Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

ΘΥΜΗΣΗ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ (του Αυγερινού Μαυριωτη)

(ποίηση Αυγερινού Μαυριώτη)

                                      


            ΘΥΜΗΣΗ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ 
      

Μικρή μικρή και άφθαρτη
καλογραμμένο ποίημα
 στο περιτύλιγμα της έμπνευσης.

           
 Μικρή μικρή κι αέρινη

 εαρινή πνοή της θάλασσας

 στ' ανήσυχα φτερά των γλάρων.

           
Μικρή μικρή μου Παναγιά

γλυκοφιλούσα κόρη,
θύμηση κατεπείγουσα

σ' ανέσυρε απ' τη σκόνη.


                                                                        1


ΕΦΗΒΕΙΑ


  Το σώμα σου

    η πυγμή του

     το ρυάκι που φεύγει

      στεναγμοί ανάτασης

       ορμή λυόμενης σκέψης.

        Ανακόλουθη αύρα

       μυθικών εραστών

       ελιγμοί μέθης.
     
  Έφηβοι άβουλοι

   άγουροι γνώστες

   ερωτικής προπαιδείας.

            Το σώμα σου

            διαγράφει

            τη διαφάνεια του νερού.

           

                                                                                2

ΗΣΟΥΝ ΜΙΚΡΗ



            Ήσουν μικρή να ερωτευτείς.

            Έπαιζες με τις φίλες σου πεντόβολα

            τα δώδεκά σου χρόνια.

            Στα μεταξένια σου μαλλιά σκαλώναν

            αποσταμένα τα πουλιά,

            λαλούσαν ξένοιαστα τ' αηδόνια.



            Μεγάλωνες κουβαλώντας

            μιαν υπόσχεση...

            που αργούσε να γίνει τραγούδι.



            Πικρή ανάμνηση

            Γοργόνα του Θεόφιλου ζωγραφιστή

            με φύκια εγκαρτέρησης στην κόμη,

            με κρίνα του γιαλού στα δάχτυλα,

            με μιαν υπόσχεση

            που δεν έγινε τραγούδι.



                                                                               3


ΙΔΑΛΓΟΙ
 

            Θα γυρίσουμε τον ήλιο

            θα πλουτίσουμε στις ένθεες πηγές

            της γνώσης.

            Θα βυθιστούμε στις λευκές αγκάλες

            των κρίνων

            πεπρωμένοι εραστές του ονείρου.

            Θα καθήσουμε στα αργοβάδιστα

            κράσπεδα

            του αδέσμευτου δρόμου,

            θ' ακουμπήσουμε στα λιπόσαρκα δέντρα

            της έλπισης

            στους πελιδνούς τοίχους

            των χρωμάτων

            στις διάφανες βιτρίνες των επιθυμιών.

            Θα ελεήσουμε τους ζητιάνους.



                                                                         4

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ


            Αμφίστομο μαχαίρι αντρείας,

            βάρβαρο κέλτικο πελέκι

            ανοιγοκλείνουν πόλεμοι

            σαγόνια μυθικά απληστίας.

            Κύματα χάσκουν βλοσυρά

            ωκεάνειας οργής.

           

            Και γω να σκέφτομαι

            αφελώς,

            πώς θα περάσω ''αμαχητί''

            τις συμπληγάδες.



                                                                                  5

ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ


            Να περπάτας σε μόσχου σύννεφα

            μυροφόρα

            καταναγκασμός έρωτα

            πηγή μέθης.

            Μικρή όαση απερισκεψίας

            τρελή μυρτιά

            αμετανόητα ψυχρή

            στο βραδινό θάλπος τ' ουρανού.



            Στο σιωπηλό πανέρι

            των νυχτερινών κέντρων

            μικρή ανθοπώλις

            άσπρο γιασεμί της λύπης.



                                                                                6


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ


            Δεν είναι καιρός

            για έρωτες.

            Ο νοτιάς ανεμίζει τρελά

            τις πολύχρωμες παντιέρες

            του φθινοπώρου.

            Ψιλοβρέχει.



            Δεν ήξερα πως ο θάνατος

            έχει τόσα χρώματα.

            Οι δρόμοι καθρεφτίζουν

            ψευδαισθήσεις.





7





            ΜΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ


            'Ηταν το παραθύρι σου

            ανοιχτό.

            Μέρα βασιλική.



            Στο στήθος σου

            μια δέσμη ηλιαχτίδες

            έσκυβε να περάσει

            στην ανθισμένη σου

            πλαγιά.

            Λείψανα μιας χαμένης

            άνοιξης

            στα κράσπεδα του

            φθινοπώρου



8



            ΤΟ ΛΕΙΟ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ


            Το λείο του δέρματος

            ακαταμάχητη αίγλη της αίσθησης

            του ωραίου.

            Χαιρετισμός του ήλιου

            στην παλάμη της λευκότητας

            χρυσό φλουρί κωνσταντινάτο.

            Θάλλει η ευρωστία του ανήμερου

            πόθου.

            Θα δυνηθούμε να σ' αγγίξουμε

            παρθενική αυγή

            υπαίτιος ονείρου

            ανάκουστη κραυγή του ενστίκτου.




9





            ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ



            Στη μικρή κάμαρά σου

            τα νεανικά σου όνειρα

            βηματίζουν νευρικά μπροστά

            στην έξοδο...

            Επείγονται να εγγραφούν

            στα μητρώα του δήμου των ονείρων.



            Όπως το ποίημα

            που ψάχνει απελπισμένα

            μιαν αδειανή σελίδα ανθολογίας

            να δηλώσει

            την πολύτιμη ύπαρξή του.





10




            ΧΑΘΗΚΕ



            Κι εκείνη χάθηκε

            κι ο δρόμος χάθηκε

            και τίποτα δεν είναι όπως χθες.



            Και το κούφιο δέντρο

            που κρύβαμε την παιδική μας

            αφέλεια

            και τα πεθαμένα φύλλα

            που τα 'σπρωχνε ο αγέρας

            στους νοτισμένους δρόμους

            του φθινοπώρου

            και το γλυκό τραγούδι σου

            στη σιγαλιά της νύχτας.



            Όλα χάθηκαν.

            Και τίποτα δεν είναι όπως χθες.





11





            ΟΙ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ*


            Στην άκρη μιας σταγόνας

            πρωινής δροσιάς

            πνίγηκε ο καθημερινός σου

            περίπατος.



            Οι δροσουλίτες περνούν

            αχάιδευτοι

            και η ομορφιά σου

            ολάνοιχτη ανεμώνα

            σκορπίζεται στον άνεμο.



*Δροσουλίτες: Ανθρωπόμορφες σκιές που σχηματίζονται από την πρωινή δροσιά στον ορίζοντα.





            12




            ΜΙΚΡΟΙ ΣΤΕΝΑΓΜΟΙ



            Πόσα ουράνια τόξα

            ενώνουν τη μοίρα τους

            στην πρωινή δροσιά

            της χλόης.



            Μικροί στεναγμοί

            ενός εφήμερου έρωτα

            που σβήνει

            με τις πρώτες πατημασιές

            του ήλιου.






13





            ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΣΟΥ



            Στα μονοπάτια σου

            ανηφορίζει κλαίγοντας

            μια μαυροφορεμένη γυναίκα.

            Δε βρίσκει μνήμα

            ν' ακουμπήσει την οδύνη της.



            Θεριό η μεταμέλεια

            σκίζει τα σωθικά της.

            Πουθενά η άκρη που ψάχνει.



            Ο χρόνος σαπίζει ακίνητος

            στο ξεχασμένο κοιμητήρι.

            Τα ρολόγια σταμάτησαν.





14




            ΑΠΟΥΣΙΕΣ




            Φοβάμαι το γυρισμό,

            μη βρω το σπίτι άδειο

            τρέμει η ψυχή μου.



            Του γυρισμού το κρύο

            με τρομάζει.

            Οι απουσίες...



            Δε θέλω να μετρώ

            στα κούφια ηχεία του θανάτου

            φωνές που έφυγαν.






15





            ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ



            Θα δέσουμε στις άκρες του

            το θαλασσί μαντίλι τ' ουρανού,

            θα το γεμίσουμε άστρα

            να βγούμε στο σεργιάνι.



            Θα φέρουμε ζυγιές βιολιά

            μοίρες τσιγγάνες

            με φωνές και ντέφια όνειρα,

            θ' ανάψουμε φωτιές στο ξάγνατο

            θα κάψουμε τις στοιχειωμένες

            γειτονιές.



            Θ' ανοίξουμε παράθυρα

            στη νύχτα...





16




            ΜΕΡΕΣ ΑΓΕΛΑΣΤΕΣ


            Μέρες αγέλαστες

            καρατομημένες βάναυσα,

            προσηλωμένες στην αδιαφορία

            της μνήμης

            ανιστόρητες

            στο ζοφερό βυθό της άγνοιας

            αναμασούν το κέλυφος

            ανούσιων γεγονότων

            μηρυκάζονται πρόστυχες αναφορές

            σε ιδιοτελείς πράξεις.






17




            Η ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ

           

            Η Ανδρομάχη έφυγε

            βαρκούλα χάρτινη λευκή

            στο σιωπηλό ακρογιάλι.



            Σκοινιά, κατάρτια από μετάξι

            ναυτάκι γαλανό,

            άβουλο πέταγμα του γλάρου.

            Κύμα στο κύμα η θάλασσα

            τη σπρώχνει στο γιαλό,

            τη φέρνει πίσω.



            Στον κήπο της με τ' ασφοδίλια

            άνθισε κόκκινο γεράνι

            στη γλάστρα της υπομονής.






18




            ΤΟ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ


            Εκείνο το φθινόπωρο

            χάθηκε ο πατέρας.

            Φτωχός άνθρωπος

            δεν είχε τίποτα να μ' αφήσει

            πάρεξ ένα παλιό μαντολίνο.



            Να το κουρντίσεις μου 'πε

            και να μάθεις να το παίζεις,

            ν' ακούς τη φωνή του

            και να με θυμάσαι.



            Α! και κάτι ακόμα.

            Στο βάθος της κουφάλας του

            είναι η ψυχή μου.

            Θα σ' ορμηνεύει.





19




            ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ ΑΝΟΧΗΣ


            Ιβίσκοι καταδρομείς κυριεύουν

            την άβουλη νεότητά σου.

            Λυγίζουν τα αισθήματα

            έφηβες λυγαριές

            σε άνυδρα ρυάκια εμπιστοσύνης.



            Οργισμένη ασπίδα η άρνηση

            σύμβολο γενναιότητας,

            ''επί χάρτου ανοχή''.



            Θα παραδώσουμε τα κάστρα

            της αντίστασης

            στην περιφερόμενη ως παλιάτσος

            κολακεία;

            Θ' αναστήσουμε εφιαλτικές μνήμες

            αδιαφάνειας;

            Θα ενδώσουμε στη βέβηλη χλεύη

            αντιεξουσιαστών;

            Θα παραδώσουμε τα όπλα αμαχητί;




20


            ΜΑΝΑ


            Αμίαντη ψυχή, άβαφη.

            Λουλούδι μαδημένο,

            χλωμό αγιοκέρι μοσχομύριστο

            στάζει στης εκκλησιάς τα μάρμαρα

            δάκρυ καυτό.



            Κυπαρισσάκι μου γυρτό

            κορμί βασανισμένο

            ό,τι κι αν πεις βλαστάρι μου

            εγώ θα κλαίω βουβά

            και συ θ' ακούς στο μνήμα σου

            της πίκρας τ' αναφηλιτά

            τα βήματα της μάνας.



21



            ΣΤΟΜΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ



            Στόμα της λήθης

            κόκκινη βαμμένη κουρτίνα

            των χειλιών η ηδυπάθεια

            μονάζει

            στην κρυφή μοναξιά του έρωτα.



            Η ασύδοτη τόλμη του λόγου

            η κρυφή γοητεία της εξομολόγησης

            εκκωφαντικές εκρήξεις

            στην ασίγαστη θάλασσα

            της ρέμβης.



            Εκκρεμεί η αυλαία

            το φιλί που δε δόθηκε.







22




            ΠΟΥΛΙΑ ΠΕΤΟΥΝ


            Πουλιά πετούν

            στο απομεσήμερο,

            χρώματα φτερωτά,

            ώρες πολύχρωμες οκνές.

            Του ρολογιού

            οι δείχτες που γυρίζουν

            δρομείς αποσταμένοι

            δείχνουν εσένα.



            Πηγές σου στέλνουν

            χαιρετίσματα

            πήδακες στο ηλιοβασίλεμα

            κόκκινες

            κίτρινες

            χρυσές κορδέλες

            τυλίγουν τα μαλλιά σου

            που ευτυχούν.






23





            ΑΝΑΔΡΟΜΗ


            Ο λόφος που ανεβαίναμε

            ανέμελα παιδιά

            και τρυγούσαμε τις φωλιές

            των πουλιών

            χάθηκε στην αχλή του χρόνου.



            Ο δρόμος έκλεισε

            δεν ανεβαίνει στην κορφή,

            τον φράζουν δέντρα ακλάδευτα

            το δάσος έρπει ύπουλα

            αφανίζει τους δρόμους.



            Στεναγμοί πουλιών

            άθικτες φωλιές που ασφυκτιούν

            στην ανυπόφορη ικμάδα

            του δάσους.

            Ψάχνουν τα χνάρια των παιδιών

            που έσβησε η χλόη.





24





            ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ


            Όπου κι αν είσαι, όπου κι αν πας

            εγώ σε σκέφτομαι.

            Στο σύννεφο το άστατο

            που αλλάζει στο λεπτό πουκάμισο,

            στο δέντρο που φυλλορροεί

            τ' άπειρα χρώματα του φθινοπώρου.

            Όπου και να 'σαι εγώ

            σε σκέφτομαι.



            Στήνω οδοφράγματα

            σωριάζω τις οικοσκευές μου,

            αγωνίζομαι να φράξω

            τον ολισθηρό δρόμο της λήθης.




25



            ΕΓΥΡΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


            'Εγυρε ο ουρανός

            στης γης το προσκεφάλι.

            Γονάτισεν η μέρα αποσταμένη

            στ' άχραντα πόδια του εσπερινού,

            σταυροκοπιούνται ευλαβικά

            εργάτριες χωρικές οι ώρες

            στο μακρινόν απόηχο της καμπάνας,

            πετούν τα ημερήσια μεσοφούστανα

            φορούν στον ήλιο γιορτινά

            βάφουν πορτοκαλί τη δύση.




26



            OTAN ΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΤΡΕΝΑ


            Όταν περνούν τα τρένα βιαστικά,

            τα παιδιά πετούν τις σκούφιες τους

            με αλαλαγμούς χαράς.

            Σηκώνουν ψηλά τα χέρια, χειρονομούν

            ωσάν να παρακαλούν να τα πάρουν μαζί τους.



            Όταν περνούν τα τρένα σφυρίζοντας,

            όνειρα τρελά

            ταξιδεύουν μαζί τους

            ωσάν πουλιά στο γαλανό ουρανό.

            Ανοιγοκλείνουν παράθυρα,

            πρόσωπα θαμπά χαιρετούν τοπία που φεύγουν.



            'Οταν περνούν τα τρένα βιαστικά

            στους έρημους παλιούς σταθμούς,

            γεννιούνται νοσταλγίες.





27



            Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ



            Δεν είναι των παιδιών

            ασήμαντη η φωνή

            που φτάνει απόμακρη

            από τα περασμένα.



            Ωσάν ψιχάλα σιγανή

            πολυταξιδεμένη

            ξυπνάει τα στερνολούλουδα

            στου χρόνου τους μπαχτσέδες.

            Παίζει κρυφά κι αθόρυβα

            στης νοσταλγίας το δίχτυ.







28





            ΕΓΩ Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ



            Εγώ ο αμαρτωλός

            αθωώθηκα από μόνος.

            Έδωσα άφεση αμαρτιών

            στα ολέθρια κρίματά μου.



            Κάρφωσα στην παλάμη

            της ψυχής μου

            ευεργεσίες,

            μάτωσα με χοντρά καρφιά

            τ' αμετανόητα βήματά μου.



            Σταυρώθηκα

            στο λόφο των ζητιάνων.





29


 

            ΣΕ ΒΡΙΣΚΩ


            'Οπου και να κοιτάξω σε βρίσκω

            και το έλεός σου μ' ανταμώνει

            μεγαλόθυμο.

            Ορκίζομαι στ' όνομά σου

            όποιο και να 'ναι.

            'Οτι κι αν φοράς με γοητεύει,

            ωσάν το παραμύθι με τις μάγισσες

            που έλκει των παιδιών

            τη φαντασία.





30




            Ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΠΟΧΟΡ


            Ο μικρός Μποχόρ ζωγράφιζε

            με κόκκινη μπογιά πεντάλφες,

            πέντε, δέκα, εκατό πεντάλφες.

            Ώς που στο τέλος το τετράδιο του

            έμοιαζε με έναστρο ουρανό.



            Πανευτυχής κολλούσε μια στο πέτο

            και έπαιζε αμέριμνος

            στης γειτονιάς τα ήσυχα δρομάκια.



            Ο μικρός Εβραίος που ζωγράφιζε

            πεντάλφες στο τετράδιο του,

            πριν απ' την καταιγίδα του πολέμου,

            πού να 'ναι, αν είναι, ο μικρός

            Μποχόρ με τις πεντάλφες.




31



            ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ


            Πεντάμορφη.

            Λέξη πληθωρική.

            Αισθησιακών υπονοούμενων

            σκεύος.



            Τ' άγουρο σώμα σου

            ακυρίευτη βίγλα

            σφραγιστή πύλη μυστηρίου.



            Η άνοιξη περαστική

            τινάζει τα ρόδινά της άνθη

            στα γόνατα της ήβης.



            Μεγάλωσες.

            Στην κολυμπήθρα του έρωτα

            βαφτίστηκες γυναίκα.









32





            Η ΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ



            Ήχοι από μια φθαρμένη συμβίωση

            πληγώνουν ανεπανόρθωτα

            ευαισθησίες συμβατικές.



            Η δυναστεία της σιωπής

            φυλακίζει τη διάθεση

            σε καταπακτές κορεσμού.

            Ορθοπεταλιές από λέξεις εριστικές

            υψώνουν σημαίες έριδες,

            ανάβουν υποδόριες πυρές

            στων παριών την αλαζονεία.



            Ούτε ένα διάκενο ηρεμιάς

            για τον έρωτα που αδημονεί αργός

            στο λίκνο της ηδυπάθειας.




33


            ΟΛΩΣ ΤΥΧΑΙΑ


            Άγνωστοι μεταξύ τους.

            Κάθησαν στο ίδιο τραπέζι

            όλως τυχαία.

            Προσπάθησε να θυμηθεί.

            Μάταιος κόπος.



            Τα μάτια της δάκρυζαν

            σαν δυο στερεμένες πηγές,

            το στόμα της ερμητικά κλειστό

            σιωπούσε.



            Ερευνήτρια η προσόχη

            σύρθηκε πάνω του.

            Ανέσυρε μια παλιά σχέση,

            την ακούμπησε προσεχτικά

            πάνω στο τραπέζι,

            Ωσάν το πτώμα μικρού παιδιού

            Στο κρύο μάρμαρο νεκροτομείου.



            Έκανες ρυτίδες, του είπε.

            Καληνύχτα.



34



            ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ


            Ο ευδαίμων κάμπος

            τα πολύφερνα στάχυα

            Ο Αύγουστος

            το μεθυσμένο τζιτζίκι

            η τεντωμένη κλωστή

            στα παιδικά δάχτυλα

            η σκλαβιά.



            Το λαβωμένο τραγούδι

            κι ο ήλιος που ψήνει

            στη χρυσή γάστρα τ' ουρανού

            τον επιούσιο.

  




35




            ΜΕΡΑ EΡΗΜΙΚΗ



            Ώρες οκνές, ευπορούσες.

            Χτυπούσε του μοναστηριού

            το σήμαντρο

            μικρό καλογερόπαιδο.



            Μια σαύρα στην ξερολιθιά

            ωσάν μπαλσαμωμένη

            λιάζεται

            του ήλιου ερωμένη.



            Στην ηρεμία της την ευδαίμονη

            επενδύουν

            οι άγιοι πατέρες.





36




            ΥΠΑΡΧΕΙΣ


            Ω! τρυφερή ανάμνηση

            άσπρο γιασεμί στο γέρικο στήθος.

            Νοσταλγική μουσική

            στο ημερήσιο πεντάγραμμο

            του Ιουνίου.



            Θυμήσου τη νυχτερινή έλευσή σου

            κάτω απ' το φωτεινό χειροκρότημα

            των άστρων.



            Ξέρεις

            ο χρόνος που φωτογραφίζει

            την καθημερινή σου άνθηση

            ανελλιπώς,

            μου δείχνει των φιλιών σου

            τα φθαρμένα αρνητικά.



37





ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ



            1. Θύμηση κατεπείγουσα.

            2. Εφηβεία.

            3. Ήσουν μικρή.

            4. Ιδαλγοί.

            5. Συμπληγάδες.

            6. Το γιασεμί της λύπης.

            7. Δεν είναι καιρός.

            8. Μέρα βασιλική.

            9. Το λείο του δέρματος.

         10. Το ποίημα.

         11. Χάθηκε.

         12. Οι Δροσουλίτες.

         13. Μικροί στεναγμοί.

         14. Στα μονοπάτια σου.

         15. Απουσίες.

         16. Παράθυρα στη νύχτα.

         17. Μέρες αγέλαστες.

         18. Η Ανδρομάχη.

         19. Το μαντολίνο.

         20. Επί χάρτου ανοχή.

         21. Μάνα.

         22. Στόμα της λήθης.

         23. Πουλιά που αργούν.

         24. Αναδρομή.

         25. Σε σκέφτομαι.

         26. Έγυρε ο ουρανός.

         27. Όταν περνούν τα τρένα.

         28. Η φωνή των παιδιών.

         29. Εγώ ο αμαρτωλός.

         30. Σε βρίσκω.

         31. Ο μικρός Μποχόρ.

         32. Πεντάμορφη.

         33. Η έριδα των λέξεων.

         34. Όλως τυχαία.

         35. Καλοκαιρινή εικόνα.

         36. Μέρα ερημική.

         37. Υπάρχεις.




Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Το περιοδικό ΟΙ ΝΕΟΙ [Απρίλιος 1936 - τχ.1] σε ψηφιακή μορφή

από τα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ 
http://logotexnika-epikaira.blogspot.com


ΕΝΘΥΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1912 – 2012)

Τα «Λογοτεχνικά Επίκαιρα» συνεχίζουν το αφιέρωμα για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912 – 2012) με το περιοδικό ΟΙ ΝΕΟΙ (έτος 1936 – τχ.1).

Οι λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης και το έργο τους παρουσιάζονται μέσα από αναρτήσεις στην ιστοσελίδα http://logotexnika-epikaira.blogspot.com με αποστολή τευχών σε ψηφιακή μορφή  από λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης. Από τις αρχές του έτους στάλθηκαν τεύχη από τα περιοδικά: Διαγώνιος, Μακεδονικές Ημέρες, Μακεδονικά Γράμματα, Κοχλίας, Μορφές [α΄ περιόδου], Ξεκίνημα, εφημερίδα Παμφοιτητική.

Φωτογραφίες, χειρόγραφα ποιήματα, εξώφυλλα περιοδικών κλπ έχετε τη δυνατότητα να τα δείτε αναρτημένα κατά διαστήματα στην ιστοσελίδα.
Εδώ μπορείτε να δείτε το σύνολο των αναρτήσεων που έχουν παρουσιαστεί μέχρι στιγμής:
http://logotexnika-epikaira.blogspot.com/search/label/%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9C%CE%91%20%CE%98%CE%95%CE%A3%CE%A3%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%97%201912%20-%202012
 

Λογοτεχνικά Επίκαιρα
http://logotexnika-epikaira.blogspot.com

Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι.

Ντρεπόταν γι αυτήν, κι ώρες- ώρες την μισούσε. Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στη φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους. Δεν ήθελε να του μιλάει, για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας.με ένα μάτι, μονόφθαλμης. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα.
Μα, από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του! Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο Δημοτικό, πέρασε αυτή στο διάλειμμα να του πει ένα ‘γεια’, ένιωσε πολύ ταπεινωμένος! Πως μπόρεσε να του το κάνει αυτό, αναρωτιόταν.
Την αγνόησε. Της έριξε μόνο ένα βλέμμα όλο μίσος κι έτρεξε μακριά!
Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε:
Εεεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!”
Ήθελε να πεθάνει! ‘Ήθελε να εξαφανιστεί! Και όταν γύρισε σπίτι του, της είπε:
Άν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου, τότε καλύτερα να πεθάνεις!”
Αυτή δεν του απάντησε.
Δεν μ’ ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος”
έλεγε πολλά χρόνια μετά σ‘ ένα φίλο του.
Ήθελα να φύγω από κείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. ’Ετσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά της για σπουδές. Και τα κατάφερα. Μα λίγο μετά ήρθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη φοιτητική λέσχηγια να με βοηθάει. Δεν μπορούσε να πάει κάπου άλλού;
Αργότερα παντρεύτηκε! Αγόρασε δικό του σπίτι. Έκανε δύο παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, τη γυναίκα του και τη δουλειά του. Και για τη μάνα του, τσιμουδιά σε κανένα!
Μια μέρα – μετά από χρόνια απουσίας, όπως ο ίδιος ήθελε – η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί. Δεν είχε δει από κοντά τα εγγόνια της. Και μόλις εμφανίστηκε στη πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε. Έξαλλος αυτός επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει, της φώναξε:
“Πώς τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά εδώ στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου;.Βγές έξω! Φύγε!.”
Η μητέρα του απάντησε γαλήνια:
”Αχ, πόσο λυπάμαι Κύριε! Μάλλον μου δώσανε λάθος διεύθυνση!“
Κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά, πως ήταν η γιαγιά τους.
Πέρασαν χρόνια και μια μέρα έλαβε μια επιστολή – πρόσκληση για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το Δημοτικό σχολείο που θα γινόταν στην πόλη που γεννήθηκε! Είπε ψέματα στη γυναίκα του, ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο και μόνο από περιέργεια.
Οι γείτονες του είπαν ότι η μητέρα του είχε πολύ πρόσφατα πεθάνει. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ στο άκουσμα του θανάτου της μάνας του. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι αυτόν. Έγραφε:
”Αγαπημένε μου γιε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου..‘Εμαθα ότι έρχεσαι για τη σχολική συγκέντρωση κι ένιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω, έστω κι απ’ την πόρτα. ’Εγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις.
Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα τη μονόφθαλμη. Αλλά, βλέπεις, όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα πολύ σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν μπορούσα να σκεφθώ οτι θα μεγαλώσεις και θα ζήσεις με ένα μάτι. Ετσι, σου έδωσα το δικό μου. ‘Ημουν τόσο περήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι, αψεγάδιαστος…
Έχεις πάντα όλη την Αγάπη μου!
Η μητέρα σου

 

Για τον Κώστα Χελμό : Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος

 "Εμπόλεμη ζώνη"


Ο πόλεμος, ο έρωτας, και η φθορά του χρόνου είναι καταστάσεις, που πάντα απασχολούσαν την ανθρώπινη νόηση και γιʼ αυτό πολλοί ποιητές αντλούν τις εμπνεύσεις τους από αυτές. Όμως, τα έργα των περισσότερων σύγχρονων ποιητών, όταν θέλουν να περιγράψουν τέτοιες καταστάσεις, μιμούνται άλλους ποιητές, σε σημείο, που τα ποιήματα καταντούν μονότονα και συνηθισμένα.
Λαμπρή εξαίρεση σε αυτή τη μονοτονία είναι το βιβλίο του Κώστα Χελμού: «Εμπόλεμη ζώνη». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που πραγματεύεται κοινωνικές καταστάσεις και προβληματισμούς με ένα ξεχωριστό δικό του τρόπο, που ελκύει τον αναγνώστη. Ποίηση λιτή, κατανοητή με έναν όμορφο εσωτερικό ρυθμό, που δίνει την κατάλληλη μουσικότητα στον ελεύθερο στίχο: «Ξαφνική νεροσυρμή από δάκρυα / και παρασέρνει στη θυμωμένη θάλασσα / όλες τις μέρες του καλοκαιριού. / Τον μυστικό κελαϊδισμό της εφηβείας / και το μικρό μου όνειρο, που σας ορκίζομαι, / χωρούσε στον ίσκιο μικρής μαργαρίτας… / Με γονάτισε απόψε η βροχή / και το βάρος της απέραντης θλίψης…»
Χωρίς να θέλουμε, να παραγνωρίσουμε τα υπόλοιπα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής, μπορούμε να πούμε ότι στα αντιπολεμικά του ποιήματα ο Κώστας Χελμός δίνει τον καλύτερο εαυτό του. Η ειρήνη έρχεται να επουλώσει τις πληγές, που άνοιξε ο πόλεμος και η ποίηση ανθίζει σαν λουλούδι: «Επιτέλους, τα όπλα έχουν σιγήσει / και κανένα σύρσιμο ερπετού / δεν ακούγεται στα ξεραμένα χόρτα. / Ούτε φοβισμένο φτεροκόπημα στο δάσος. / Τούτες τις ώρες, της απόλυτης ησυχίας, / τα ποιήματα κυκλοφορούν στους αγρούς / και μεταφέρουν στους ώμους των / το φως και τα λουλούδια της άνοιξης / μαζί και τη χαμένη Πανσέληνο. / Περπατήσαμε χιλιόμετρα λασπωμένο δρόμο / αφήνοντας πίσω μας με πόνο ψυχής / αμέτρητες κόκκινες παπαρούνες / μέχρι να φτάσουμε στο λόφο / με τις λευκές μαργαρίτες της ειρήνης…»
Σε ορισμένα σημεία της ποιητικής συλλογής του Κώστα Χελμού «Εμπόλεμη ζώνη», παρατηρούμε μικρά ερωτικά ποιήματα, όπου με λίγους στίχους μας λένε πολλά: «Κοίτα πως έρχονται τα πράγματα. / Εκεί που ήτανε εγώ να σου μιλήσω, / κάθομαι τώρα και σʼ ακούω / και λες, ακριβώς, τα ίδια / που ήθελα από καιρό να σου τα πω.» Και αλλού: «Θα σπουδάσω την τέχνη του μάγου / να εξαφανίσω τον κόσμο από τα μάτια σου. / Ίσως τότε να με κοιτάξεις καλύτερα. / Ίσως τότε θα μπορέσω να τα διαβάσω…»
Όπως, κάθε ποιητής έτσι και ο Κώστας Χελμός, δεν θα μπορούσε να παραλείψει τη δική του άποψη για την ποίηση και τους ποιητές: «Τόσοι ποιητές και μας δανείζουν τους στίχους. / Τόσοι στίχοι και δεν γεμίζουν την ερημιά μας. / Κάποιοι μάλιστα επιστρέφουν οργισμένοι / για να πάρουν εκδίκηση. Ξέρεις, κάποιες φορές, / είναι και οι στίχοι που εκδικούνται.»
Σε άλλο σημείο της ποιητικής του συλλογής «Εμπόλεμη ζώνη» ο Κώστας Χελμός, περιγράφει τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, για την οποία είναι υπεύθυνος ο ίδιος. «Με σύγχρονα υλικά αντοχής / έχτισε σιγά – σιγά τη μοναξιά του», γράφει ο Κώστας Χελμός, για να καταλήξει: «Πώς να του το πω, πως η ζωή, / είνʼ έξω από τα τείχη και τον περιμένει.»
Θα κλείσουμε αυτό το μικρό ποιητικό ταξίδι στην ποιητική συλλογή του Κώστα Χελμού «Εμπόλεμη ζώνη» παραθέτοντας ακόμα ένα όμορφο ποίημα: Ίδια, σαν το μικρό παιδί, ζωγράφισα / χρωματιστό καράβι στο χαρτί. / Έγραψα στην πλώρη τʼ όνομά σου / και βράδυ το έριξα στη θάλασσα. / Μπήκα κι εγώ και άνοιξα πανιά. / Από τότε μαζί σου ταξιδεύω / χωρίς να λογαριάζω τον καιρό.»






Θεοχάρης Παπαδόπουλος
20-06-2012

Ανέκδοτα ποιήματα του Κώστα Χελμού


Ανέκδοτα  ποιήματα  του  Κώστα  Χελμού



Το  χέρι



Τούτο  το  χέρι  που  κράτησε  όταν  χρειάστηκε  το  όπλο,

τούτο  το  χέρι  που  κράτησε  την  πένα

και  σήκωσε  για  σημαία  ένα  βιβλίο  με  ποιήματα,

το  ασπάζομαι  κάθε  πρωί  και  κάθε  βράδυ

το  βάζω  μαξιλάρι  να  κοιμηθώ  και  ονειρεύομαι.

Ήμουνα  κι’ εγώ  ένα  μικρό  ποίημα

στο  βιβλίο  που  ανέμιζε  για  σημαία,

ένας  απλός  στρατιώτης  που  πολέμησε

να  μη  μας  πάρουν  οι  εχθροί  τους  θεούς  μας.







Σου  είχα  πει



Σου  είχα  πει  τα  ποιήματα  να  μην  τα  στέλνεις  με  τη  βροχή.

Η  κάθε  λέξη  γίνεται  μουντζούρα,  ο  στίχος  μεγαλύτερη

και  γέμισε  ο  ουρανός  με  μαύρα  σύννεφα.

Γέμισε  η  γης  με  μνήματα,  τα  σπίτια  με  νεκρούς.

Η  μνήμη  μου  απόψε  παλιό  ακατοίκητο  χάνι

και  οχυρό  χορταριασμένο  που  με  κοιτάζει  αμίλητο.

Πέφτουν  αράδα  οι  νυφάδες  και  παγώνουν  την  ψυχή  μου.

Το  ρολόι  στο  χολ  σταματημένο,  το  τηλέφωνο  κομμένο,

το  τζάκι  σβηστό  και  η  Τρόικα  να  επιμένει,  για  νέες  περικοπές. 

 





Τα  βράδια



Τα  βράδια  έρχεται  η  πεθαμένη  μητέρα  μου

και  μου  χαϊδεύει  στον  ύπνο  μου  τα  μαλλιά.

Έρχεται  ο  πεθαμένος  πατέρας  μου

και  μου  φέρνει  ένα  λουκούμι

που  το  κέρδισε  στο  τάβλι 

παίζοντας  με  τον  πρόεδρο  του  χωριού.

Το  πρωί  τα  πράγματα  αλλάζουν,  προς  το  χειρότερο.









Η  καθημερινότητα  ενός  εργένη



Το  πρωί  βγαίνει  από  την  ίδια  πολυκατοικία.

Με  το  ίδιο  λεωφορείο  πηγαίνει  στη  δουλειά  του.

Το  βράδυ  επιστρέφει  στο  ίδιο  σπίτι.

Ίδια  τα  λόγια  της  βραδινής  προσευχής

και  ίδιο  το  κρεβάτι  που  ξεκουράζεται.      

Μονό  και  πάντοτε  κρύο.







                                 *





Κυριακή  πρωί,  μόνος  στο  ίδιο  παγκάκι.

Το  απόγευμα  πάλι  στο  ίδιο  παγκάκι.

Το  βράδυ  μαζεύεται  νωρίς  στο  σπίτι.

Ανάβει  το  φως  και  θέλει  να  τραγουδήσει.

Στην  τηλεόραση  τα  ίδια  πρόσωπα

να  λένε  τα  ίδια  πράγματα.

Ξαπλώνει  στο  κρεβάτι  και  σκεπάζεται  μέχρις  απάνω,

σταματάει  το  τραγούδι  και  σβήνει  το  φως.

Δεν  έχει  παρακάτω.  Εδώ  τελείωσαν  όλα.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ


               Τη θυμάται ακόμα.
               Το ερωτικό τραγούδι της προπάντων: " Οι μέρες 
                νά 'ναι του Μαγιού κι οι νύχτες του Γενάρη".
               Τότε γελούσε.
                Ούτε η μέρα, ούτε η νύχτα τον ένοιαζε.
               Ζούσε και πέθαινε για μια στιγμή. 
               Ο καιρός πέρασε,
               αδειάζοντας και τις μέρες και τις νύχτες,
               αδειάζοντας και το κορμί και την ψυχή.
               Σίγουρα τώρα θα ντρεπόταν να δει
               τα χαλαρά του δάχτυλα
               μόλις να συγκρατούν το τσιγάρο
               και 'κείνο το βλέμμα
               ν' αργοσέρνεται με τις ώρες
               στο μισοσκότεινο δωμάτιο,
               τσακισμένο από τις μέρες,
               προπάντων από τις νύχτες
               με τη λαχτάρα εκείνης της στιγμής,
               που δεν ήρθε ποτέ,
               ούτε πρόκειται νά ' ρθει.
                    ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Το Τσιγάρο


Θαρρώ πως ήρθε ο καιρός να κόψεις το κάπνισμα .
Το τσιγάρο κιτρίνισε τα δάκτυλα σου .
Το τσιγάρο έκαψε τα δάκτυλα σου .
Ο τσιγαρόβηχας δεν σε αφήνει να ησυχάσεις .
Άσε που μπορεί να προδώσει τη θέση σου
Και να χάσεις τη μάχη προτού να ξεκινήσει .
 Αδημοσίευτα  του Κώστα Χελμού  

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Από την ποιητική συλλογή "Πληγές χωρίς αίμα", εκδ.
              "Διογένης", Αθήνα 1992  του

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
              Εμβρόντητος κρατούσε τα χειρόγραφα που τού 'δειξα
              κι όχι για λάθη, κάποια πεζότητα των στίχων ίσως.
              Πρόσεχε μόνο τα κόκκινα γράμματα,
              συστήνοντάς μου αμήχανα κανονικό μελάνι.
              Στάθηκε λίγο στην υγεία των ματιών,
              στον κίνδυνο των κόκκινων γραμμάτων,
              αν και το βλέπαμε κι οι δυο
              πόσο κενά ηχούσαν τέτοια λόγια,
              καθώς κρατούσε με δέος τα χειρόγραφα
              και δάκρυζαν τα μάτια του θωρώντας με ωχρό,
              σάμπως να τό 'χε καταλάβει ξαφνικά
              πως γράφεται η ποίηση.

                           ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Ωδή Τετάρτη εις Σάμον : Κάλβος Ανδρέας

  στροφή πρώτη.
Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΖΩΗ


Από τη συλλογή «ΤΑ ΑΛΛΑ ΕΜΠΟΔΙΑ» 1977 , του Αντώνη Παπαδόπουλου  


  ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΖΩΗ
        
              Τον έμαθαν να περιμένει
              κι αυτός πάντα του να θυμάται πως περίμενε.
              Μικρός περίμενε να γίνει μεγάλος.
              Μεγάλος περίμενε να βρει δουλειά.
              Μετά να φτιάξει οικογένεια
              κι αργότερα που πέσαν δυσκολίες
              περίμενε να φτιάξουν τα πράγματα,
              έτσι που οι στιγμές του χάθηκαν περιμένοντας,
              σα να μην υπήρξε ποτέ γι' αυτόν παρόν
              κι όλα ρευστά νά τρέχαν προς το μέλλον,
              γιατί και τούτη η ζωή, έτσι κι αλλιώς,
              για κάποιους είναι μέλλουσα.
                            ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Πριν την κάλπη , τελευταία λόγια !


Τελευταία λόγια  . Σειρά μου σε `σένα κυρίως τα λέω .

Μας λένε σε όλους τους τόνους και με τόσο αλλοπρόσαλλα επιχειρήματα πως πρέπει να ενεργήσουμε σαν πολίτες εν όψει των προσεχών εκλογών που κόντευα να χάσω την εμπιστοσύνη μου στη λογική μου . Σχετικά με το τι να ψηφίσω τα είχα τελείως χαμένα ! Ευτυχώς  πριν πετάξω σαν άχρηστο στα σκουπίδια το μυαλό μου , μέσα στους  στίχους του Γιώργου Νικολόπουλου .....

«. « … Αυτό να τους πεις. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα, δεν έχουν να ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ τίποτε» »

.... διέκρινα κάποιο φως στο πρόβλημα μου . Κάποια στιγμή όταν σχεδόν τυχαία αντικατέστησα στους στίχους τη λέξη «μυλόπετρα» με τη λέξη «ΜΝΗΜΟΝΙΟ» φωτίστηκα και ο κόσμος γύρω μου επανήλθε  στην κανονική του τάξη. Κατάλαβα ότι μας λέτε πως  «Όσο ήμαστε δεμένοι στο ΜΝΗΜΟΝΙΟ δεν έχουμε να ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ τίποτα»  και μας υποκρύπτετε και το άλλο το ποιο ενδιαφέρον , ότι δηλαδή «Όσο εμείς είμαστε δεμένοι στο ΜΝΗΜΟΝΙΟ ούτε  και εσείς θα έχετε να φοβάστε τίποτα»

Κατάλαβα τότε πως όλες οι φωνές και τα επιχειρήματα κάποιων που έμοιαζαν και ήταν ακατανόητος θόρυβος δεν απευθυνόταν στη λογική μου αλλά στο συναίσθημα μου. Επιδέξια και μεθοδικά προσπαθούσαν να με γεμίσουν ΦΟΒΟ και τρόμο , για τα πάθη που με περίμεναν την επόμενη των εκλογών , αν δεν ψήφιζα όπως αυτοί ήθελαν . Όλη η επένδυση του λόγου τους με δήθεν λογικά επιχειρήματα της μορφής (αλλιώς  θα χρεοκοπήσουμε) ενώ ξέρουν πως έτσι και αλλιώς η χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη , αποβλέπει μόνο στο να αποκοιμίσει άλλα συναισθήματα . Τα συναισθήματα που θέλουν να αποκοιμίσουν και με τα οποία αντί του φόβου , λογικά και δίκαια ο λαός πρέπει να πάει στην κάλπη , είναι η αγανάκτηση , η οργή και ο θυμός , εναντίον όλων όσων σε βάθος χρόνου έφεραν τον τόπο σε αυτή την απελπιστική κατάσταση και τώρα τους βλέπει να λανσάρονται για σωτήρες . Οι οργισμένες φωνές στις πλατείες «έξω οι κλέφτες» και «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» πρέπει να ξεχαστούν και ο λαός με οδηγό μόνο το ΦΟΒΟ να μείνει  δεμένος στις μυλόπετρες να αλέθει νηστικός και εξαθλιωμένος στάρι για τα ίδια αφεντικά και τους δανειστές τους  . Έτσι ενώ μας καλλιεργούν στο έπακρο το συναίσθημα του φόβου δήθεν απευθύνονται στη λογική μας με το ερώτημα (μα να μην πληρώσουμε τους δανειστές μας ;) . Θα σας μιλήσω σα λαός και θα σας πω . Ποιους δανειστές μου ρε ! Πότε έφαγα εγώ από τα δανεικά σας . Στις Ελβετίες έχετε στείλει εσείς τα αφεντικά και τα τσιράκια σας τα 8/10 από αυτά . Βλέπω καθαρά πως με τα μνημόνια πάτε να ξεπληρώσετε τα κλεμμένα σας με το χωράφι του παππού και του πατέρα μου και με το νερό και τον ήλιο που πολέμησαν και σκοτώθηκαν για να τα έχω.  

Μας λέτε όσοι κυβερνούσατε πως «Όσο ήμαστε δεμένοι στο ΜΝΗΜΟΝΙΟ δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα» και το ποιο ενδιαφέρον που δεν μας λέτε είναι ότι «Όσο είμαστε δεμένοι στο ΜΝΗΜΟΝΙΟ ούτε  και εσείς έχετε να φοβάστε τίποτα» .

Λοιπόν εγώ λέω όχι στα μνημόνια σας και δεν φοβάμαι και αντίθετα αυτό που ελπίζω είναι να αρχίσετε να φοβάστε εσείς .   Για τα ψίχουλα της σύνταξης που  μου υπόσχεστε ότι δήθεν θα συνεχίσω να παίρνω αρνούμαι να σας επιτρέψω να ξεπουλήσετε τον τόπο ο οποίος  στο κάτω κάτω δεν μου ανήκει . Δεν είναι δικός μου . Ανήκει στα παιδιά μου και σ` αυτά ανήκει και η ψήφος μου . Βλέπω ένα μέρος του λαού να προσέρχεται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις των κομμάτων που κυβερνούσαν μέχρι χθες και αναρωτιέμαι από τον Άρη ήλθαν αυτοί; Όσοι διαβάζετε χρόνια τώρα τα κείμενα μου ξέρετε την εκτίμηση και την αγάπη που τρέφω για το λαό μας . Σήμερα εκ του γεγονότος αυτού και όχι μόνο η εκτίμηση μου αυτή βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού . Οψόμεθα ες Φιλίππους από Δευτέρα οπότε και ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί αυτό να  είναι το τελευταίο άρθρο που γράφω καθώς έχω να κάνω ομορφότερα και σοβαρότερα πράγματα από του να «βροντώ στου κουφού την πόρτα»

Λεωνίδας Ορφανουδάκης

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ ΕΛΛΗΝΑ


ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ ΕΛΛΗΝΑ

Το Ποίημα του Friedrich Schiller

Μεγάλοι Γερμανοί διανοητές όπως ο Γκαίτε ( Johann Wolfgang von Goethe 1749 – 1832)και ο Φρίντριχ Σίλερ (Friedrich Schiller 1759-1805) , που είχαν μελετήσει σε βάθος τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό γεμάτοι θαυμασμό είχαν γράψει ποιήματα μελέτες και δοκίμια, για την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Αυτή την Ελλάδα για την οποία ασαφή εικόνα έχει και λίγη εκτίμηση τρέφει σήμερα η καπιταλιστική ανθρωπότητα , η οποία Ελλάδα όμως έχει την απόλυτη αναγνώριση και εκπεφρασμένο τον καθολικό θαυμασμό από όλα τα μεγάλα πνεύματα της ανθρωπότητας , θα έρθει καιρός να την γνωρίσουμε και εμείς εδώ στον τόπο που την γέννησε ;

Παραθέτωτο ποίημα με τίτλο «Καταραμένε Έλληνα» που έγραψε για την Ελλάδα  ο Γερμανός ποιητής...Friedrich Schiller  . Το ποίημα αυτό στο οποίο σαρκάζει το φθόνο των Ευρωπαίων απέναντι στους Έλληνες μου έδωσε το ερέθισμα να γράψω όσα γράφω σήμερα .

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ ΕΛΛΗΝΑ

Όπου και να γυρίσω τη σκέψη μου,
Όπου και να στέψω την ψυχή μου

Μπροστά μου σε βρίσκω….

Τέχνη λαχταρώ, ποίηση, θέατρο,
Αρχιτεκτονική, εσύ μπροστά μου.
Μπροστάρης και αξεπέραστος.

Επιστήμη ζητώ, Μαθηματικά,
Φιλοσοφία, Ιατρική, εσύ μπροστάρης
και αξεπέραστος.

Για δημοκρατία διψώ,
ισονομία και ισοπολιτεία,
εσύ μπροστάρης και αξεπέραστος.

Αθλητισμό γυρεύω, το γιατρικό
Του κορμιού μου, εσύ μπροστάρης και
αξεπέραστος.

Καταραμένε Έλληνα,
καταραμένη γνώση, γιατί να σε
αγγίξω;

Γιατί να καταλάβω πόσο μικρός είμαι;
Ασήμαντος και μηδενικό,
Γιατί δεν με αφήνετε στη δυστυχία μου;


Θα συνεχίσω με τα λόγια του Johann Wolfgang von Goethe που είχε πει: «Ό,τι είναι η καρδιά και ο νους για το σώμα,είναι η Ελλάδα για την ανθρωπότητα» , και ο οποίος σε επιστολή του προς το γιό του Αύγουστο στις 5 Ιουλίου 1815 έγραφε: «Οι Έλληνες είναι συγγενείς μου, είναι δάσκαλοί μου. Τους θαυμάζω σαν άφθαστες διάνοιες της φράσεως και της γραμμής, καθώς και για τον ιδεώδη βίο τους». Αυτό το τελευταίο γραμμένο πριν κατασκευαστεί το εξαμβλωματικό Νέο Ελληνικό κράτος , είναι προφανές ότι δεν αναφέρεται σε εμάς , τους (Νεοέλληνες ) .


Αυτή την Ελλάδα όμως εμείς οι Νεοέλληνες θα έρθει καιρός να την γνωρίσουμε εδώ στον τόπο που την γέννησε ;

Έχουμε οι Έλληνες το εργαλείο να την προσεγγίσουμε και για αυτό θα τρέφω πάντα μια ελπίδα. Το εργαλείο αυτό είναι «η γλώσσα μας» και εγώ σαν τον Σικελιανό ακούω ένα μουρμουρητό, που λέει ότι θα' ρθει κάποτε η ώρα, που ο άνθρωπος θα λυτρωθεί από τη σκλαβιά και θα ενωθεί με τους συνανθρώπους του με οδηγό το αρχαίο αθάνατο Ελληνικό πνεύμα .
Εμείς το επαναλαμβάνω ότι έχουμε το εργαλείο «τη γλώσσα» και ζούμε στον ίδιο τόπο με εκείνους . Μπορούμε αν το θελήσουμε να επιχειρήσουμε να γίνουμε ξανά οδηγοί των κοινωνιών προς την αληθινή Δημοκρατία . Κυματοθραύστης απέναντι στη σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα και νομίζω η μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας. Έχουμε ανάστημα ας το σηκώσουμε σιγά – σιγά διώχνοντας αρχικά τους νονούς και τους νάνους που μας κυβερνούν σαν εντολοδόχοι. Τα μεγάλα αφεντικά τους δεν θα τα πολεμήσουμε σε οδοφράγματα και χαρακώματα όπου έχουν τη συντριπτική υπεροπλία αλλά στον πνευματικό στίβο όπου θα μας αντιταχθούν ηθικά και πνευματικά άοπλοι . Μπορούμε να τους αποδείξουμε ακόμα και έμπρακτα πως η Δημοκρατία με σωστή παιδεία και με κανόνες δικαιοσύνης και ισονομίας είναι η μόνη λύση στα προβλήματα των λαών .

Λεωνίδας Ορφανουδάκης

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Η ΠΕΤΡΑ


Μη μου μιλάς για τον πόλεμο,

για τα πεινασμένα παιδιά,

για τα κορίτσια που τους έκλεψαν την ηδονή

και τα χωράφια που τους στέρησαν τον σπόρο.

Εγώ την ξέρω την παλιά ιστορία του Δευκαλίωνα

- θέλω να πω για τις πέτρες που έριξε

πάνω από τον ώμο του

μετά τη μεγάλη καταστροφή.



 Αυτές οι πέτρες είμαστε εμείς – θυμάσαι;

Βέβαια εμείς έχουμε κόκαλα,

έχουμε αίμα και σάρκα.

Όμως η πέτρα ήταν η πρώτη ύλη μας.

Έμεινε πάντοτε μέσα μας

σφηνωμένη στη σάρκα μας και στο μυαλό μας.



 (Αυτή η πέτρα πάντοτε με φόβιζε).



 ΑΝΤΩΝΗΣ Θ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Η συντριβή του συστήματος και το τέλος του διεστραμμένου «εγώ».

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΑΞΕΒΑΝΗ


Χειρότερο απ' το βλέμμα ενός δαρμένου σκύλου είναι το βλέμμα ενός ανθρώπου σαν δαρμένου σκύλου. Το βλέμμα του φόβου που δεν τον φιλτράρει η λογική, που δεν τον αναιρεί καμιά ελπίδα. Δεν υπάρχει χειρότερος φόβος απ' τον αόριστο φόβο. Δεν ξέρεις τι πρέπει να φοβάσαι και καταλήγεις να φοβάσαι τα πάντα. Λίγο πριν απ' το τέλος, φοβάσαι τον φόβο σου και καταλήγεις να φοβάσαι τον εαυτό σου.

Γέμισαν οι δρόμοι τέτοια βλέμματα. Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι πρέπει να φοβούνται, σαν τα σκυλιά που περιμένουν το χτύπημα. Πού πάμε; Τι θα μας συμβεί; Κανένας δεν μπορεί ν' απαντήσει αλλά και κανένας δεν θέλει. Τι κακό θα συμβεί; Θα χάσουμε τη δουλειά μας, το σπίτι; Θ' αναγκαστούμε να ζήσουμε με λιγότερα; Η τηλεόραση 52 ιντσών δεν θα προσφέρει καμιά απόλαυση; Θ' αναγκαστούμε να ψάχνουμε στα σκουπίδια;

Θα είμαστε υποχρεωμένοι να πίνουμε ρετσίνα με τον γείτονα που δεν γνωρίζουμε καν, όπως σ' εκείνες τις ταινίες με τον Ρίζο και τη Βλαχοπούλου; Υπάρχει περίπτωση να χτυπήσει η πόρτα και να είναι ο διπλανός που ζητάει ένα λεμόνι; Ποιο απ' όλα είναι το δικό μας σενάριο;

Δεν είμαι σίγουρος πως η πτώχευση είναι η καταστροφή της Ελλάδας. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που θα πτωχεύσει. Η Παιδεία των προσωπικών Πανεπιστημίων και της κομματικής συναλλαγής; Οι εφορίες της διαφθοράς; Τα νοσοκομεία με το φακελάκι; Μήπως θα συντριβεί το πολιτικό μας σύστημα, αυτή η μεγάλη αποθήκη με ψεύτες, φαφλατάδες και ανεπάγγελτους; Θ' αναγκαστεί ο Δημήτρης Ρέππας να γίνει οδοντογιατρός, ο Καραμανλής δικηγόρος και ο Βενιζέλος αδύνατος; Ποια, αλήθεια, είναι η μεγάλη καταστροφή που φοβόμαστε;

Υπάρχουν πολλά που θα χάσουμε, αλλά δεν ξέρω αν είναι αυτά που δικαιούμαστε και πολύ περισσότερο αυτά που χρειαζόμαστε. Στη γειτονιά μου θα κλείσουν τα 7 καταστήματα μανικιούρ-πεντικιούρ και τα 6 κομμωτήρια και θα μείνει μόνο ο ένας φούρνος που θα πουλάει είδος ανάγκης: ψωμί. Οι κυρίες θα πάψουν να ισορροπούν επικίνδυνα πάνω σε αφόρετες γόβες και τεχνητές επιθυμίες. Οι τράπεζες δεν θα έχουν διακοποδάνεια. Ο Ρέμος δεν θα βρίσκει κανέναν να του ρίξει δυο γαρύφαλλα. Η Φιλιππινέζα δεν θ' αναθρέφει πια τα παιδιά. Οι σύγχρονες μανάδες ίσως δεν θ' αναφωνούν «δεν αντέχω», γιατί θ' ανακαλύψουν τη σημασία και της λέξης και της αντοχής. Τα παιδιά μας, όταν βγάζουν με 10 το λύκειο, θα πηγαίνουν σε κάποια τεχνική σχολή και όχι στο ιδιωτικό Πανεπιστήμιο του Λονδίνου που αναλαμβάνει να βαφτίσει τους κατιμάδες επιστήμονες με το αζημίωτο.

Ίσως χρησιμοποιούμε το κινητό τηλέφωνο όπως σε όλη την Ευρώπη, για να επικοινωνούμε και όχι για να εξευτελιζόμαστε. Το «ουάου» θα πάψει να είναι το υποκατάστατο του οργασμού στις κουβέντες που ψάχνουν την επιβεβαίωση της ανοησίας. Μπορεί να ψάξουμε περισσότερο τον πραγματικό οργασμό, μαζί με τους κανονικούς ανθρώπους που θα μας κάνουν να τους εκτιμάμε. Θ' αρχίσουμε να αξιολογούμε ποιος είναι ικανός και χρήσιμος και όχι αναγνωρίσιμος. Οι μανάδες δεν θα ζητάνε αυτόγραφο από την Τζούλια για τις κόρες τους.

Πιο πολύ, νομίζω, θα καταστρέψουμε με τα χέρια μας εκείνο το διεστραμμένο «εγώ» που επιμένει να μας αξιολογεί και να μας συγκρίνει με βάση τις πισίνες, τη μάρκα του αυτοκινήτου και τις κακόγουστες καρό ταπετσαρίες που φοράμε επειδή γράφουν Burberry. Μπορεί να μη θέλουμε πια να γίνουμε πλούσιοι, αλλά ουσιαστικοί. Μπορεί ίσως και ν' αγαπηθούμε περισσότερο, ανακαλύπτοντας τη συλλογικότητα και το ενδιαφέρον για μια ζωή που είναι κοινή.

Οι επιπόλαιοι θα ξαναγίνουν επιπόλαιοι και δεν θα είναι πια τρέντι. Οι αγρότες θα επιστρέψουν στα χωράφια. Και οι Ουκρανές, που έτρωγαν τις ψεύτικες επιδοτήσεις, στα σπίτια τους. Στα καφενεία των χωριών θα συζητάνε ξανά ποιο παιδί πρόκοψε και όχι ποιο πήγε σε ριάλιτι. Οι DJs, οι image makers, οι κουρείς σκύλων, ίσως χρειαστεί να βρουν μια άλλη δουλειά.

Το σύστημα της αξιολόγησής μας θ' αλλάξει και ίσως απαιτήσουμε πραγματικά να τιμωρηθούν αυτοί που τα έφαγαν. Παρουσία μας, πάντα. Ίσως δεν ξαναψηφίσουμε εκείνους που μας έφεραν σε αυτήν τη θέση. Και ίσως καταλάβουμε πως τα κοράκια του εξτρεμιστικού καπιταλισμού, που φαίνονταν καναρίνια μέσα από τα κουστούμια και τις τηλεοράσεις, ήταν αυτοί που μας εξαπάτησαν την ώρα που ζαλιζόμασταν με Johnnie Black. Ίσως ψάξουμε για μια πιο δίκαια ζωή, χωρίς να μετράμε την απόδοση δίκιου με τη σύγκριση τραπεζικών λογαριασμών.

Μπορεί ξαφνικά οι καλλιτέχνες ν' αρχίσουν να παράγουν κι αυτοί, πατώντας σε αυτό που είναι ζωή και όχι στις κρατικές επιδοτήσεις, σαν να πουλάνε βαμβάκι, και στις δημόσιες σχέσεις.

Δεν είμαι σίγουρος πως όλα αυτά είναι κακά. Ναι, θα υπάρξουν χιλιάδες άνεργοι. Θα χτυπηθεί το Δημόσιο. Αυτό που βρίζουμε όλοι πως είναι αντιπαραγωγικό, μας ταλαιπωρεί και δεν μας εξυπηρετεί. Θ' απολυθούν κάποιοι απ' αυτούς που μπήκαν με ρουσφέτι, γλείψιμο, αναξιοπρέπεια. Τα επαρχιακά μουσεία της χώρας δεν θα έχουν δέκα κηπουρούς, θα καταργηθούν οι «Οργανισμοί Αναξιοπαθούντων Κορασίδων» και οι «Πολιτιστικοί σύλλογοι για τη σουρεαλιστική προσέγγιση της ζωής του Λάμπρου Κατσώνη». Οι ανύπαντρες κόρες αξιωματικών δεν θα παίρνουν επίδομα. Και όσες απ' αυτές είναι επώνυμες δεν θα είναι «κατά του γάμου από άποψη», για να παίρνουν το επίδομα.

Φοβάμαι, όπως όλοι. Αλλά θέλω και να συντριβεί ένα σύστημα που αναπαράγει τη σαπίλα. Που βαφτίζει Δημοκρατία τον διεφθαρμένο του εαυτό, Δικαιοσύνη την ατιμωρησία του κι ευτυχία την κενότητα και τον ευδαιμονισμό. Φοβάμαι.
Γι' αυτό θέλω να τελειώνουμε.
από
Χειρότερο απ' το βλέμμα ενός δαρμένου σκύλου είναι το βλέμμα ενός ανθρώπου σαν δαρμένου σκύλου. Το βλέμμα του φόβου που δεν τον φιλτράρει η λογική, που δεν τον αναιρεί καμιά ελπίδα. Δεν υπάρχει χειρότερος φόβος απ' τον αόριστο φόβο. Δεν ξέρεις τι πρέπει να φοβάσαι και καταλήγεις να φοβάσαι τα πάντα. Λίγο πριν απ' το τέλος, φοβάσαι τον φόβο σου και καταλήγεις να φοβάσαι τον εαυτό σου.

Γέμισαν οι δρόμοι τέτοια βλέμματα. Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι πρέπει να φοβούνται, σαν τα σκυλιά που περιμένουν το χτύπημα. Πού πάμε; Τι θα μας συμβεί; Κανένας δεν μπορεί ν' απαντήσει αλλά και κανένας δεν θέλει. Τι κακό θα συμβεί; Θα χάσουμε τη δουλειά μας, το σπίτι; Θ' αναγκαστούμε να ζήσουμε με λιγότερα; Η τηλεόραση 52 ιντσών δεν θα προσφέρει καμιά απόλαυση; Θ' αναγκαστούμε να ψάχνουμε στα σκουπίδια;

Θα είμαστε υποχρεωμένοι να πίνουμε ρετσίνα με τον γείτονα που δεν γνωρίζουμε καν, όπως σ' εκείνες τις ταινίες με τον Ρίζο και τη Βλαχοπούλου; Υπάρχει περίπτωση να χτυπήσει η πόρτα και να είναι ο διπλανός που ζητάει ένα λεμόνι; Ποιο απ' όλα είναι το δικό μας σενάριο;

Δεν είμαι σίγουρος πως η πτώχευση είναι η καταστροφή της Ελλάδας. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που θα πτωχεύσει. Η Παιδεία των προσωπικών Πανεπιστημίων και της κομματικής συναλλαγής; Οι εφορίες της διαφθοράς; Τα νοσοκομεία με το φακελάκι; Μήπως θα συντριβεί το πολιτικό μας σύστημα, αυτή η μεγάλη αποθήκη με ψεύτες, φαφλατάδες και ανεπάγγελτους; Θ' αναγκαστεί ο Δημήτρης Ρέππας να γίνει οδοντογιατρός, ο Καραμανλής δικηγόρος και ο Βενιζέλος αδύνατος; Ποια, αλήθεια, είναι η μεγάλη καταστροφή που φοβόμαστε;

Υπάρχουν πολλά που θα χάσουμε, αλλά δεν ξέρω αν είναι αυτά που δικαιούμαστε και πολύ περισσότερο αυτά που χρειαζόμαστε. Στη γειτονιά μου θα κλείσουν τα 7 καταστήματα μανικιούρ-πεντικιούρ και τα 6 κομμωτήρια και θα μείνει μόνο ο ένας φούρνος που θα πουλάει είδος ανάγκης: ψωμί. Οι κυρίες θα πάψουν να ισορροπούν επικίνδυνα πάνω σε αφόρετες γόβες και τεχνητές επιθυμίες. Οι τράπεζες δεν θα έχουν διακοποδάνεια. Ο Ρέμος δεν θα βρίσκει κανέναν να του ρίξει δυο γαρύφαλλα. Η Φιλιππινέζα δεν θ' αναθρέφει πια τα παιδιά. Οι σύγχρονες μανάδες ίσως δεν θ' αναφωνούν «δεν αντέχω», γιατί θ' ανακαλύψουν τη σημασία και της λέξης και της αντοχής. Τα παιδιά μας, όταν βγάζουν με 10 το λύκειο, θα πηγαίνουν σε κάποια τεχνική σχολή και όχι στο ιδιωτικό Πανεπιστήμιο του Λονδίνου που αναλαμβάνει να βαφτίσει τους κατιμάδες επιστήμονες με το αζημίωτο.

Ίσως χρησιμοποιούμε το κινητό τηλέφωνο όπως σε όλη την Ευρώπη, για να επικοινωνούμε και όχι για να εξευτελιζόμαστε. Το «ουάου» θα πάψει να είναι το υποκατάστατο του οργασμού στις κουβέντες που ψάχνουν την επιβεβαίωση της ανοησίας. Μπορεί να ψάξουμε περισσότερο τον πραγματικό οργασμό, μαζί με τους κανονικούς ανθρώπους που θα μας κάνουν να τους εκτιμάμε. Θ' αρχίσουμε να αξιολογούμε ποιος είναι ικανός και χρήσιμος και όχι αναγνωρίσιμος. Οι μανάδες δεν θα ζητάνε αυτόγραφο από την Τζούλια για τις κόρες τους.

Πιο πολύ, νομίζω, θα καταστρέψουμε με τα χέρια μας εκείνο το διεστραμμένο «εγώ» που επιμένει να μας αξιολογεί και να μας συγκρίνει με βάση τις πισίνες, τη μάρκα του αυτοκινήτου και τις κακόγουστες καρό ταπετσαρίες που φοράμε επειδή γράφουν Burberry. Μπορεί να μη θέλουμε πια να γίνουμε πλούσιοι, αλλά ουσιαστικοί. Μπορεί ίσως και ν' αγαπηθούμε περισσότερο, ανακαλύπτοντας τη συλλογικότητα και το ενδιαφέρον για μια ζωή που είναι κοινή.

Οι επιπόλαιοι θα ξαναγίνουν επιπόλαιοι και δεν θα είναι πια τρέντι. Οι αγρότες θα επιστρέψουν στα χωράφια. Και οι Ουκρανές, που έτρωγαν τις ψεύτικες επιδοτήσεις, στα σπίτια τους. Στα καφενεία των χωριών θα συζητάνε ξανά ποιο παιδί πρόκοψε και όχι ποιο πήγε σε ριάλιτι. Οι DJs, οι image makers, οι κουρείς σκύλων, ίσως χρειαστεί να βρουν μια άλλη δουλειά.

Το σύστημα της αξιολόγησής μας θ' αλλάξει και ίσως απαιτήσουμε πραγματικά να τιμωρηθούν αυτοί που τα έφαγαν. Παρουσία μας, πάντα. Ίσως δεν ξαναψηφίσουμε εκείνους που μας έφεραν σε αυτήν τη θέση. Και ίσως καταλάβουμε πως τα κοράκια του εξτρεμιστικού καπιταλισμού, που φαίνονταν καναρίνια μέσα από τα κουστούμια και τις τηλεοράσεις, ήταν αυτοί που μας εξαπάτησαν την ώρα που ζαλιζόμασταν με Johnnie Black. Ίσως ψάξουμε για μια πιο δίκαια ζωή, χωρίς να μετράμε την απόδοση δίκιου με τη σύγκριση τραπεζικών λογαριασμών.

Μπορεί ξαφνικά οι καλλιτέχνες ν' αρχίσουν να παράγουν κι αυτοί, πατώντας σε αυτό που είναι ζωή και όχι στις κρατικές επιδοτήσεις, σαν να πουλάνε βαμβάκι, και στις δημόσιες σχέσεις.

Δεν είμαι σίγουρος πως όλα αυτά είναι κακά. Ναι, θα υπάρξουν χιλιάδες άνεργοι. Θα χτυπηθεί το Δημόσιο. Αυτό που βρίζουμε όλοι πως είναι αντιπαραγωγικό, μας ταλαιπωρεί και δεν μας εξυπηρετεί. Θ' απολυθούν κάποιοι απ' αυτούς που μπήκαν με ρουσφέτι, γλείψιμο, αναξιοπρέπεια. Τα επαρχιακά μουσεία της χώρας δεν θα έχουν δέκα κηπουρούς, θα καταργηθούν οι «Οργανισμοί Αναξιοπαθούντων Κορασίδων» και οι «Πολιτιστικοί σύλλογοι για τη σουρεαλιστική προσέγγιση της ζωής του Λάμπρου Κατσώνη». Οι ανύπαντρες κόρες αξιωματικών δεν θα παίρνουν επίδομα. Και όσες απ' αυτές είναι επώνυμες δεν θα είναι «κατά του γάμου από άποψη», για να παίρνουν το επίδομα.

Φοβάμαι, όπως όλοι. Αλλά θέλω και να συντριβεί ένα σύστημα που αναπαράγει τη σαπίλα. Που βαφτίζει Δημοκρατία τον διεφθαρμένο του εαυτό, Δικαιοσύνη την ατιμωρησία του κι ευτυχία την κενότητα και τον ευδαιμονισμό. Φοβάμαι.
Γι' αυτό θέλω να τελειώνουμε.
από το  http://tolimeri.blogspot.com/2012/03/blog-post_1696.html