δυο  άντρες  προχωράνε  αργά.  Μίλησε  ο  ένας.

Άντε  ρε  Νώντα.  Ξημερωθήκαμε.  Θ’ ανησυχούν  για  μας.

Άλλη  φορά  δεν  κατεβαίνω  με  πανσέληνο  στην  παραλία.


Κι’ ύστερα  τι;

 

Υπάρχουν  οι  νομοθέτες,  οι  νόμοι,  οι  αρχές

Και  πρέπει  τώρα  πατώντας  πάνω  σε  όλα  τούτα

να  περάσω  απέναντι.  Και  λοιπόν  πέρασα.

Κι’ ύστερα  τι;  Χωρίς  νόμους,  χωρίς  μνήμη,

χωρίς  ήθη  και  έθιμα,  μόνος,  σα  την  κουκουβάγια

να  θρηνώ  στα  ερείπια  και  σαν  τη  νυχτερίδα

κρεμασμένος  ανάποδα  να  περιμένω  το  τέλος.

Όσοι  μας  έταξαν  βοήθεια  αποβραδίς  λακίσανε.

Ελένη  γιατί  τρέμεις;  Δεν  ήθελα  να  σε  φοβίσω.

Κοίτα:  υπάρχουν  ακόμη  πουλιά  και  κελαηδάνε.

Υπάρχω  εγώ,  εσύ,  τα  παιδιά  που  παίζουν  στην  αυλή.

Παραλίγο  να  ξεχάσω  το  γέρο  ταχυδρόμο

που  μας  μοιράζει  πόρτα – πόρτα  τα  γράμματα

και  μας  φωνάζει  όλους  με  το  μικρό  μας  όνομα.


Αρχές  φθινοπώρου

 

Ένα  παιδί  βρέχει  τα  πόδια  του  στη  θάλασσα

και  τραγουδάει.

Ένα  κορίτσι  κυνηγάει  τη  μικρή  πεταλούδα

και  τραγουδάει.

Ο  έφηβος  πέρασε  τραγουδώντας  με  το  ποδήλατο

αφήνοντας  πίσω  του  το  μεσήλικο  ζευγάρι.

Η  γυναίκα  μίλησε  πρώτη.  Ψύχρανε  ο  καιρός.

Καλύτερα,  λέω,  να  γυρίσουμε  και  να  μείνουμε  σπίτι.

Ν’ ανάψουμε  τα  φώτα  και  ν’ ακούσουμε  μουσική.

Άρχισε  να  ψιχαλίζει.  Τα  παγκάκια  αδειάζουν.

Το  χέρι  του,  ψάχνει  μέσα  στη  νύχτα,  το  δικό  της

κι’ ένας  άγγελος  κατέβηκε  και  στάθηκε  μπροστά  τους

κρατώντας  ανοιχτή  τη  μεγάλη  ομπρέλα  του.


Ο  Νώε        

 

Χρόνια  τώρα  κουβαλάω  μέσα  μου  έναν  Νώε

κι’ όλο  ζητάει  να  κατεβεί  στη  θάλασσα  να  ταξιδέψει.

Μα  που  στην  ευχή  θέλει  να  πάει  ο  χριστιανός,

με  μια  τρύπια  κιβωτό,  χωρίς  πανιά,  χωρίς  κουπιά

και  μ’ έναν  άστατο  καιρό  που  τίποτα  δεν  εγγυάται.

Άναψα  το  φως  και  μία – μία  κοιτάζω  τις  φωτογραφίες

που  τράβηξες  τι  καλοκαίρι  στην  παραλία

Εκείνο  το  ψάθινο  καπέλο,  εκείνη  η  κόκκινη  ζώνη

και  τα  μαύρα  γυαλιά  σε  κάνουν  άλλον  άνθρωπο.

Άκου.  Χελιδόνια,  τζιτζίκια,  σπουργίτια,  τιτιβίζουν.

Ένας  κόσμος  αλλόθρησκος  χώρεσε  στην  αυλή  μας.

Άνοιξε  το  παράθυρο  και  πές  τους  ένα  γειά
Θυμάμαι

 

Θυμάμαι  τη  μητέρα  που  μας  έλεγε  συχνά.

Ακόμη  και  στην  παλάμη  του  μικρού  παιδιού

μπορεί  να  χωρέσει  το  σύμπαν.  Κι΄ εμείς  μικροί  τότε

χαιρόμασταν  που  κρύβαμε  το  σύμπαν  στη  χούφτα  μας.

Τώρα  που  μεγαλώσαμε  μόνο  όπλα  μας  δίνουν  να  κρατάμε.

Από  καιρό  θέλω  να  στο  πω  κι’ όλο  το  αναβάλλω.

Το  αηδόνι  στη  ρεματιά  πολλοί  το  ακούνε  κι’ όμως

μονάχα  οι  ερωτευμένοι  το  βλέπουν  κι’ εγώ

δεν  χορταίνω  να  κοιτάζω  εσένα  στην  παραλία

να  χαιρετάς  το  καράβι  που  έρχεται  σφυρίζοντας

κι’ ας  ξέρεις  πως  τίποτα  δεν  φέρνει  για  σένα.


Η  σύγκρουση

 

Μετά  τη  σύγκρουση  του  λεωφορείου  μας  με  το  τρένο

εσύ  έμεινες  για  λίγο  κρεμασμένη  στο  λαιμό  μου

ζητώντας  βοήθεια.  Κι’ ύστερα  το  αυθόρμητο  φιλί  σου.

Πέρασαν  χρόνια  από  τότε  κι’ όμως  τις  νύχτες 

έρχεσαι  μ’ ένα  γαλάζιο  πέπλο  στον  ύπνο  μου

και  μου  θυμίζεις  εκείνη  την  άγια  σύγκρουση.

Σε  βλέπω  να  κρέμεσαι  φοβισμένη  στο  λαιμό  μου.

Θυμάμαι  εκείνο  το  φιλί  σου  και  πως  θα ’θελα

μια  νέα  σύγκρουση  και  να ’άμαστε στο  ίδιο  τρένο,

στο  ίδιο  βαγόνι  και  την  ίδια  ώρα  που  με  σημάδεψε.


Όταν  έρθεις

 

Όταν  έρθεις  να  θυμάσαι  πως  η  πόρτα  του  σπιτιού

ανοίγει  προς  τα  μέσα  κι’ ας  γράφει  το  αντίθετο.

Δύσκολη  η  πρώτη  νύχτα  δίχως  εσένα  και  παρόλο

που  ο  ουρανός  γέμισε  αστέρια  κανένας  δεν  τα  βλέπει.

Όλοι  κοιτάζουν  τον  κύριο  με  τη  μαύρη  καμπαρντίνα

που  βαδίζει  στο  δρόμο  σκυφτός  σαν  κάτι  να  ψάχνει.

Ξέρεις:  ο  Χριστός  και  ο  Παπαδιαμάντης

κυκλοφορούν  ακόμη  στις  ακρογιαλιές.  Ευλογούν

το  πρωινό  άστρο  και  προσεύχονται  γονατιστοί

μπροστά  στο  εικόνισμα  της  θάλασσας.  Κι’ ο  ποιητής

ανήμπορος  στο  μικρό  τραπεζάκι  και  πολύ  γερασμένος

βιάζεται  να  τελειώσει  το  ποίημα.  Ίσως  το  τελευταίο.


Ο  γυρισμός

 

Κυριακή  πρωί  και  ξαναγυρίζω  στο  μακρινό  χωριό.

Άδεια  τα  σπίτια.  Άδειες  οι  αλάνες  που  παίζαμε  παιδιά.

Όμως  ο  ήλιος  εξακολουθεί  να  βγαίνει  απ’  το  ίδιο  μέρος,

το  χιόνι  να  πέφτει  τούφες – τούφες  το  χειμώνα

κι’ όταν  κάποτε  μαυρίζουν  οι  οθόνες  του  κόσμου

βλέπω  εσένα  κι’ ακούω  τον  ήλιο  να  με  φωνάζει.

Βλέπω  εσένα  και  τον  ποιητή  Αυγερινό  Μαυριώτη

ανεβασμένο  στο  δέντρο  να  προσπαθεί  με  κίνδυνο

να  βάλλει  στη  φωλιά  του  το  μικρό  σπουργίτι

που  θέλοντας  να  δοκιμάσει  τα  φτερά  του, 

έπεσε  στο  χώμα.    


Ο  Μάρτης  μήνας

 

Μάρτης.  Η  αρχή  της  άνοιξης  με  τις  υποσχέσεις.

Με  τα  καινούρια  όνειρα  και  τις  πολλές  ελπίδες.

Ναι.  Έχω  γράψει  κι’ εγώ  παλιότερα  κάποια  ποιήματα.

«Νέος  ποιητής,  ο  πολλά  υποσχόμενος,  είπανε  τότε».

Την  Κυριακή  παραβρέθηκα  κι’ εγώ  στην  εκδήλωση.

Διάβασα  κάποια  ποιήματα.  Στη  συνέχεια  τίποτα.

Γύρισα  σπίτι,  κάπνισα  ένα  τσιγάρο  και  πήγα  για  ύπνο.

Το  πρωί  με  το  ποδήλατο  κατέβηκα  στην  παραλία.

Δεν  με  περίμενες.  Είχες  φύγει.  Λοιπόν  ο  Μάρτης  μήνας

είτε  βρίσκεται  στην  επίθεση,  είτε  αμύνεται,  με  σκοτώνει.

Αυτό  ήθελα  να  σας  πω  κι’ ας  μη  με  πιστέψει  κανένας. 

  


Απογοήτευση

 

Πάει  πολύς  καιρός  που  έχουμε  πάψει  πια

να  πιστεύουμε  στα  όνειρα,  στα  γεγονότα,  στους  ανθρώπους.

Αλλιώς  μας  τα  είπανε  το  βράδυ  οι  αυτόπτες  μάρτυρες

κι’ αλλιώς  τα  διαβάζουμε  το  πρωί  στις  εφημερίδες.

Αν  έχεις  σκοπό  να  βγεις,  πάρε  μαζί  σου  την  ομπρέλα.

Ο  καιρός  το  πάει  για  βροχή.


Περιεχόμενα

Η  θάλασσα...............................................................................................6

Τελευταία  επιθυμία..................................................................................7

Ακύρωση...................................................................................................8

Μνήμη.......................................................................................................9

Παράξενος  άνθρωπος..............................................................................10

Το  καρφί..................................................................................................11

Καλοκαιρινό.............................................................................................12

Πρωινό......................................................................................................13

Επιφύλαξη................................................................................................14

Το  τραγούδι.............................................................................................15

Ένα  ποίημα.............................................................................................16

Πως  πέρασε  ο  καιρός............................................................................17

Η  βεβαιότητα..........................................................................................18

Αναβολή..................................................................................................19

Δεν  θέλω.................................................................................................20

Οι  πρώτες  βροχές..................................................................................21

Υπήρξαν  εποχές.....................................................................................22

Συμβίωση................................................................................................23

Οι  Κυριακές...........................................................................................24

Το  δάσος................................................................................................25

Μοναξιά..................................................................................................26

Νέα  αναβολή.........................................................................................27

Εργένης..................................................................................................28

Σχοινοβάτης...........................................................................................29

Η  πολυθρόνα........................................................................................30

Έχω  τα  μάτια  σου...............................................................................31

Εμπιστεύτηκα........................................................................................32

Πορεία  στο  άγνωστο............................................................................33

Νυχτερινό..............................................................................................34

Φθινοπωρινό..........................................................................................35

Τα  ευρήματα.........................................................................................36

Επιθυμία.................................................................................................37

Δεν  με  ακούς – οι  φαροφύλακες.........................................................38

Ο  κλειδούχος.........................................................................................39

Λιακάδα.................................................................................................40

Όπου  είναι  να  πάω..............................................................................41

Πολεμικό...............................................................................................42

Νυχτερινό  τηλεφώνημα.......................................................................43

Έλα........................................................................................................44

Εξομολόγηση........................................................................................45

Οι  ποιητές............................................................................................46

Κουράστηκα  ν’ ακούω........................................................................47

Η  επιστροφή  της  Ελένης....................................................................48

Όσο  σκέφτομαι – ακύρωση..................................................................49

Τι  θέλεις  να  μάθεις.............................................................................50

Πέρασε  καιρός......................................................................................51

Κι’ ύστερα  τι;........................................................................................52

Αρχές  φθινοπώρου................................................................................53

Ο  Νώε....................................................................................................54

Θυμάμαι..................................................................................................55

Η  σύγκρουση..........................................................................................56

Όταν  έρθεις.............................................................................................57

Ο  γυρισμός.............................................................................................58

Ο  Μάρτης  μήνας...................................................................................59

Απογοήτευση...........................................................................................60

 

                           Κώστας  Χελμός

                           Παπανικολή  128,  15232       Χαλάνδρι

                           Τηλ. 2106821702,  Κιν. 6976032984

Ποιητικές  συλλογές  του  ιδίου

 

Λευκό  τοπίο,  2001

                     Το  τελευταίο  σιωπητήριο,  2002

                                                     Φώτα  πορείας,  2003

                                                     Απουσίες,  2004

                                                     Βραδινά  σημειώματα, 2004

                                                     Παράλληλοι  δρόμοι, 2005

                                                     Αφύλακτη  διάβαση, 2006

                                                     Εμπόλεμη  ζώνη, 2007

                                                      Χρώματα  σχήματα, 2009

                                                      Τα  χορικά, 2009

                                                      Ατάκτως  ερριμμένα, 2010

                                                      Νυκτοπορία, 2010

                                                      Δαχτυλιές  στο  τζάμι, 2019

                                                      Τελευταίες  ειδήσεις, 2011

                                                       Προσανάμματα, 2011

                                                      Τα  ελάσσονα, 2012

                                                      Τεχνητά  όνειρα, 2013

                                                       Πορεία  στο  χρόνο, 2013

                                                      Ποιήματα  στη  θάλασσα, 2013

                                                      0ύτε  η  σιωπή  είναι  χρυσός, 2013