Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Ο Κώστας Τριανταφυλλίδης ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΑΣ του Φώτη Στεργίου






ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΑΣ του Φώτη Στεργίου

ΡΙΖΑ, Μάρτιος 2001

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ

Κριτικό Σημείωμα

Είναι μεγάλη χαρά – σήμερα μάλιστα που ο ορυμαγδός των λόγων έχει φτάσει πια στο μη περαιτέρω – να συναντάς ένα βιβλίο που να σου επιβάλλεται αμέσως με τη  ποιότητα του περιεχομένου και το όλο κάλλος του. Και τέτοια χαρά δοκιμάζω σήμερα καθώς κρατώ στα χέρια μου ένα μεστό τόμο με δοκιμιακά κείμενα πάνω σε πρόσωπα και πράγματα της Λογοτεχνίας μας. Συγγραφέας του ο κ. Φώτης Στεργίου, προικισμένος φιλόλογος και δόκιμος κριτικός των γραμμάτων μας.

Το βιβλίο του κ. Στεργίου περιλαμβάνει κριτικά και αισθητικά κείμενα πάνω στο έργο: του Σολωμού, του Κάλβου, του Παλαμά, του Καβάφη, του Παπαδιαμάντη, του Μωραϊτίδη. Κι ακόμα: του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, του Γιάννη Βλαχογιάννη, του Αντώνη Τραυλαντώνη. Και εντελώς σύγχρονων, όπως είναι: ο Λουκής Ακρίτας (ο λαμπρός πεζογράφος και απομνημονευματογράφος του Αλβανικού έπους – «Οι αρματωμένοι»), ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος (ο πολυειδής και συνειδησιακά άγρυπνος) και ο Πέτρος Δήμας (που με μια τρυφερότατη οδύνη σηματοδότησε την παρουσία του στα Νεοελληνικά Γράμματα).

Τα «Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας» πιστεύω ότι είναι καρπός της ένθερμης αγάπης,  αλλά και της άρτιας κριτικής και αισθητικής παιδείας του συγγραφέα τους. Εντυπωσιάζουν για την εποπτική τους θεώρηση, την κριτική τους ευστοχία και την εναργή και ευτυχισμένη χρήση της γλώσσας μας.

Κύριος των θεμάτων του, ο συγγραφέας αφήνει ωστόσο το πνεύμα του να κινηθεί ρεμβαστικά, έτσι που τα κείμενά του (ενώ δεν χάνουν τίποτε από την κριτική τους εμβέλεια) να πλουτίζονται με την αβρότητα και τη χάρη μιας εκλεπτυσμένης αισθητικής.

Ιδού ένα δείγμα γραφής:

«Αλλά το έργο του (Σολωμού) , έτσι όπως έφτασε ως εμάς, έτσι όπως μας το παρουσίασε η κριτική οξυδέρκεια του Πολυλά, αποσπασματικό, ερειπωμένο, είναι αυτό που μπόρεσε να μας αφήσει ο Σολωμός (τα χαμένα χειρόγραφα μάλλον είναι μύθος). Ωστόσο κι έτσι δεν χάνει την αξία του κι είναι πάντοτε ολόλαμπρη και ολοζώντανη η παρουσία του στον εθνικό πνευματικό μας βίο. Χρόνια και χρόνια τώρα συνοδεύει τις γενεές στις υψηλότερες πνευματικές ανατάσεις, σελαγίζει στον πνευματικό ουρανό της Ελλάδος και αποτελεί, μαζί με το Εικοσιένα, το σημαντικότερο φανέρωμα του νεοελληνικού πνεύματος».

Θα παραθέσω και μιαν έκτακτη παρατήρηση του συγγραφέα στον «Παπαδιαμάντη» του – καίρια ερμηνευτική του προσώπου και του έργου:

«Ό, τι άγγιξε το πνεύμα και τις αισθήσεις του, το εβίωσε, σύρριζα στην ψυχή του, ο πλήρης, καθολικός άνθρωπος, που δεν μερίζεται, σχηματικά και αυθαίρετα, σε σώμα- ψυχή. Με αποτέλεσμα, η όποια του εμπειρία, καθώς υψώνεται στο χώρο το φωτεινό του πνεύματος, λυτρωτικά κι εξαγνιστικά, να μη χάνει την αμεσότητά της και να αποκαλύπτει εικόνες ομορφιάς και ανθρώπινης συγκίνησης».

(Στο δοκίμιο «Κωνσταντίνος Χατζόπουλος» συναντώ το ευστοχότατο αισθητικό και ερμηνευτικό παράθεμα του Κωστή Παλαμά – ας μου επιτραπεί η Παρεμβολή:

«Ο ποιητής εγεννήθη και έζησε παρά τας όχθας του Αχελώου… εκεί όπου γύρω εις τας μαγικάς αποκοιμισμένας λίμνας και επάνω εις τα γαλανά νερά των η βλάστησις πλουτεί όσον σπανίως αλλαχού εις φυτά και εις άνθη υδροχαρή. Εκ τούτων θα ηδύνατό τις να εξηγήση το άφθονον όσο και καλαισθητικόν σκόρπισμα πολυωνύμων λουλουδιών μέσα εις τους στίχους του»!)

Και θα κλείσουμε τη μικρή αυτή δειγματοληψία με ένα απόσπασμα, όπου αποκαλύπτεται και πάλι η αισθαντικότητα και η κριτική ευστοχία:

«Η ποίηση του Πέτρου Δήμα, βαθύτατα λυρική στην ουσία της, διαποτίζεται από τη νοσταλγία. Είναι μια αγιάτρευτη νοσταλγία της κατατρύφερης ηλικίας, που διαμόρφωσε μια ιδιοσυγκρασία ρεμβώδη, φιλομοναστική, σαρκαστική και πεσσιμιστική. Εκείνο που χαρακτηρίζει την ποίησή του είναι η καθαρή και πυκνή ποιητική έκφραση, η οποία πετυχαίνεται με την άγρυπνη φροντίδα της λέξης και με την υψηλή συνείδηση της ποιότητας του λόγου, πράγματα που του εξασφαλίζουν μια άρτια τεχνική».

Πιστεύω, πως τα «Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας» είναι μια από τις εγκυρότερες και γενναιότερες ερμηνευτικές συμβολές στη νέα ελληνική μας Γραμματεία.

Το βιβλίο – ήδη από την πρώτη του έκδοση – προλόγισε ο αείμνηστος Βαγγέλης Σκουβαράς, καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, ο οποίος, με συγκινημένη διάθεση και τη γνωστή του επιστημονική εγκυρότητα, επεσήμανε τις αρετές του.

Η παρούσα δεύτερη έκδοση κοσμείται με πλουμίδια και φωτοτυπημένα χειρόγραφα συγγραφέων – και με τη χειρόγραφη επιστολή του Παναγιωτόπουλου, όπου ο αλησμόνητος Γιαννάκης «με θερμά αισθήματα τιμής και φιλίας» ορίζει την αξία αυτού του «ουσιαστικού» βιβλίου.

Εύχομαι και εγώ αυτό το βιβλίο  - σωστή «Πινακοθήκη»- να καταστεί εντρύφημα του ευρύτερου κοινού, και ιδίως των νέων, που, πάντα αγνοί και ανυστερόβουλοι διψούν για τη γνώση όλων των ωραίων πραγμάτων.

                                                                                                Κώστας Τριανταφυλλίδης

Για τη μελέτη «Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας», του Φώτη Στεργίου .





ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


Φώτης Στεργίου «Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας», Μελέτη, Εκδόσεις Σοκόλη 1999


Προτάσσω της ανάρτησης του άρθρου αυτό το απόσπασμα του .


 «Αν ευχόμουν ένα σχολείο αφοσιωμένων ποιητών (….) θα ήταν ένα σχολείο, όπου οι μαθητευόμενοι, ανάμεσα σε πολλά άλλα (…) θα μάθαιναν απ΄έξω μεγάλα κομμάτια από τους ποιητές μας, αρχίζοντας από τον Όμηρο ως τους Βυζαντινούς υμνογράφους, τον Διγενή, τον Φτωχοπρόδρομο (…). Θα μάθαιναν ό, τι μας είναι γνωστό από την αρχαία προσωδία – θα έκαναν ασκήσεις πάνω στους διάφορους τύπους του δεκαπεντασύλλαβου και σε πολύ αυστηρά στιχουργικά θέματα – θα δοκίμαζαν, τέλος, να συμπτύξουν εικοσιπέντε στίχους ενός ποιήματος σε τρεις. Θα απέφευγα τις σχολικές αναλύσεις των κειμένων – απεναντίας, θα χρησιμοποιούσα κάθε μέσο για να τους φέρω στην αμεσότερη επαφή με την υφή της γλώσσας αυτών των ποιημάτων. Έπειτα θα τους άφηνα ελεύθερους να βρουν το δρόμο τους».


Κυρίως για να διαβαστεί αυτό το απόσπασμα του άρθρου έκανα την ανάρτηση με την ελπίδα να βοηθήσει λίγο όσους διδάσκουν , τους πολλούς που γράφουν κυρίως όμως όσους θέλουν να μάθουν να γράψουν ΠΟΙΗΣΗ .


Λεωνίδας Ορφανουδάκης


                                                        ------  .  ------


 
Ακολουθεί όλο το άρθρο  όπως δημοσιεύθηκε  στην ΑΥΓΗ :


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Φώτης Στεργίου «Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας», Μελέτη, Εκδόσεις Σοκόλη 1999


ΑΥΓΗ, 23 - 4 – 2000


Της Δήμητρας ΠΑΥΛΑΚΟΥ


Ο δοκιμιακός λόγος όπως καταγράφεται απ΄αυτή τη στήλη στα σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια που ταξιδεύει, σπάνια έχει την ευκαιρία να χαρεί την αφιέρωση, την έγνοια του πνευματικού (όπως τουλάχιστον μας το δίδαξαν οι δάσκαλοί μας) σε τόνους χαμηλούς και καρδιακούς.


Ο συγγραφέας Φώτης Στεργίου, συνταξιούχος έμπειρος φιλόλογος, ασχολείται με ιερές μορφές της λογοτεχνίας μας και διεισδυτικά, σεμνά, με όρους σχεδόν απόλυτης γνώσης καταθέτει σε τούτο το βιβλίο την ψυχή του. Μαθητής του Βαγγέλη Σκουβαρά, διδάχτηκε να στηρίζει την άποψή του όσο κόστος και αν έχει το διά ταύτα. Και έχει  κόστος –και στο επίπεδο του καθημερινού λόγου και στο επίπεδο της δοκιμιογραφίας, παρ’ότι θα νόμιζε κανείς ότι εκεί, όπως και στη λογοτεχνία, είναι ο γράφων απρόσκοπτος. Άκριτος δεν μένει ποτέ κανείς. Το σθένος δε στην κριτική της λογοτεχνίας κάποιοι το πλήρωσαν ακριβά. Πότε δια της αποσιωπήσεως, πότε δια της λασπολογίας. Ας είναι. Εδώ αναλύονται και προσεγγίζονται ιστορικά και λογοτεχνικά ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Κων/να Χατζόπουλος, ο Παπαδιαμάντης, ο Μωραϊτίδης, ο Βλαχογιάννης, ο Τραυλαντώνης, ο Λουκής Ακρίτας, ο Πέτρος Δήμας και, τέλος, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. Πρόκειται για δοκίμια, στα οποία μπορεί κανείς να στηριχτεί, να ακουμπήσει. Η γραφή και το ύφος υποχρεώνουν σχεδόν σε μια μονορούφι ανάγνωση. Γλαφυρός ο συγγραφέας, με μια χρήση της ελληνικής από τις πολύ σπάνιες πια στον καιρό της ευτέλειας που κατατρώγει τα άκαυτα χλωρά του κοινωνικού ιστού.


Γνωρίζει πώς να ευγενίσει τους ήδη καταξιωμένους της ιστορίας της λογοτεχνίας. Παραθέτει αποσπάσματα κατάλληλα να υποστηρίξουν τη δομή του έργου και ούτε για μια στιγμή δεν αφίσταται από τις καταβολές της ψυχής του γράφοντος, κάτι που το θεωρώ, ίσως, τη σημαντικότερη αρετή του έργου.


Όμως συμβαίνει και κάτι άλλο, επίσης σημαντικό. Αξιοποιεί τα ιστορικά και βιβλιογραφικά δεδομένα που μαζί με τα βιογραφικά γεγονότα του επιτρέπουν την καλύτερη συνολική ανάγνωση. Ένα απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στον Σπ. Τρικούπη, ας πούμε, όπου ο Τρικούπης διείδε την αξιοσύνη του Σολωμού, το αξιοποιεί και ο συγγραφέας τόσο καλά που δυναμώνει τη φιλολογική του επιχειρηματολογία. Έχει σημασία το ότι διαλέγει που και πως παραθέτει, πότε και γιατί χρησιμοποιεί τα αποσπάσματα.


Πρόκειται για κείμενα εικοσαετίας και πλέον που συνέταξε, θα έγραφε κανείς, βουτώντας την πέννα όχι στον νου, μα στην ψυχή. Ίσως όμως κάποιος να αναρωτηθεί: αφού υπάρχει μια μεγάλη βιβλιογραφία, γύρω από τα ήδη καταξιωμένα αυτά πρόσωπα, τι χρείαν έχομεν νέων αναφορών; Πολύτροπα, πληθωρικά, άγρυπνα, πολυεδρικά, αλλά πάντως αναμασήματα; Στον δύσπιστο αυτόν αναγνώστη που έμαθε να αναγνωρίζει το επίθετο άξιος σε συγκεκριμένα ονόματα δεν αρκεί να του μιλήσουμε για στερεοτυπική σκέψη, αλλά να του θυμίσουμε εκείνο το μετ΄ευτελείας. Με τα ταπεινά και τα φτωχά χτίστηκε ο πολιτισμός. Τι να κάνουμε;


Ο Φώτης Στεργίου δεν είναι ένας πασίγνωστος κριτικός μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδας. Ένας καλός μάστορας του λόγου είναι. Όπως οι καλοί χτίστες που δεν τους γνωρίζει κανείς, εκτός κι αν τους χρειαστεί για να λαξεύσουν τις πέτρες για τη μάντρα τους… Χαρακτηρίζει τον Παλαμά ταγό του έθνους και επιχειρηματολογεί καταλλήλως. Λέγει απερίφραστα ότι ο Παλαμάς έζησε και έγραψε σε έναν καιρό που ο Έλληνας κινδύνευε να χάσει τον εαυτό του. Και μου θύμισε τις αποφράδες ημέρες του Κοσόβου και ο συνειρμός προς πάσαν χρήσιν. Μια κορυφαία, νομίζω, στιγμή στο έργο είναι το σημείωμα: αντί επιλόγου.


Στάθηκα με συγκίνηση στο απόσπασμα της ομιλίας του Σεφέρη, όταν ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1965. Πραγματικά αντί επιλόγου ας κατατεθεί και ίσως βοηθήσει ως μεταφορικός καθρέφτης πολλούς που γράφουν ό, τι νομίζουν ή νομίζουν ότι γράφουν επειδή κάποιοι τους «πέρασαν» σε μεγάλα έντυπα:


«Διεκδικώ και υποστηρίζω την ελευθερία του ποιητή, όπως το έκανα πάντα, ξέροντας άλλωστε πως όποιο φραγμό κι αν του βάλουμε δεν θα αντέξει (…). Αν ευχόμουν ένα σχολείο αφοσιωμένων ποιητών – για να θυμηθώ το Ρήγα – θα ήταν ένα σχολείο, όπου οι μαθητευόμενοι, ανάμεσα σε πολλά άλλα (…) θα μάθαιναν απ΄έξω μεγάλα κομμάτια από τους ποιητές μας, αρχίζοντας από τον Όμηρο ως τους Βυζαντινούς υμνογράφους, τον Διγενή, τον Φτωχοπρόδρομο (…). Θα μάθαιναν ό, τι μας είναι γνωστό από την αρχαία προσωδία – θα έκαναν ασκήσεις πάνω στους διάφορους τύπους του δεκαπεντασύλλαβου και σε πολύ αυστηρά στιχουργικά θέματα – θα δοκίμαζαν, τέλος, να συμπτύξουν εικοσιπέντε στίχους ενός ποιήματος σε τρεις. Θα απέφευγα τις σχολικές αναλύσεις των κειμένων – απεναντίας, θα χρησιμοποιούσα κάθε μέσο για να τους φέρω στην αμεσότερη επαφή με την υφή της γλώσσας αυτών των ποιημάτων. Έπειτα θα τους άφηνα ελεύθερους να βρουν το δρόμο τους».

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Φάτα Μοργκάνα (στίχοι Νίκος Καββαδίας ,Μουσική εκτέλεση Μαρίζα Κώχ)


Φάτα Μοργκάνα
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας


Ο Νίκος Καββαδίας είπε για αυτό το ποίημα :

Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει στη Σικελία στο στενό ή στη Νάπολη απόξω και παρουσιάζει τρεις γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα .


Ακούστε το εδώ σε Μουσική εκτέλεση από τη Μαρίζα Κώχ : http://www.youtube.com/watch?v=g9iiK7q2RC4&feature=kp

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ (μοναχικός θρήνος (Δ.Χαριτόπ​ουλος)


ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ
Ο μοναχικός θρήνος
ος (Δ.Χαριτόπουλος)
Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία  
Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)


Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.

(Τσιτσάνης)
Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.

(Βαμβακάρης)
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.
Είναι χορός μοναχικός.
Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι' αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.
Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ' άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.
(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ' όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)
Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι' αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν' ανοίξει η γη να μπει».
Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
Πότε μ' ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.
Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.
Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.
Μπορεί και να γίνει έτσι.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
# Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».
ΤΑ ΝΕΑ , 14-09-2002  , Σελ.: P35 
Κωδικός άρθρου: A17439P351 
ID:332807




Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ( Η ΖΩΗ και το ΕΡΓΟ ΤΟΥ) Από το Φώτη Στεργίου





Ότι καλλίτερο υπάρχει , σε περιληπτική μεν αλλά και πληρέστατη δε παρουσίαση , της Ζωής και  του  Έργου του μεγάλου Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη , πιστεύω πως το βρήκα στο άρθρο που δημοσιεύω σήμερα στο ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ . Το άρθρο είναι από παλαιό δημοσίευμα , του εκλεκτού  φιλολόγου κ. Φώτη Στεργίου και είχε τίτλο «Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ». Ότι και να έχετε διαβάσει ή ξέρετε για τον Καζαντζάκη σε αυτό το άρθρο σίγουρα κάτι πολύ ενδιαφέρον θα βρείτε !!   Προτείνω , ειδικά στους  φιλολόγους , να το φυλάξουν στο αρχείο τους !


Λεωνίδας Ορφανουδάκης




ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ : Η ΖΩΗ και το ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Πεζογράφος, στοχαστής, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής ο Νίκος Καζαντζάκης(1883-1957),καλλιέργησε όλα τα είδη του λόγου, επλούτισε τη λογοτεχνία μας με νέο πάθος και παλμό και την έφερε πολύ κοντά στα προβλήματα του καιρού μας. Πρόκειται για ένα συγγραφικό φαινόμενο τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπου το <<μέγεθος>>προβάλλεται περισσότερο από την απαρόμοιαστη πνευματική του προσωπικότητα και λιγότερο από τα επί μέρους έργα του. Άλλωστε μπορούμε να πούμε, παρακολουθώντας όλες τις εκδηλώσεις ότι ένα νησί, η Κρήτη κι ένα βιβλίο, η << Ασκητική>>, τροφοδοτούν τις επί μέρους συγγραφικές του δραστηριότητες και αποτελούν αναμφίβολα τους πυρήνες της δημιουργίας του.                                                    


Αλλά πριν αναφερθούμε στα επί μέρους έργα του , η Κρήτη τον ακολουθεί και η περίφημη <<κρητική ματιά>> που τον συνδέει με το ελληνικό στοιχείο και με όσα στοιχεία άντλησε από την Κρήτη και την ελληνική αρχαιότητα καθώς και η κυρίαρχη παρουσία της <<Ασκητικής>> νοηματοδοτούν τη ζωή και τη σκέψη του.                                                                                           Βέβαια ο Καζαντζάκης εμφανίστηκε στα γράμματά μας το 1906 με το δοκίμιο <<Η αρρώστια του αιώνος>> με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιβραμή. Τον ίδιο χρόνο τύπωσε και το πρώτο του βιβλίο <<Όφις και Κρίνο>>.Έκτοτε συνεργάστηκε σε περιοδικά και εφημερίδες και φιλοτέχνησε πλήθος μεταφράσεων στις εκδόσεις Φέξη. Ώσπου το 1927 το αποκαλυπτικό βιβλίο Ασκητική-Salvatores Dei( σωτήρες του θεού), ένα είδος ποιητικού και φιλοσοφικού δοκιμίου ,διαμορφώνοντας διαμιάς τη συγγραφική του προσωπικότητα και αποτελώντας τη βάση σε όλο του το έργο. Μάλιστα σ’ένα γράμμα του στον Octave Merlier to 1949,που μετέφρασε την Ασκητική στα γαλλικά και τυπώθηκε στη σειρά των εκδόσεων του Γαλλικού Ινστιτούτου το 1951, υπογραμμίζει: <<Μεγάλη ανάγκη να δηλωθεί πως η Ascete γράφτηκε το 1927.Οι πιο σημερινές φιλοσοφικές θεωρίες έχουν μεγάλη συγγένεια με την Ασκητική. Και η Ασκητική γράφτηκε πρωτύτερα >>.                                                                                                                                                 


Γεγονός είναι πως η Ασκητική, μαζί με την Οδύσσεια και την Αναφορά στον Γκρέκο, θεωρούνταν τα κλειδιά της διείσδυσης στον ιδεολογικό χώρο του Καζαντζάκη. Καταστατικός ωστόσο χάρτης των ιδεών του παραμένει η Ασκητική, όπου συναντούμε τις βασικές θέσεις του ηρωικού μηδενισμού με αντιφατικά στοιχεία της βιοθεωρίας του, που τείνει στην ολοσύνεχη προσπάθεια προς τον Ανήφορο, προς τη σύνθεση , προς τη ζωή, προς την αθανασία, για να κάνει τη σάρκα πνεύμα. Πράγμα που σημαίνει έναν αδιάλειπτο αγώνα για στη διάσωση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου για να κοιτάζει κατάματα το θάνατο, αλλά και τη <<σωτηρία του Θεού>> μια και <<η ουσία του Θεού μας είναι ο Αγώνας. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγονται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα>>.                                                   


Στο σημείο αυτό θα θέλαμε ν’ αναφερθούμε στην τολμηρή θεατρική απόδοση τον περασμένο (;) Απρίλιο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών της Ασκητικής του Καζαντζάκη. Ήταν το πρώτο του έργο στο οποίο κατέφευγε και το οποίο διόρθωσε στην πορεία της ζωής του. Λειτούργησε δηλαδή ως λογαριασμός και απολογισμός ζωής του μεγάλου αυτού στοχαστή. Οπότε έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Το ονόμασε Ασκητική διότι, όπως λέει ο συγγραφέας αυτό που ανυψώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και προβιβάζει τον άνθρωπο από την αρχική κατάσταση του ζώου, είναι η ατέρμονη και αιματώδης <<άσκηση>>, η δράση. Η διαρκής πάλη με τον εαυτό μας και το περιβάλλον, το παρελθόν και το μέλλον, την ύβριν και την αιδώ, την ταπείνωση και το μεγαλείο, την περιφρόνηση και τη φρόνηση. Μιλά δηλαδή για τη δυσκολία της ύπαρξης και την έννοια της δημιουργίας μέσα στο πλέγμα των αντιφάσεων και των αντιθέσεων, που αποτελούν έκφραση της διαλεκτικής του πορείας και βρίσκεται στον ίδιο πυρήνα με τον μηδενισμό του , τον υλισμό του και το βιταλισμό του σε συνδυασμό με τον ιδεαλισμό του, τον ασκητισμό του και τον ιδιόμορφο θεϊσμό του, δίνοντας στο αγώνα του αποχρώσεις υπαρξιακές. Έτσι το κείμενο της Ασκητικής παραμένει επίκαιρο και σαγηνεύει τους αναγνώστες.                                                                                                                                          


Το καθαυτό ωστόσο λογοτεχνικό έργο του Καζαντζάκη αρχίζει ν’ αυτονομείται λίγο μετά την έκδοση της Ασκητικής με τα δυο μυθιστορήματα γραμμένα στα γαλλικά : Τόντα Ράμπα (1934) και ο Βραχόκηπος (1939) καθώς υποχώρησε το πάθος της περιπλάνησης και συνειδητοποίησε ο ίδιος την ανάγκη να μετουσιωθούν οι εμπειρίες σε λογοτεχνικά κείμενα αφηγηματικής μορφής .Είναι σαν να άνοιξε ξαφνικά <<ένας κρουνός>> και αρχίζουν να κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα, που αποτελούν τη ρεαλιστική και ηρωική αφηγηματική του πεζογραφία καθώς δεν προβάλλονται ατομικές καταστάσεις, αλλά το πέρασμα της βιοθεωρίας του στο ευρύ κοινό και ο οδηγητικός ρόλος που φιλοδοξεί να παίξει στην εποχή του ως διαμορφωτής συνειδήσεων. Όλα δε τα βιβλία που συνθέτουν το μέγεθος του καζαντζακικού έργου έχουν υλοποιηθεί μέσα σε μια ατμόσφαιρα πάθους και υψηλής έντασης. Αφήνοντας κατά μέρος την καταγραφή των θεατρικών του έργων, συγκεντρωμένα σε 3 τόμους με τον τίτλο Θέατρο(1955-56) αναφέρουμε εδώ τα ταξιδιωτικά του με τον υπερκείμενο τίτλο <<Ταξιδεύοντας>> : Ρωσία (1928), Ισπανία (1937), Ιαπωνία-Κίνα(1938), Αγγλία(1941). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά(1946), Καπετάν Μιχάλης (1953), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1954), ο τελευταίος πειρασμός(1955), ο φτωχούλης του Θεού(1956),οι  αδερφοφάδες(1963) και το απολογητικό και αφηγηματικό βιβλίο: Αναφορά στον Γκρέκο(1961) .  Μπροστά στο όγκο αυτής της παραγωγής και την πληθώρα άλλων δημοσιευμάτων, το καθαρά ποιητικό του έργο είναι λίγο. Αποτελείται από την Οδύσσεια(1938), έπος γιγάντιο από 33333 στίχους, γραμμένο επτά φορές σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους και τις Τερτσίνες (1960),μια σειρά από <<κάντα>> (άσματα) σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο.


Γεγονός είναι πάντως ότι την Οδύσσεια θεωρούσε ο Καζαντζάκης ως το μεγαλύτερο και αντιπροσωπευτικότερο έργο του, μολονότι με τα μυθιστορήματά του μετά τα εξήντα του χρόνια, μια καθυστερημένη δηλαδή και ευτυχισμένη γέννα, που στάθηκαν ωστόσο μια σπάνια έκπληξη, σήμανε η μεγάλη  ώρα της λογοτεχνίας μας. Και μπορούμε να πούμε, τελειώνοντας το σημείωμα αυτό ότι το έργο του Καζαντζάκη ξάφνιασε στον καιρό του σαν κάτι σπάνιο και μοναδικό κι εξακολουθεί να ξαφνιάζει την εποχή μας. Έτσι δεν θα χάσει ποτέ την επικαιρότητά του.        


Φώτης Στεργίου





ΑΣΚΗΤΙΚΗ  Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού)

Ολόκληρη στο  ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ



Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

«Ας φρόντιζαν» Κωσταντίνος Καβάφης [1930]


                    «Ας φρόντιζαν» 

 


 

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.