Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΑΣΚΗΤΙΚΗ : Με μικρά Βήματα στη Μύηση



 Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ


Πρόλογος : Από πού ερχόμαστε ; Που πάμε ; Έχει κάποιο σκοπό η Ζωή ; Ποιό σκοπό έχει η ΖΩΗ !

Πρόλογος

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.  

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο. Προετοιμασία : Τα τρία Χρέοι


Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ



Προετοιμασία : Τα τρία χρέη (υποχρεώσεις ) μας  .


ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ

Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.
Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.
Τ΄ άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα·
σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.
"Εγώ μονάχα υπάρχω!" φωνάζει ο νους.
"Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.
"Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει.
"Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.
"Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.
"Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.
"Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ· δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: "Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!" Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.
"Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω. "Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει."
Χωρίς μάταιες ανταρσίες να δεις και να δεχτείς τα σύνορα του ανθρώπινου νου, και μέσα στ΄ αυστηρά τούτα σύνορα αδιαμαρτύρητα, ακατάπαυτα να δουλεύεις· να ποιο είναι το πρώτο σου χρέος.
Με αντρεία, με σκληρότητα στερέωσε απάνω στο σαλευόμενο χάος το καταστρόγγυλο, το καταφώτιστο αλώνι του νου, ν΄ αλωνίσεις, να λιχνίσεις, σα νοικοκύρης, τα σύμπαντα.
Καθαρά να ξεχωρίσεις κι ηρωικά να δεχτείς τις πικρές γόνιμες τούτες, ανθρώπινες, σάρκα από τη σάρκα μας, αλήθειες:
α) Ο νους του ανθρώπου φαινόμενα μονάχα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία·
β) κι όχι όλα τα φαινόμενα, παρά μονάχα τα φαινόμενα της ύλης·
γ) κι ακόμα στενώτερα: όχι καν τα φαινόμενα τούτα της ύλης, παρά μονάχα τους μεταξύ τους συνειρμούς·
δ) κι οι συνειρμοί τούτοι δεν είναι πραγματικοί, ανεξάρτητοι από τον άνθρωπο· είναι κι αυτοί γεννήματα του ανθρώπου·
ε) και δεν είναι οι μόνοι δυνατοί ανθρώπινοι· παρά μονάχα οι πιο βολικοί για τις πραχτικές και νοητικές του ανάγκες.
Μέσα στα σύνορα τούτα, ο νους είναι ο νόμιμος απόλυτος μονάρχης. Καμιά άλλη εξουσία στο βασίλειο του δεν υπάρχει.
Αναγνωρίζω τα σύνορα τούτα, τα δέχουμαι μ΄ εγκαρτέρηση, γενναιότητα κι αγάπη, κι αγωνίζουμαι μέσα στην περιοχή τους άνετα σα να ΄μουν ελεύτερος.
Υποτάζω την ύλη, την αναγκάζω να γίνει καλός αγωγός του μυαλού μου. Χαίρουμαι τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους, τους θεούς σαν παιδιά μου. Όλο το Σύμπαντο το νιώθω να σοφιλιάζει απάνω μου και να με ακολουθάει σα σώμα.
Σε άξαφνες φοβερές στιγμές αστράφτει μέσα μου: "Όλα τούτα είναι παιχνίδι σκληρό και μάταιο, δίχως αρχή, δίχως τέλος, δίχως νόημα". Μα ξαναζεύουμαι, πάλι, γοργά στον τροχό της ανάγκης, κι όλο το Σύμπαντο ξαναρχινάει γύρα τρογύρα μου την περιστροφή του.
Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.
Να πως με σαφήνεια και με σκληρότητα να καθορίζεις την παντοδυναμία του νου μέσα στα φαινόμενα και την ανικανότητα του νου πέρα από τα φαινόμενα· πρί να κινήσεις για τη λύτρωση. Αλλιώς δεν μπορείς να λυτρωθείς.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ

Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.
Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει· μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;
Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία.
Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να ΄ταν να μπορούσε η καρδιά μου!
Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουμαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στη λάσπη. Μια προσταγή μέσα μου:
Σκάψε! Τι βλέπεις;
Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!
Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;
Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.
Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;
Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα ΄ναι ο θάνατος.
Σκάψε ακόμα!
Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!
Μην κλαις! Μην κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!
Πέρα από το νου, στον ιερό γκρεμό της καρδιάς, ακροποδίζω τρέμοντας. Το ένα μου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώμα, το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά απάνω από την άβυσσο.
Ψυχανεμίζουμαι πίσω απ΄ όλα τούτα τα φαινόμενα μια μαχόμενη ουσία. Θέλω να σμίξω μαζί της.
Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν΄ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ΄ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
O νους: "Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου."
Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: "Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!"
Ο νους: "Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου.
"Κοιτάζω με απληστία, με ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν΄ ανέβω απάνω στη σκηνή επεμβαίνοντας στην αιματερή κωμωδία.
"Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν΄ αφανίζεται ο κόσμος, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας.
"Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!"
Μα η καρδιά ανατινάζεται και φωνάζει: "Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου!"
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.
Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;
Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.
Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.
Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.
Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα· οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα. Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.
Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του· με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι.
Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία· και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.
Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!
Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.
Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!
Τούτη η αγωνία είναι το δεύτερο χρέος.

ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ

Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ΄ έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.
Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουκράζεται στον αγέρα· κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες· και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.
Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες· το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.
Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.
Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.
Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.
Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.
Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.
Κυλιούμαι μια στιγμή στον αγέρα, πνέω, χτυπάει η καρδιά μου, ο νους μου φέγγει, και ξαφνικά η γης ανοίγει και χάνουμαι.
Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.
Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: "Είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης.
"Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!"
Κι η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: "Κάθουμαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα· δέχουμαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη.
"Και λαχταρώ να γυρίσω πίσω, να κατεβώ στο ζώο, να κατεβώ πιο χαμηλά, στο δέντρο, μέσα στις ρίζες και στα χώματα, να μη σαλεύω.
"Κρατώ, σκλαβώνω την πνοή, δεν την αφήνω να πετάξει· μισώ τη φλόγα που ανεβαίνει. Είμαι η Μήτρα!"
Αφουκράζουμαι τις δυο φωνές τους· δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι. Ένας χορός των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου. Ένας αντίχορος της απάρνησης των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου.
Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες αγάλλουνται και με ακολουθούν, όταν με αγωνία, ενάντια στο παντοδύναμο ρέμα, ανηφορίζω.
Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες ανακουφίζουνται και γαληνεύουν όταν, κατηφορίζοντας, γυρίζω πίσω στα χώματα.
Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.
Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τη ματιά σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!
Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.
Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!
Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.
Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.
Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.
Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου.
Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.
Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ΄ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.
Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!
Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.
Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!
Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: "Αυτό θέλω!"
Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

 Στο Επόμενο Η ΠΟΡΕΙΑ

Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: "Βοήθεια!" Ποιος φώναξε;

Μάζωξε τη δύναμη σου κι αφουκράσου· όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις· κάποιος μέσα σου αγωνίζεται και φωνάζει.

Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την καθημερινήν ανάγκη, να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει και φωνάζει· και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τόνε λευτερώσουμε...............




ΑΣΚΗΤΙΚΗ  Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού)


Ολόκληρη στο  ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ






Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Με τσακισμένες (του Κώστα Χελμού)





Με τσακισμένες Κυριακές δεν χτίζομε το σπίτι μας.

Με τσακισμένους τους καιρούς δεν κάνομε χωριό.

Κι’ ενώ όλοι μας έχομε το μαύρο μας το χάλι

ανέμελοι σαν τον τρελό Βασίλη τραγουδάμε.

Βαφτίσαμε το φόνο αυτοκτονία και τραγουδάμε

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

«Άψινθος» το νέο έργο του Μιχάλη Γκανά.


Άψινθος είναι το φοβερό αστέρι που αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ευαγγελιστού Ιωάννη, το οποίο πέφτει από τον ουρανό, δηλητηριάζει τα νερά και πεθαίνουν οι άνθρωποι επειδή «επικράνθησαν». Είναι και το φυτό Αψιθιά από το οποίο βγαίνει το Αψέντι, το ποτό των Καταραμένων Ποιητών, του Μποντλέρ και των άλλων.
«Άψινθος» (εκδ. Μελάνι, 2012) είναι και ο τίτλος του νέου έργου του Μιχάλη Γκανά. Μια ποιητική σύνθεση που έχει αφορμή την καταστροφή της φύσης, την αποξένωση των ανθρώπων, αλλά και την πρόσφατη μεγάλη οικονομική κρίση όπως την προσεγγίζει ένας ποιητής !!
Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του είναι ένας διάλογος με τη φύση, όπως γίνεται και σε πολλά άλλα ποιήματά του. Όσα τραγικά συμβαίνουν στη φύση τον προβληματίζουν έντονα. Το λιώσιμο των πάγων, η ερήμωση σπάνιων φυσικών τοπίων,το πρόβλημα της πανίδας και της χλωρίδας. Άψινθος είναι το αρωματικό φυτό και από την άλλη πλευρά η φοβερή απειλή που έρχεται δειλά-δειλά με την πάροδο του χρόνου για την οποία ο άνθρωπος δεν είναι αμέτοχος ευθυνών.
Στην ποιητική σύνθεση περιλαμβάνονται αποσπάσματα από την Αποκάλυψη, δύο ποιήματα του Γιώργη Παυλόπουλου, που αναφέρουν πουλιά της ελληνικής φύσης που εξαφανίσθηκαν ή κινδυνεύουν άμεσα και ένα ποίημα του Μάθιου Άρνολντ, «Η παραλία του Ντόβερ», που μιλάει για την αγάπη.
Με τα 16 ποιήματα ο Μ. Γκανάς αντιλαμβάνεται και μεταδίδει την κυρίαρχη αίσθηση του φόβου που είναι βαθύτερος από υπαρξιακός, αρχέγονος και οδηγεί τον σύγχρονο άνθρωπο στην κατάθλιψη. Παράλληλα καταγγέλλει και τη μοναξιά των σημερινών κοινωνιών. Η «Άψινθος» δεν είναι μια ποιητική ή πολιτική διακήρυξη και στο σημείο αυτό ευρίσκεται η αξία της. Όσον αφορά τη γλώσσα, το ύφος και την αρχιτεκτονική, με τη χρίση στίχων του δημοτικού τραγουδιού, λέξεις του καθημερινού λόγου, εικόνες από την αμόλυντη φύση που συνοδεύονται από ποιητικές εικόνες, μας προτείνει έναν άλλο τρόπο δημόσιου λόγου, ο οποίος συνδέει το χθες με το σήμερα και το μέλλον, τις αιώνιες αξίες με την καθημερινή ζωή, την καταγγελία με την αισιοδοξία.
Στο δεύτερο μέρος των ποιημάτων, το προσωπικό, ο Μ. Γκανάς αναφέρεται στους νεκρούς και ζωντανούς φίλους του, για να μας υπενθυμίσει ότι μέσα στη λαίλαπα της καταστροφής υπάρχει η αγάπη και η παρηγοριά.
Πρέπει να τονιστεί ότι στο τελευταίο βιβλίο ο Μ. Γκανάς γράφει δημόσια ποίηση και όχι ιδιωτική. Το εγώ υποχωρεί, ανησυχεί και μας προβληματίζει σοβαρά για το ζητούμενο του καιρού και της ώρας. Ανησυχία μεγαλύτερη από τη βεβήλωση του πλανήτη Γη αλλά και του διαστήματος δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή.
Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Ακολουθεί ένα ποίημα από τα δεκαέξι ποιήματα της συλλογής:
 
Ω αγέννητε γέροντα
εσύ με τα μακριά μαλλιά
με τα άκοπα νύχια
έρχεται μπόρα.
Τα πουλιά τρυπώνουν στα κλαργιά
εσύ με τα μεγάλα φρύδια.
Είμαι μυρμήγκι στην παλάμη σου
και τα μυρμήγκια έχουν φωλιά
εσύ με τα παγωμένα μουστάκια.
Φύλαξέ με
πάρε το φόβο
να περάσει η νύχτα
εσύ με τα κατηφένια γένια.
Αγέννητε γέροντα αιώνιο βρέφος.
 
 

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Ιερά Οδός

 
 

 
 
 

 

Μια επίκαιρη ανάγνωση του έργου του Σικελιανού !

Αφού , απάτριδες της πέρασαν χαλκά στη μύτη και την έδεσαν με χοντρή αλυσίδα , την πατρίδα μου την μάνα μου Ελλάδα έκαμαν το ίδιο και σ` εμένα και στο λαό της ,τον αδελφό μου . Έτσι δεμένες , οδηγημένες δεκάδες χρόνια μέχρι προχθές , από το χέρι του ντόπιου και του ξένου εκμεταλλευτή τους , και από το χέρι του ξένου τοκογλύφου που είναι σήμερα παραδομένες , δίνουν μέσα στην ψυχή μου σαν δυο αρκούδες την τραγική παράσταση τους. Ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος και αυτόματος . Ακριβώς όμοια τότε το 1935 ο Σικελιανός στον δρόμο για το ιερό της Ελευσίνας ……

…………………είδε στην Ιερά Οδό και έγραψε ….

                Ιερά Οδός

«…. απ' το γύρο τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.

Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,

και πίσωθέ του .......ακλούθααν, μ' αλυσίδες

συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες .

Η μία , (ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,

με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο το μέτωπο γαλάζιες,

κι από πάνω μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη

ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν

ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,….»

 
Έτσι μασκαρεμένη την περιγράφει ο ποιητής μα εγώ δεν γελιέμαι ,  την αναγνώρισα ! Η αλυσοδεμένη , η μεγάλη , η πονεμένη και ταπεινωμένη αρκούδα είναι εμένα η μάνα μου η Ελλάδα . Και το αρκουδάκι δέστε πως το περιγράφει ο ποιητής …..

« ….. Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,



σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο

μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο

υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα

του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα

της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα

στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!.....»



-Εγώ -  Πέστε μου τώρα εσείς πως στο μικρό αρκούδι δεν αναγνωρίζετε και εσείς όπως εγώ , τον ανίδεο λαό μας που δεν μαντεύει ακόμα του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα της σκλαβιάς του , ο αδελφό μου ο αδελφός σας ο λαός μας .

-Ο ποιητής-  «……. K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:



"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα

που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,

κ' η ψυχή μου, που Mυημένη την εκράζω,

θα γιορτάσουν μαζί;" ….


………
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,



ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,

ένα μούρμουρο,

κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."  ….



-Εγώ-  Είχε ο ποιητής  για εσάς ένα λόγο παρηγοριάς "Θά 'ρτει η ώρα"  στον τελευταίο στίχο του και σας τον μετέφερα .

Εμένα η ελπίδα μου τελείωσε και βάλσαμο δεν θέλω στις πληγές μου,.

Λεωνίδας Ορφανουδάκης .

 Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Παραπομπή στο κείμενο με απαγγελία , του ποιήματος «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ» του Άγγελου Σικελιανού http://www.youtube.com/watch?v=2bXcKXRebu0



Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ένα άρθρο Για Ποίηση !!


Ένας λόγος για την ποίηση από τον οποίο  μπορεί πολλοί φίλοι να ωφεληθούν όπως εγώ !

Δεν άλλαξα την άποψη μου ότι η ποίηση είναι μια εκτόνωση της ψυχής που έρχεται σε πολλούς ανθρώπους σαν τον έρωτα και σε ακόμα περισσότερους με τον έρωτα . Θεωρώ , ότι παρά την απολυτότητα που το χαρακτηρίζει , και η οποία δεν με εκφράζει, το παρακάτω άρθρο  του κ Γιώργου Καραντώνη είναι ένας  καλός μπούσουλας για όλους όσοι εκ του μηδενός , επιχειρούν να γράψουν ποίηση , και όπως νομίζω ωφέλιμο  για ποιητές και μη !!!



Ποίηση και παραποίηση

 

Η πληθώρα των ποιητικών συλλογών που δημοσιεύονται κάθε χρόνο στη χώρα μας είναι γεγονός πασίγνωστο και πολυσυζητημένο. Γνωστό είναι επίσης ότι η ποιότητα των περισσοτέρων από αυτές κυμαίνεται από τη μετριότητα ως την παναθλιότητα, όπως έχει επισημανθεί από πολλούς. Πολλά βέβαια είναι τα αίτια αυτού του ποιητικού πληθωρισμού «χωρίς αντίκρυσμα», δύο όμως είναι κατά τη γνώμη μου τα κυριότερα: η ματαιοδοξία και η άγνοια. Και για μεν τη ματαιοδοξία, που όπως φαίνεται είναι έμφυτη στην ανθρώπινη φύση, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, τουλάχιστον εγώ προσωπικά και σε αυτό το κείμενο. Για την άγνοια όμως βασικών και αυτονόητων κανόνων της ποιητικής, θα προσπαθήσω να κάνω κάτι, αναπτύσσοντας μερικούς από αυτούς σε ό,τι ακολουθεί, για να δείξω το τι είναι ποίηση – και το τι δεν είναι. Διότι η τέχνη, ως ιδιαίτερη μορφή της ιδεολογίας, έχει τους δικούς της νόμους, αλλά και κάθε είδος τέχνης διέπεται από τους δικούς του ιδιαίτερους κανόνες, η παράβαση και η παραβίαση των οποίων δε μένει ατιμώρητη.

 

Ειδικά για την ποίηση, η «ευκολία» που δήθεν παρέχει στον ανίδεο ο ελεύθερος στίχος (ο οποίος δεν είναι καθόλου ελεύθερος όπως θα δούμε παρακάτω), ενισχύει τη ματαιοδοξία πολλών να δουν το ονοματάκι τους τυπωμένο και τους σπρώχνει να γράφουν και να δημοσιεύουν τα γνωστά εξαμβλώματα που όλοι μας υφιστάμεθα. Και σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να υπογραμμίσω την ευθύνη που έχουν πολλοί γνωστοί ποιητές και κριτικοί, οι οποίοι για διάφορους λόγους, προσωπικούς συνήθως, αντί να κόψουν τα φτερά από την αρχής τους επίδοξους ποιητίσκους, ενισχύουν τη ματαιοδοξία τους ενθαρρύνοντάς τους να τυπώσουν βιβλία ή επαινώντας ψεύτικα αυτά τα βιβλία, κάνοντας έτσι κακό στην ποίηση, στο κοινωνικό σύνολο και – κυρίως – σ’ αυτούς τους ίδιους τους «ποιητές», που ταλαιπωρούνται και ταλαιπωρούν όλους μας με αυτό τον τίτλο!

 

Όπως είπα παραπάνω, κάθε είδος τέχνης έχει τους δικούς του νόμους και κανόνες, μέσα από τους οποίους πραγματώνεται για κάθε δοσμένη χρονική περίοδο (η κάθε εποχή βάζει βέβαια τη σφραγίδα της στην τέχνη και δημιουργεί μερικότερους κανόνες). Ο κινηματογράφος π.χ. βασίζεται κυρίως στην κίνηση, στη γρήγορη εναλλαγή και στον πλούτο των εικόνων, ενώ το θέατρο, παρόλο το συγγενικό χαρακτήρα του με τον κινηματογράφο, βασίζεται κυρίως στο λόγο και λιγότερο στη δράση. Αυτή είναι η αιτία που πλήττουμε θανάσιμα όταν βλέπουμε στατικά κινηματογραφικά έργα, όπως λ.χ. κινηματογραφικές διασκευές θεατρικών έργων που η πλοκή τους εξελίσσεται μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο όταν βλέπουμε τα ίδια έργα στο θέατρο, ακριβώς διότι τότε τηρήθηκαν οι «κανόνες του παιχνιδιού». Η υπέρβαση των όρων και των ορίων κάθε μορφής τέχνης πληρώνεται ακριβά, εκτός βέβαια από ελάχιστες εξαιρέσεις, που όπως πάντα απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

 

Παρόμοια η ποίηση βασίζεται κυρίως στο ρυθμό και στην ιδιαίτερη καλλιέργεια του λόγου. Κάθε ποίημα, για να είναι άξιο του ονόματός του, πρέπει να έχει έναν εσωτερικό ρυθμό, που βέβαια δεν ταυτίζεται τώρα με την ομοιοκαταληξία (όπως δεν ταυτιζότανε ποτέ άλλωστε, αφού η ομοιοκαταληξία, γνώρισμα της ποίησης για μία, μεγάλη έστω, χρονική περίοδο, ποτέ δε δημιουργούσε μόνη της τον αναγκαίο ποιητικό ρυθμό, αλλά απλώς τον υποβοηθούσε) και που είναι πολύ δυσκολότερος να επιτευχθεί τώρα με τον ελεύθερο στίχο, ακριβώς επειδή δεν έχει την εξωτερική βοήθεια της ομοιοκαταληξίας. Αυτός ο εσωτερικός ρυθμός είναι πολύ δύσκολο να οριστεί ακριβώς πώς είναι και ιδίως πώς επιτυγχάνεται, σε γενικές όμως γραμμές μπορούμε να πούμε ότι δημιουργείται με την επιτυχημένη εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών, με την κατάλληλη τοποθέτηση λέξεων που τονίζονται στην ίδια συλλαβή ή έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών και έτσι δημιουργούν μια «μουσικότητα», με την εσωτερική ομοιοκαταληξία μέσα στον ίδιο στίχο και βέβαια, ακόμα και σήμερα, με την εξωτερική ομοιοκαταληξία, όταν και όπου χρειάζεται (σήμερα π.χ. η εξωτερική ομοιοκαταληξία προσφέρει πολλά στα ειρωνικά και στα σατυρικά ποιήματα). Όλα αυτά βέβαια αποτελούν και την καλλιέργεια του λόγου που πρέπει να έχει ένα καλό ποίημα, θα πρόσθετα όμως επίσης τις συνηχήσεις, τις παρηχήσεις, τη χρησιμοποίηση λέξεων που περιέχουν ένα ή περισσότερα ίδια σύμφωνα ή φωνήεντα, δηλαδή τη χρησιμοποίηση συγγενικών και δεμένων μεταξύ τους λέξεων, την αλλαγή της συνηθισμένης τοποθέτησης των μερών του λόγου στο στίχο, όταν και όπου χρειάζεται (π.χ. πρώτα το ρήμα και ύστερα οι υπόλοιπες λέξεις ή πρώτα το ουσιαστικό και ύστερα το επίθετο κλπ.). Αυτά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά της πραγματικής ποίησης και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν φορμισμός ή, πολύ περισσότερο, φορμαλισμός.

 

Διότι, αν και για τα άλλα είδη του λόγου είναι επιθυμητή η ύπαρξη πολλών απ’ όσα προανέφερα, για την ποίηση είναι conditio sine qua non, αυτή εξάλλου είναι και η αιτία που η ποίηση είναι πιο δύσκολη στη μετάφραση και χάνει περισσότερο το μεταφρασμένο ποίημα, απ’ ότι το μεταφρασμένο μυθιστόρημα ή το μεταφρασμένο θεατρικό έργο. Όλα τα κατασκευάσματα με τις λέξεις που γρονθοκοπούνται αναμεταξύ τους, με την αυθαίρετη διαίρεσή τους σε στίχους που καμιά ανάγκη δεν εξυπηρετούν, με την ανυπαρξία ρυθμού και προσεχτικά επιλεγμένων λέξεων, με την πεζότητα και την αρρυθμία, είναι ποιήματα χωρίς ποίηση, για να θυμηθούμε λίγο τον πάντα επίκαιρο Ροΐδη.

 

 

Ένα εύκολο και πολύ απλό πείραμα που μπορεί να κάνει ο καθένας, δείχνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τι είναι ποίηση και τι δεν είναι: Διαβάστε μεγαλόφωνα ένα ποίημα συνέχεια, χωρίς να σταματάτε στους στίχους, δηλαδή διαβάστε το σαν να ήταν πεζό, μη δίνοντας σημασία στη διαίρεσή του σε στίχους. Αν μπορέσετε να το διαβάσετε γρήγορα, αν δε σκοντάφτετε διαρκώς στο ρυθμό του και στη μουσικότητά του, τότε αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, κι ας έχει γραφτεί σε στίχους. Αντίθετα, μπορεί ένα ποίημα να είναι γραμμένο σε πεζή μορφή κι όμως να πάλλεται κυριολεκτικά από ποιητικότητα και μουσικότητα, όπως π.χ. εκείνες οι καταπληκτικές «Λέξεις» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Αυτή είναι μάλιστα η γοητεία – και η δυσκολία φυσικά – του ποιήματος που είναι γραμμένο σε πεζό: Χωρίς να έχει κρατήσει κανένα απολύτως από τα εξωτερικά στοιχεία του ποιήματος, παραμένει ποίημα, γιατί η ποίηση αναβλύζει από μέσα του και δε χρειάζεται τα γνωστά δεκανίκια για να στηριχτεί.

 

Εκτός από την πεζολογία, ένας άλλος θανάσιμος εχθρός της ποίησης είναι η εγκεφαλικότητα. Η εγκεφαλικότητα είναι βέβαια εχθρός κάθε μορφής τέχνης, διότι η τέχνη λειτουργεί με εικόνες δοσμένες συναισθηματικά και όχι με ψυχρές νοητικές κατασκευές. Αν όμως μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι σε ορισμένες μορφές τέχνης έχουμε επιτυχημένα παραδείγματα εγκεφαλικών έργων (π.χ. μουσική με ηλεκτρονικούς υπολογιστές), στην ποίηση κάτι τέτοιο είναι contradictio in terminis! Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μιλάμε π.χ. για ποιητικό κινηματογράφο ή για ποιητική (λυρική) πρόζα, για να υποδηλώσουμε τα έργα εκείνα άλλων μορφών τέχνης που έχουν μέσα τους ένα περίσσευμα συναισθηματισμού και ευαισθησίας. Η εγκεφαλικότητα στην ποίηση έχει ως μόνο αποτέλεσμα την κατασκευή νεκρογενών κομματιών που δεν τα διαπερνά η παραμικρή ποιητική πνοή.

 

Η πεζολογία και η εγκεφαλικότητα δεν είναι, δυστυχώς, οι μόνοι εχθροί της ποίησης. Η κακώς εννοούμενη στράτευση συμπληρώνει το κακό. Βέβαια δεν υπάρχει τέχνη μη στρατευμένη: Κάθε έργο τέχνης είναι στρατευμένο σε κάποια ιδέα, πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, εθνική, φιλοσοφική. Η τέχνη για την τέχνη δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει ποτέ. Όμως η στράτευση στην ποίηση, ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας και της ιδιορρυθμίας της, παρουσιάζει πολλά προβλήματα και αρκετές δυσκολίες, που η ανάλυσή τους θα απαιτούσε ένα ολόκληρο δοκίμιο. Εκείνο που μπορούμε να πούμε άφοβα είναι το εξής: Ένα ποίημα, όπως κάθε έργο τέχνης γενικότερα, για να πείθει ιδεολογικά, πρέπει πρώτα και κύρια να πείθει αισθητικά. Η μορφή και το περιεχόμενο συνδέονται αδιάσπαστα και αδιάκοπα. Δεν μπορεί να υπάρχει ποίημα κακό μορφικά, αλλά καλό ιδεολογικά: Κάτι τέτοιο απλούστατα όχι μόνο δεν είναι έργο τέχνης, αλλά δε λειτουργεί αποτελεσματικά ούτε σαν προπαγανδιστική μπροσούρα, διότι η αποτυχία του είναι εγγενής, αφού η κακή μορφή του εμποδίζει και αποθαρρύνει οποιονδήποτε από το να συγκινηθεί από το καλό περιεχόμενό του. Κάθε υπερτίμηση του περιεχομένου και υποτίμηση της μορφής, οδηγεί σε έργα ψεύτικα και ανάπηρα, όχι μόνο από την καλλιτεχνική τους πλευρά, αλλά, το τονίζω ακόμα μια φορά, και από καθαρά ιδεολογική πλευρά.

 

Ο αγώνας και η αγωνία για τη μορφή και την πρωτοτυπία είναι λοιπόν όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και καθήκον κάθε πραγματικού ποιητή. Αλίμονο αν κάθε γενιά δεν πρόσθετε κάτι το διαφορετικό στην ποίηση της προηγούμενης γενιάς. Αλίμονο αν δεν υπήρχε η πολυμορφία και η πολυχρωμία στην ποιητική έκφραση. Τότε η υπόθεση της ποίησης θα καταντούσε γρήγορα βαρετή και ξεπερασμένη. Και κάνουν πολύ μεγάλο λάθος όσοι συμβουλεύουν νέους ποιητές να γράψουν κάτι για το λαό, λες και ο λαός είναι κάποιος ζητιάνος για να φορέσει τα ποιητικά αποφόρια και να φάει τα ποιητικά αποφάγια που τόσο γενναιόδωρα του προσφέρουν! Το λάθος τους είναι διπλό: ιδεολογικό και αισθητικό, για τους λόγους τους οποίους εξήγησα αμέσως πιο πάνω.

 

Ένας ποιητής και γενικά ένας καλλιτέχνης, πρέπει βασικά να είναι ειλικρινής και τίμιος με τον εαυτό του. Τότε μόνο υπάρχει περίπτωση να συγκινήσει, άρα να πείσει, τον περίγυρό του, όταν ο ίδιος έχει προηγούμενα συγκινηθεί από αυτά για τα οποία γράφει. Αν κάποιος δε συγκινείται από τις φρικαλεότητες του ιμπεριαλισμού, είναι χαμένος κόπος να τον παροτρύνουμε να γράψει γι’ αυτές: Το αποτέλεσμα θα είναι ένα χλιαρό νεροζούμι, αδιάφορο ή και κακό, τόσο αισθητικά, όσο και ιδεολογικά. Και δυστυχώς βλέπουμε στις μέρες μας να πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα αυτά τα άχρωμα, άνοστα και άοσμα κατασκευάσματα, μαζί βέβαια με τα ερωτήματα που αναγκαστικά γεννούν: Καλά, αυτά τα «ποιήματα» είναι υποτίθεται για το λαό, ποιος λαός όμως τα διαβάζει; Οι πενήντα-εκατό άνθρωποι στους οποίους χαρίζει ο ίδιος ο ποιητής το βιβλίο του; Διότι εκτός από όλους τους άλλους λόγους που ανέφερα παραπάνω, η ανικανότητα αυτής της «ποιητικής προπαγάνδας» οφείλεται και σε έναν ακόμα πολύ απλό λόγο: Δεν υπάρχει στη χώρα μας αυτό το λαϊκό αναγνωστικό κοινό, για το οποίο υποτίθεται πως γράφτηκαν αυτά τα έργα! Ούτε μπορεί κανείς σοβαρός άνθρωπος να ισχυριστεί πως με τέτοια απλοϊκά και λαϊκιστικά κατασκευάσματα, θα προσεγγίσει ο λαός την ποίηση. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να δώσουμε στο λαό μεγάλη ποίηση, αληθινή τέχνη, αλλά και να πάρουμε από αυτόν τη μεγάλη αγέραστη ποίηση που αυτός δημιούργησε, τα αθάνατα δημοτικά μας τραγούδια, που και λαϊκά είναι και στρατευμένα και, το κυριότερο, άρτια από κάθε άποψη!

 

Ανάπτυξα σε γενικές γραμμές και όσο πιο σύντομα μπορούσα τι είναι ποίηση και με τις δυο σημασίες της λέξης, δηλαδή τέχνη, δημιουργία, κατασκευή αυθεντική και γνήσια. Όλα τα άλλα είναι παραποίηση και παρα-ποίηση, δηλαδή νόθευση, πλαστογραφία, απομίμηση κίβδηλη και φτιαχτή, ξεστράτισμα από τον πραγματικό δρόμο της αληθινής ποίησης.

 

Γεώργιος Δ. Καραντώνης

Δεκέμβρης 1984

 

Από το βιβλίο του Γ. Καραντώνη "Η κατάσταση των πραγμάτων", εκδ. Αλεξίσφαιρο, 1994. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Αλεξίσφαιρο", τεύχος 18, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1989.

Και εμείς το αναρτήσαμε από το stigmalogou.blogspot.gr

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

«ΠΙΣΤΕΥΩ Σ' ΕΝΑ ΘΕΟ» του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


Από το τέλος του κορυφαίου κατά τη γνώμη μου έργου του , την «Ασκητική»
Λεωνίδας Ορφανουδάκης




ΑΣΚΗΤΙΚΗ  Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού)

Ολόκληρη στο  ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ


 
Ν. Καζαντζάκης   
 
                  ΠΙΣΤΕΥΩ
ΠΙΣΤΕΥΩ Σ’ ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ’ ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ’ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΦΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ. ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ. “ΒΟΗΘΕΙΑ!” ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. “ΒΟΗΘΕΙΑ!” ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ. ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: “ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ”. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: “ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ”. ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ: ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!
ΤΕΛΟΣ
 
Και Ελάχιστα σχετικά Βιογραφικά του . 
Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».
Τελικά δεν αφορίστηκε , αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον κατέκρινε και το όνομά του εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να φέρει το στίγμα αυτό της εκκλησίας. Επίσης, ο Τελευταίος Πειρασμός καταγράφτηκε στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε σχετικό τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello», δηλαδή «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση».
ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ  προτάθηκε ο Καζαντζάκης για το ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ  . Την πρώτη απ' την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και  δυο φορές προτάθηκε απ' τη Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών ! ΠΟΤΕ ΟΜΩΣ  απ' την ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ !!!!!!!!
Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή:
ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ , ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΜΕ ΤΙΠΤΑ , ΕΙΜΑΙ ΛΕΦΤΕΡΟΣ
Λεωνίδας Ορφανουδάκης