Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (του Φώτη Στεργίου)


“ Η Ελλάς δεν επένθησε τον θάνατόν του. Αυτή

η ποίησις, ήτις άλλοτε δια της σθεναράς φωνής του

Βαλαωρίτου εθρήνησε τον θάνατον του Σολωμού,

ετήρησε σιγήν δια το αγνότερον των τέκνων της.

Παράδοξος τύχη ποιητού αφιερώσαντος πάσας τας

χορδάς της λύρας του εις την πατρίδα και υπέρ πάντας

λησμονηθέντος υπό της πατρίδος. “

Κ. Παλαμάς



Το   (1969) συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από το θάνατό του και δε γίνεται να μη φέρομε ευφρόσυνα στη μνήμη μας το μεγαλόστομο ποιητή των Ωδών. Τον ποιητή που τραγούδησε τον επικώτερο αγώνα της φυλής, το  21, και φιλοδόξησε το τραγούδι του να ηχήσει σαν εγερτήριο σάλπισμα, να συνεγείρει τους Έλληνες και να προκαλέσει τους θερμότερους ενθουσιασμούς, χωρίς, φυσικά και να το κατορθώσει. Γιατί το τραγούδι του, δυσκολοπλησίαστο από τους πολλούς, άγνωστο, παραμερισμένο ίσως από τους λίγους, έσβησε μέσα σε μια ατμόσφαιρα αδιαφορίας. Πράγμα που εξηγεί τον απότομο, τον ευέξαπτο, τον οργίλο και υπερήφανο χαρακτήρα του, ο οποίος εκδηλώθηκε σε πολλά περιστατικά της μυθιστορηματικής του ζωής και τον οδήγησε μαζί με άλλες ατυχίες του ως την απελπισία: 

Ναι, κόπος ανυπόφερτος 
είναι η ζωή- οι ελπίδες, 
οι φόβοι, και του κόσμου 
η χαραί και το μέλι 
σας βασανίζουν.

 *** 

Γεννημένος ο Κάλβος έξι χρόνια πριν από το Σολωμό στη Ζάκυνθο το 1792, έζησε σαν παιδί μια άχαρη ζωή και στερήθηκε και μητέρα και πατρίδα, μια και ξενιτεύτηκε από μικρός ακολουθώντας το χωρισμένο πατέρα του στο Λιβόρνο της Ιταλίας στα τέλη του 1801. Στα 1812 πέθανε ο πατέρας του και βρέθηκε στη Φλωρεντία, όπου είχε την τύχη να γνωρίσει και να συνδεθεί φιλικά με το μεγάλο ποιητή Φώσκολο. Στα 1816 ακολούθησε το Φώσκολο στην εξορία του στη Ζυρίχη και λίγο αργότερα τον συνόδευσε στο Λονδίνο, όπου τελικά (1817) φιλονίκησαν και χώρισαν. Στα 1820 ξαναβρίσκουμε τον Κάλβο πάλι στη Φλωρεντία, όπου είχε επαφές με την επαναστατική κίνηση των Καρμπονάρων. Πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να φυλακιστεί και να απελαθεί από την Φλωρεντία το 1821. Από κει κατέφυγε στη Γενεύη (1821-1824). 
Τα χρόνια που έζησε στη Γενεύη ως  ” καθηγητής γλωσσών “  αναθερμάνθηκε ο φιλελευθερισμός του, που ξεκίνησε από την Ιταλία. Μη λησμονούμε άλλωστε, ότι η δημοκρατία της Γενεύης δημιουργούσε ευνοϊκό κλίμα για την εκδήλωση των φιλελεύθερων ιδεών κατά της Ιεράς Συμμαχίας. Η κατοικία του Κάλβου ήταν στο προάστιο όπου έζησε ο Ρουσσώ, εκεί δηλαδή που οι δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες είχαν δημιουργήσει ζωντανή παράδοση. Το 1825 ο Κάλβος βρέθηκε στο Παρίσι και τον επόμενο χρόνο τέθηκε υπό επιτήρηση γιατί πρέσβευε αισθήματα ένθερμου φιλελευθερισμού.
 Στα 1826 κατέβηκε στο Ναύπλιο για να λάβει ενεργό μέρος στον Αγώνα. Στην επιστολή του προς στον στρατηγό Λαφαγιέτ, που αποτελεί τον πρόλογο της δεύτερης συλλογής του, εξηγεί ότι είναι το καθήκον που τον καλεί να προσφέρει μια καρδιά ακόμη στα όπλα των Μουσουλμάνων (Νέα Εστία, αφιέρωμα στον Κάλβο, 1960, σ. 42). Αλλά έφυγε τον ίδιο κιόλας χρόνο, απογοητευμένος από τη μη χρησιμοποίησή του από την κυβέρνηση και ίσως και από τις διχόνοιες των πολιτικών και στρατιωτικών, για την Κέρκυρα, όπου έμεινε ως το 1852, άλλοτε εργαζόμενος σε ιδιωτικό σχολείο ή αρθρογραφώντας και άλλοτε διδάσκοντας ως καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία. 
Από το 1852 έζησε για δεύτερη φορά στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λάουθ, όπου εγκαταστάθηκε με τη δεύτερη γυναίκα του (η πρώτη είχε προ πολλού πεθάνει καθώς και η κόρη του), ως το θάνατό του το 1869. Τέλος στα 1960 έγινε η μετακομιδή των οστών του στη Ζάκυνθο. Αυτό είναι το εξωτερικό, το χρονολογικό σχήμα της ζωής του Κάλβου. Ζώντας ο Κάλβος ξενιτεμένος στην Ιταλία, εξόριστος στην Ελβετία και Γαλλία και νυμφευμένος στην Αγγλία, ένιωθε πάντα σαν ξένος και διαμόρφωσε ένα κλειστό, περίεργο, φιλομοναστικό και εριστικό χαρακτήρα. Τον καημό δε της ξενιτειάς τον εκφράζει ο Κάλβος ανάγλυφα στο ποίημά του “Ο φιλόπατρις”: 

Ας μη μου δώση η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον- 
είναι γλυκύς ο θάνατος 
μόνον όταν κοιμώμεθα 
             εις την πατρίδα. 

Στη διάπλαση ωστόσο της πνευματικής προσωπικότητας του Κάλβου έπαιξε σημαντικό ρόλο το κοινωνικοπνευματικό κλίμα της Ευρώπης, που το αυλάκωναν οι ριπές των φιλελεύθερων και δημοκρατικών ιδεών της Γαλλικής Επαναστάσεως. Καθώς διαμόρφωσε φιλελεύθερη συνείδηση και μελέτησε τα κλασσικά γράμματα, (ο ίδιος μάλιστα ο Φώσκολος τον παρότρυνε ( να ασχοληθεί με επιμονή και θερμή θέληση στη μελέτη των Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων), προσανατολίστηκε στον ευρωπαϊκό ιδεαλιστικό νεοκλασσικισμό, θαύμασε την αρχαία Ελλάδα, πυρπολήθηκε από αισθήματα φιλοπατρίας και έθεσε τη λύρα του στην υπηρεσία της αναγεννωμένης πατρίδας.

                                                                                ***

 Αλλά ήταν της μοίρας του και οι Ωδές του να γνωρίσουν και να συνεχίσουν, σαν παράλληλο φαινόμενο, την περιπέτεια της ζωής του. Ώσπου ήρθε το 1888, οπότε ο Κωστής
Παλαμάς, ο συχνά διεισδυτικότατος και κριτικότατος, ανέσυρε από την αφάνεια τον Κάλβο με την περίφημη διάλεξή του στον Παρνασσό. Ιδού η αρχή της: 
“Παρήλθον έτη έκτοτε. Ενθυμούμαι ότι ηγόρασα ποτε εκ τινός παρά την Αγίαν Ειρήνην παλαιοπώλου δυο τομίδια Ελληνικών ποιημάτων. Κατά την εποχήν εκείνην ηγάπων ασυνειδήτως τους στίχους και δυο ομοιοκαταληξίαι, οποιαιδήποτε, με συνεκίνουν βαθέως. Το εν εκ των τομιδίων ήτο ο ” Οδοιπόρος “ του Π. Σούτσου. Προ πολλού ανεζήτουν το βιβλίον τούτο. Την εύρεσίν του απεδέχθην ως δώρο της θείας προνοίας και κατέβαλα προθύμως το αντίτιμον αυτού. Εξ εναντίας το άλλο τομίδιον συγκατετέθην μόνον τη επιμόνω παρακλήσει του παλαιοπώλου να φορτωθώ αντί καταβολής ευτελεστάτου τιμήματος. Επανελθών εις το μαθητικόν δωμάτιόν μου, διήλθον ολοκλήρους ώρας εν εκστάσει προ των πατριωτικών μονολόγων και των ερωτικών δυωδιών του Οδοιπόρου και της Ραλλούς. Και αφού εκορέσθην εξ αυτών, έτεινα την χείρα προς το δεύτερον βιβλίον αγνώστου εις εμέ ποιητού. Το ήνοιξα μηχανικώς και εις την σελίδα εφ΄ ής τυχαίως προσηλώθηκαν τα όμματά μου, ανέγνων, άλλοτε μεν ελκυόμενος, άλλοτε δε εκπληττόμενος τους εξής στίχους, υπό τον τίτλο “Ωκεανός “. 
 Και αφού απήγγειλε 29 από τις 37 στροφές της Ωδής, συνέχισε: “Τους στίχους τούτους, εν οίς η αρχαιοπρέπεια των εικόνων αμιλλάται προς το μέγεθος αυτών και η υπό των κυμάτων αναδυομένη Διογενής ελευθερία, παρίσταται ως η υψίστη προσωποποίησις των θαλασσίων θριάμβων του Αγώνος, μετά την “ τα κόκκαλα βγαλμένη”  Ελευθερίαν του Σολωμού, τους στίχους τούτους, πρωτοτύπως ωραίους, έγραψεν ο Ανδρέας Κάλβος ο Ζακύνθιος. Σήμερον διάφορον έχομεν αντίληψιν του εν τη ποιήσει καλού... Ο “Οδοιπόρος” του Σούτσου, παρά τον σεβασμόν, όν τρέφω προς τον ποιητήν, με κινεί σχεδόν εις μειδίαμα. Αλλά θαυμάζω τας Ωδάς του Κάλβου και τον λόγον του φαινομένου επιχειρώ να εξηγήσω σήμερον προς υμάς εν πάση ειλικρινεία ”

                                                         ***

Από τότε που ο Παλαμάς επέβαλε, μπορούμε να πούμε, τον Κάλβο στα Ελληνικά γράμματα, θεωρώντας τον άξιον της αθανασίας, το έργο του δεν έπαυσε να μελετάται και να θαυμάζεται. Με αποτέλεσμα να εδραιωθεί η μεγάλη δόξα του νέου μας Πινδάρου, να μελετηθεί εμπεριστατωμένα από εκπροσώπους της γενιάς του και να καταλάβει μία από τις πρώτες θέσεις στον Νεοελληνικό Παρνασσό. Και τούτο χάρη στο γεγονός ότι η ποίησή του, μολονότι μονότροπη, άνιση, ιδιόρρυθμη και αρχαιόπρεπη, συνιστά μια ρωμαλέα δημιουργία, χαρακτηρίζεται από υψηλούς, αυστηρούς τόνους και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. 
Αλλά αξιομνημόνευτο είναι και το εγκώμιο που αφιέρωσε στον Κάλβο ο μεγαλόστομος ποιητής του “ Αλαφροΐσκιωτου “ ο Άγγελος Σικελιανός. Να μερικοί στίχοι: 

Ω, του Πινδάρου σύνθρονος ψυχή,
συνέστιε των Θεών, 
Ανδρέα Κάλβε, 
από τη σφαίρα της καρτερίας Σου 
όθε 
σαν αετός αιώνα ολόκληρο εποπτεύεις 
τα Ελληνικά τα βάραθρα, 
   κατέβα,
κατέβα χαμηλότερα σ εμάς ωσότου 
των φτερούγων σου των Πηγάσειων καν ακούσουμε 
                      τον ρόμβον
ή όσο μόλις 
της χρησμοδότισσας φωνής Σου ν΄ αντηχήσει
η θεία κλαγγή 
στα βάθη των ψυχών μας!.. 
Αλλά ισχυρόν είταν το νάμα, είταν ο τόπος 
ψηλός πολύ, 
και λίγοι, α λίγοι, της πηγής Σου 
τον άγιο κέλαδο ενωτίστηκαν…
 ......................................................... 
κι εκεί, στ΄ ακραία του Λόγου σύνορα στημένος, 
αιώνα ολόκληρο τα βάραθρα εποπτεύεις 
τα Ελληνικά, κι απ΄ την απάτητη σκοπιά Σου 
φρουρείς ακοίμητος, 
φρουρείς και περιμένεις!

                            ***

Το έργο βέβαια του Κάλβου δεν περιλαμβάνει μόνο τις Ωδές. Περιλαμβάνει και πολλά άλλα πρωτότυπα ή μεταφράσεις και συντελέστηκε, κατά τον καθηγητή Γ. Ζώρα, μέσα σε πέντε περιόδους: 
α) Η ιταλική περίοδος ή περίοδος της πνευματικής προπαρασκευής (1811-1816). Περιλαμβάνει τα έργα: ”Ύμνος στο Ναπολέοντα”, τις τραγωδίες “Θηραμένης” και “Δαναΐδες “ *(υπάρχει κι ένα σχέδιο τραγωδίας, ο” Ιππίας“), “Ωδή εις Ιονίους”, “Σχέδιον των αρχών των γραμμάτων, εφαρμοζομένων και εις τας καλάς τέχνας “ και το δοκίμιο “Η απολογία της αυτοκτονίας “
β) Η πρώτη αγγλική περίοδος  ή (  η περίοδος των διδακτικών κειμένων και των θρησκευτικών μεταφράσεων (1816-1820), ) κατά την οποίαν ο Κάλβος έγραψε: “ Ιταλική χρηστομάθεια ,  “ Ελληνοαγγλικό λεξικό “ ,  καθώς και διάφορα άρθρα. Αναφέρομε επίσης τις διαλέξεις που έκανε και τις μεταφράσεις. 
γ) Η ελβετογαλλική περίοδος ή η περίοδος της ποιητικής ακμής (1821-1826) όπου συνέθεσε τις είκοσι Ωδές του. 
δ) Η κερκυραϊκή περίοδος ή η περίοδος των φιλοσοφικών και πολιτικών μελετών του (1826-1852). Κατ΄  αυτήν έχομε επιστημονικά συγγράμματα, δημοσιογραφικά άρθρα, θεολογική επίκριση, μελέτη για το Φώσκολο στη δημοσίευση αποσπασμάτων από το έργο του Φώσκολου , “Χάριτες “.
ε) Η δεύτερη αγγλική περίοδος ή η περίοδος των νέων θρησκευτικών μεταφράσεων (1852-1869). 
Τα έργα αυτά του Κάλβου, αν εξαιρέσουμε φυσικά τις Ωδές του, χαρακτηρίστηκαν ” ελάσσονα ”, γράφτηκαν στην ελληνική, ιταλική, αγγλική και γαλλική γλώσσα και είναι μικρότερης φιλολογικής αξίας. 
Ο Κάλβος για να συνθέσει το καθ΄ αυτό ποιητικό του έργο χρησιμοποιεί, σαν κλασσικοθρεμμένος λόγιος που ήταν, αποκομμένος από τη δημοτική παράδοση, μια και έζησε πολλά χρόνια έξω από την Ελλάδα, ένα ιδιάζον γλωσσικό συνονθύλευμα-κράμα αρχαϊζουσας και απλής νεοελληνικής. 
Η κλασσική του μόρφωση ( καλύτερα αυτομόρφωση) καθώς διαποτίζεται από την αρχαία σκέψη, προσδίδει στην ποίησή του “ αρχαϊκό “  ύφος και στη γλώσσα του τον τόνο της καθαρεύουσας. Μιας καθαρεύουσας ωστόσο με λεξιθηρικά θησαυρίσματα από την αρχαία γλώσσα και ανάμεικτης με τύπους της κοινής, πράγμα το οποίο της αφαιρεί την ψυχρότητα και την αξιοποιεί σε βαθμό που να μπορέσει να εκφράσει τη μεγάλη πράξη του ΄21 υψώνοντάς την στο χώρο της ποιήσεως. 
Από την άποψη αυτή το “ αρχαϊκό “ ύφος του Κάλβου είναι επιφανειακό. Μολονότι δηλαδή δανείζεται λέξεις από τους αρχαίους, αρέσκεται εις τους ασυναίρετους τύπους, χρησιμοποιεί περιφράσεις, αναμιγνύει φραστικούς τύπους της λογίας και της κοινής, επηρεάζεται στην εικονοπλασία του από τον Πίνδαρο ιδίως και από τον Όμηρο, πλουτίζει τις Ωδές του με σύμβολα από την αρχαία λογοτεχνία, αφήνεται στα μυθολογικά κλισέ, εν τούτοις στο βάθος της ποιήσεώς του, διακρίνομε ζωντανό το ρεύμα της δημοτικής και κάποτε τον σπασμένο, τον εξαρχαϊσμένο δεκαπεντασύλλαβο, το βασικότερο γνώρισμα της νεοελληνικής ποιητικής παραδόσεως. Να ένα παράδειγμα: 

Φαίνεται εις τον ορίζοντα / ωσάν χαράς ιδέα. 

Και καθώς οι Ωδές του είναι επηρεασμένες από την αρχαία παράδοση, εντάσσονται στην τεχνοτροπία του νεοκλασικισμού και χαρακτηρίζονται από αρχιτεκτονικότητα στο πλάσιμό τους και από μια γενική λογική ή ηθική ιδέα, που μετασχηματίζεται στα καθέκαστα της σε ποιητικές εποπτείες, γεμάτες λυρική έξαρση και πάθος. Να μερικοί από την Ωδή εις Δόξαν:

Έσφαλεν ο την δόξαν 
ονομάσας ματαίαν, 
και τον άνδρα μαινόμενον 
τον προ τοιαύτης καίοντα Θεάς 
την σμύρναν.

 Δίδει αυτή τα πτερά΄
και εις τον τραχύν, τον δύσκολον 
της Αρετής τον δρόμον 
του ανθρώπου τα γόνατα ι
δού πετάουν. 

Θερμότατον τον πόθον 
εφυτεύσας της δόξης 
εις την καρδίαν των τέκνων σου 
ώ Ελλάς, και καλείσαι 
μήτηρ ηρώων. 
…… Τρέξατε, δεύτε 
οι των Ελλήνων παίδες 
ήλθ΄ ο καιρός της δόξης΄ 
τους ευκλεείς προγόνους μας 
ας μιμηθώμεν.

Από το άλλο μέρος όμως συναντούμε και τη ρομαντική διάθεση, μια και ο ποιητής έζησε μέσα στο κλίμα του ρομαντισμού, που επηρέασε όχι μόνο το έργο του αλλά και τη ζωή του. (Μια ζωή περίεργη, ιδιάζουσα, όπως ιδιάζον είναι και το έργο του). Βέβαια ο ρομαντισμός - δηλαδή η “υπερτροφία του συναισθήματος και της φαντασίας - βρίσκεται σε αντιστοιχία με τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή, τον υπερευαίσθητο, τον απελπισμένο, που δίνει ένα δραματικό χαρακτήρα στις ωδές του και δημιουργεί μια τολμηρή ποιητική έξαρση, φτάνοντας κάποτε ως τη ρητορικότητα, την οποία μάταια προσπαθεί το αυστηρό κλασσικό ντύμα να δαμάσει. Έτσι ο ποιητής ξεκινώντας από την τυπική κλασσικιστική παιδεία της εποχής του και μπολιάζοντας στο έργο του τα ρομαντικά στοιχεία (όπως εκφράζονται π.χ. στο έργο του OSSIAN, του VOUNG, του BYRON κλπ.), προσπαθεί να συνθέσει τις ωδές του, χωρίς ωστόσο και να μπορέσει τα ετερόκλητα αυτά στοιχεία να τα συνταιριάσει απόλυτα επιτυγχάνοντας την κλασσική ισορροπία και συμμετρία. Και τούτο διότι, παρά την κλασσικότροπη καλλιτεχνική του βούληση, η ποιητική του φύση κι έκφραση παραμένουν ρομαντικές και συχνά στις ωδές του, τις κατάφορτες από αρχαίες μνήμες, σύμβολα, μύθους, την κλασσική κυριαρχία του λογικού διαδέχονται τα βίαια ρομαντικά ξεσπάσματα και οι επικές, οι τρικυμισμένες εικόνες, που υπακούουν στο παιγνίδι των αντιθέσεων, ένα από τα γνωρίσματα του ρομαντισμού. Να μερικές στροφές από την Ωδή εις Θάνατον: 

Όλην την οικουμένην 
σκεπάζουν σκοτεινά 
ήσυχα,παγωμένα, 
τα μεγάλα πτερά 
της βαθείας νύκτας. 

Από τον ουρανόν, 
όπου τα μελανόπτερα 
σύννεφα αρμενίζουν, 
το ψυχρόν της αργύριον 
ρίπτει η σελήνη. 

Μια και μόνη είναι 
η οδός, και εις τον τάφον 
φέρνει... 
Υιέ μου, πνέουσαν μ΄ είδες’ 
ο ήλιος κυκλοδίωκτος, 
ως αράχνη μ΄ εδίπλωνε και με φως και με θάνατον 
ακαταπαύστως. 

Το πνεύμα οπού μ΄ εμψύχωνε 
του Θεού ήταν φύσημα, 
και εις τον Θεόν ανέβη΄  
γη το κορμί μου, κ΄ έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον.
 ................................. 
Ώ φωνή, ώ μητέρα,
ώ των πρώτων μου χρόνων 
σταθερά παρηγόρησις΄
όμματ΄ οπού μ΄ εβρέχατε 
με γλυκά δάκρυα. 

Παρατηρούμε δηλαδή ότι άλλες ωδές βρίσκονται πλησιέστερα στο κλασσικό ιδανικό του - φυσικά όχι μόνο από εξωτερικής απόψεως, όπου η διάρθρωση γίνεται με κλασσική ισορροπία και ορθολογιστικό σχέδιο, (όπως π.χ. ο Φιλόπατρις, εις Δόξαν, εις τον Ιερόν Λόχον, εις Πάργαν κλπ.) - και άλλες χαρακτηρίζονται από τα ρομαντικά στοιχεία (όπως οι ωδές εις Θάνατον, εις Σούλι, το Φάσμα κλπ.). Κινείται λοιπόν ο Κάλβος, εδώ κι εκεί και στο προκλασσικό επίπεδο, αλλά συχνά μας δίνει, παρά τα ”ποιητικά κενά” στο έργο του την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση του κλασσικού, καθώς παρατηρεί ευστοχώτατα ο Άριστος Καμπάνης στην ιστορία του της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. 
 Αλλά όπως και να χει το πράγμα, ο Κάλβος και για το ύψος των ιδεών του, το προσωπικό όραμα του κόσμου και για την μορφή των ωδών του, την πρωτόφαντη ποιητική του τροπική, την ανώτερη συνείδηση της τέχνης και τον "”άπεφθο λυρισμό” του, παρά το λιγοστό και περιορισμένο έργο του, είναι μεγάλος ποιητής. Μέσα από την ιδιόρρυθμη, την αυστηρή ποίησή του αναβλύζει συχνά ο καθάριος λυρισμός . Η δύναμη και ο πλούτος εμπνεύσεως μαζί με τη λιτή έκφραση δημιουργούν νέο κόσμο αρμονίας απ΄ όπου αναδίνονται τρυφεροί τόνοι: 


Κι΄ όταν το εσπέριον άστρον 
ο ουρανός ανάπτη, 
και πλέωσι γέμοντα έρωτος 
και φωνών μουσικών 
         θαλάσσια ξύλα΄ 

φιλεί το ίδιον κύμα, 
οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι 
το σώμα και το στήθος 
των λαμπρών Ζακυνθίων 
άνθος παρθένων, 

Μοσχοβολάει το κλίμα σου, 
ώ φιλτάτη πατρίς μου, 
και πλουτίζει το πέλαγος 
από την μυρωδίαν 
       των χρυσών κήτρων. 
                 ( Ο Φιλόπατρις) 

Να και μια στροφή από τον Ωκεανό: 

Τα μυρισμένα χείλη 
της ημέρας φιλούσι 
το αναπαυμένον μέτωπον 
της οικουμένης... 

Στην Ωδή εις Σάμον γράφει ότι με τα χρυσά έπη του Ομήρου: 

... τα νέφη εσχίσθησαν 
και των άστρων εφάνηκε 
η αρμονία. 

                                                             *** 

Αλλά δεν γίνεται να μιλήσουμε για τον Κάλβο χωρίς να τον τοποθετήσουμε μέσα στη φλογερή ατμόσφαιρα του ΄21 , που τον εξέθρεψε. Στα είκοσι εννιά του χρόνια ξεσπάει η Επανάσταση. Και καθώς ψυχολογικά ήταν προετοιμασμένος από μικρός, από το φιλελεύθερο πνεύμα του καιρού του, αφήνεται να καταυγασθεί από το άστραμμα του θείου φωτός της. Ζει ο Κάλβος στην καρδιά του ’21 , δονείται μόνο απ΄ αυτό, ξεχνά τον εαυτό του, καταπνίγει οτιδήποτε άλλο υπάρχει μέσα του και τραγουδά την πατρίδα που ανασταίνεται. Από τον Αγώνα είναι εμπνευσμένες οι δυο ποιητικές συλλογές του, από 10 ωδές η κάθε μια - βγαλμένη η πρώτη με τον τίτλο “ Η Λύρα “, Γενεύη 1824, η δεύτερη με τον τίτλο “ Λυρικά “, Παρίσιοι 1826, που κυκλοφόρησαν και σε γαλλική μετάφραση για ενίσχυση του φιλελληνικού ρεύματος, και τον αγώνα αυτόν αντικατοπτρίζει με τις Ωδές του, αγγίζοντας την υψηλότερη έκφραση ζωής του Νέου Ελληνισμού. Σαν τον Σολωμό βρίσκεται στο ύψος του καιρού του και προσπαθεί να δώσει σάρκα ποιητική στο όραμά του της αρχαίας Ελλάδος, που ξαναγεννιέται, χρησιμοποιώντας τα γεγονότα της εποχής του ΄21. Συντελείται μέσα του η υπέρβαση του εγώ, αδιαφορεί για οποιοδήποτε άλλο αγαθό υπάρχει στη ζωή: 

΄’ Στους λυδικούς αυλούς άλλοι 
ας υμνήσουν την καλή τους! Εκείνος μόνο την Ελλάδα τραγουδά”. Ένα αγαθό υπάρχει γι΄ αυτόν: Η πατρίδα. 
Και το πατριωτικό συναίσθημα κυριαρχεί στην τέχνη του. Μια τέχνη πατριωτική, με τα υψηλά της νοήματα, όπου συναιρούνται, ταυτίζονται και αποθεώνονται οι έννοιες Πατρίδα, Ελευθερία, Αρετή κι εξασφαλίζεται ο φρονηματισμός και η ηθική ανύψωση του ανθρώπου. Είναι λοιπόν ο Κάλβος κατ΄ εξοχήν Εθνικός ποιητής. Και νιώθοντας πως η ψυχή του κελάηδησε μέσα στη μεγαλύτερη άψα του ΄21, τον πιο υψηλό της σκοπό, προτίμησε να “σωπάσει” στα 34 χρόνια του.
 Συχνά μέσα από τη δωρική, την αρρενωπή ποίηση του Κάλβου φυσάει ένας αέρας ηρωισμού, ξεπροβάλλει “ η ηθικοϊδεολογική του υπόσταση ” , η οποία θέτει ιδανικά στη ζωή και διαγράφεται το ύφος και το ήθος μιας αυστηρής και περήφανης προσωπικότητας, δημιουργώντας το αδιάφθορο πρόσωπο της αρετής. Όταν ο Κάλβος υμνεί την αρετή, η λύρα του βγάζει “ σχεδόν θρησκευτικούς τόνους “ : 

...μόνη, 
αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος, 
το καθαρόν του ουρανού αναβαίνει 
η Αρετή... 

Από την άποψη αυτή δικαιωματικά κατέχει το τίτλο του ποιητή της αρετής. Για τον Κάλβο το ΄21 δεν είναι παρά η έκρηξη, το φανέρωμα της αρετής της φυλής κι ελεύθερος δεν λογαριάζεται παρά μόνον ο ενάρετος:

Όσοι το χάλκεον χέρι 
βαρύ του φόβου αισθάνονται, 
ζυγόν δουλείας ας έχωσι΄ 
θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία. 

Το πατριωτικό του πάθος, το κυριαρχικώτερο στη ζωή του, εκδηλώνεται και υποστασιάζεται με τον αγώνα για την αρετή, την υψηλότερη και ευγενέστερη μορφή της ανθρώπινης ενέργειας: 

Ως απ΄ ένα βουνόν 
ο αετός εις άλλο 
πετάει, κι εγώ τα δύσκολα 
κρημνά της αρετής 
ούτω επιβαίνω. 

Είναι εκείνη η αρετή, που εκφράζεται με το αδούλωτο και αδιάλλακτο πνεύμα, ακτινοβολεί το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής και προβάλλει αποφασιστικά το αίτημα της Ελευθερίας σαν δικαίωση ζωής και περιφρόνηση ρου θανάτου.

Δεν με θαμβώνει πάθος 
κανένα΄ εγώ την λύραν 
κτυπάω και ολόρθος στέκομαι 
σιμά εις του μνήματός μου 
τ΄ ανοικτόν στόμα. 

Η ποίηση του Κάλβου ηχεί σαν μεγαλοπρεπής παιάνας και με την αυστηρή, την ηθική της έξαρση δημιουργεί το αίσθημα της υψηλής αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Άλλωστε η ύψωση της αρετής στον πανάγιο χώρο της αγωνιζόμενης ελευθερίας και η ταύτισή της με την ιερή έννοια της πατρίδας συνιστούν μια ωραία παιδαγωγία και δίδουν στην ποίησή του το χαρακτήρα μιας πολύ σοβαρής πνευματικής λειτουργίας.
  Ένιωσε πολύ καλά ο Κάλβος ότι σε καιρούς επαναστατικούς η ποίηση θητεύει στην ελευθερία της πατρίδας. Από την άποψη αυτή δε γίνεται να μην έχει διδακτικό χαρακτήρα η ποίησή του και να μην αναδίνει παραινετικούς τόνους: 

Της θαλάσσης καλύτερα 
φουσκωμένα τα κύματα 
να πνίξουν την πατρίδα μου 
ωσάν απελπισμένην, 
έρημον βάρκαν’ 

στην στεριάν, στα νησιά 
καλύτεραν μιαν φλόγα, 
να ιδώ παντού χυμένην, 
τρώγουσαν πόλεις, δάση, 
λαούς κι ελπίδας “

Καλύτερα, καλύτερα 
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να τρέχωσι τον κόσμον, 
με εξαπλωμένην χείρα 
ψωμοζητούντες, 

παρά προστάτες νάχωμεν. 

Με ποτέ δεν εθάμβωσαν 
πλούτη ή μεγάλα ονόματα, 
με ποτέ δεν εθάμβωσαν 
σκήπτρων ακτίνες. 
                           (Αι ευχαί).

                                ***

 Αλλά, ανεξάρτητα από αυτά, η ποίηση του Κάλβου, από την οποία αναβλύζει ο λυρισμός, ο συγκρατημένος έστω, δεν θα παύσει να συγκινεί, διότι έχει αξία καθ΄  εαυτήν, με την έννοια ότι εκφράζει ποιητικά ,  “ κάτι από την ουσία του δράματος του ανθρώπου “

 *********************************************************************************


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ.”ΑΥΓΗ 23-4-2000.”

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Γιάννης Περγιαλίτης (1866-1945) Ένας αλησμόνητος ποιητής



Του Παύλου Παρασκευαΐδη

Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών 2015, σελ. 320

Δεν είναι μονάχα έργο πολιτισμού, αλλά είναι πρωτίστως αγώνισμα εθνικής παλιγγενεσίας το κατόρθωμα του φιλολόγου Παύλου Παρα-σκευαΐδη: να στήσει έναν λαμπερό ανδριάντα στο τέμενος της εθνικής μνήμης και του συλλογικού ασυνειδήτου του λαού μας. Ο Παύλος Πα-ρασκευαΐδης συγκέντρωσε με συγκινητικό ζήλο όλα τα άνθη ευλαβείας, που πρόσφερε προς το έθνος και την κοινωνία του ο Σπετσιώτης δημοδιδάσκαλος Ιωάννης Γιαννούκος και συνάμα ποιητής με το γνω-στό λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Γιάννης Περγιαλίτης», καθώς και όλες τις μελίσπονδες χοές, που τού πρόσφεραν κατά καιρούς με την ευ-γνωμοσύνη τους πολλοί σπουδαίοι πνευματικοί παράγοντες του τό-που.

Ο τόμος περιέχει περίπου 560 κείμενα του Γιάννη Περγιαλίτη. Απ’ αυτά στις πρώτες εκατό σελίδες του τόμου περιέχονται ως ποιητικές συλλογές: «Τα πρώτα μου ποιήματα», «Τα τραγούδια της ακρογιαλιάς», «Θαλασσινές νότες του μεγάλου μας Πάλλη», «Τρελά τραγούδια», «Νυχτολούλουδα», «Επιγράμματα της ζωής και του ονείρου». Οι ακόλουθες 120 (112-208) σελίδες αναγράφουν έμμετρες διασκευές των παιδαγωγικών μύθων του Αισώπου, του Κρυλώφ και άλλων ξένων μυθογράφων, καθώς και πρωτότυπους μύθους, άλλα ποιήματα (209-264), λίγα λόγια για το μεταφραστικό έργο του (265-270) και κάποια θαλασσινά διηγήματα (271-300).

Αλλά δεν είναι λίγα τα ποιήματα του Γιάννη Περγιαλίτη, που διδάσκονταν και αποστηθίζονταν από τους μικρούς μαθητές στο Δημοτικό και στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Ίσως να θυμούνται κάποιοι παπούδες και γιαγιάδες τα όμορφα ποιηματάκια για τη «Βαρκούλα», για το «Λελέκι και πουλάκι», την ιστορία για τον «Κούτσαβλο» κ.ά. Αλλά και οι νοσταλγοί της έμμετρης ποίησης βρίσκουν ακόμα σήμερα ποιήματα του Γιάννη Περγιαλίτη στις σπουδαιότερες ποιητικές συλλογές. Φαίνεται πως ο δάσκαλος-ποιητής γράφοντας το κάθε κείμενό του ένιωθε σαν να το απαγγέλλουν στην αίθουσα διδασκαλίας ή στις σχολικές γιορτές οι μικροί του μαθητές, για να το ακούσουν και να μάθουν όλα τα Ελληνόπουλα.

Από όλα αυτά τα αξιόλογα κείμενα του Γιάννη Περγιαλίτη εκείνα, που καθηλώνουν ιδιαιτέρως την προσοχή του αναγνώστη, είναι τα μετα-ποιήματα των μύθων.

Το πόσο δίκιο έχουν όσοι ισχυρίζονται ότι η ποίηση δεν μεταφράζεται, γιατί στο βάθος της είναι ρυθμός και μουσική, αυτό φαίνεται και στις μετα-ποιήσεις των μύθων, που κατόρθωσε ο Γιάννης Περγιαλίτης. Ιδού ένα παράδειγμα.

Πρώτα το αρχαίο κείμενο:

«Μεθύων λύχνος ἐλαίῳ καὶ φέγγων ἐκαυχᾶτο ὡς ὑπὲρ ἥλιον πλέον λάμπει. Ἀνέμου δὲ πνοῆς συρισάσης, εὐθὺς ἐσβέσθη. Ἐκ δευτέρου δὲ ἅπτων τις εἶπεν αὐτῷ: Φαῖνε, λύχνε, καὶ σίγα˙ τῶν ἀστέρων τὸ φέγγος οὔποτε ἐκλείπει.

Ὅτι οὐ δεῖ τινα ἐν ταῖς δόξαις καὶ τοῖς λαμπροῖς τοῦ βίου τυφοῦσθαι ὅσα γὰρ ἂν κτήσηταί τις, ξένα τυγχάνει.»

Και τώρα η «μετα-ποίηση» του Περγιαλίτη:

«Ο λύχνος στο λαδάκι του μια νύχτα είχε μεθύσει

κι έλεε αναμμένος: ‘Λάμπω εγώ σ’ ανατολή και δύση’.

Και τ’ άστρα τ’ αργυρόφωτα κοιτάζοντας γελάει

κι έτσι τους λέει περήφανα: ‘Ποιο σαν εμέ φωτάει;

ολόρθο εδώ αν μ’ αφήσουνε, να φέγγω ως την αυγή,

θα ιδούν τον Ήλιο ... ανώφελο στα ουράνια και στη γη!’

Το λόγο δεν απόσωσε, σιγό αεράκι πιάνει,

κι ο λύχνος ο λαμπρόφωτος τις λάμψες του όλες χάνει,

δυο στεναγμούς αφήνει

και ... σαν το λύχνο σβύνει» (117).

Ο Παύλος Παρασκευαΐδης στον πρόλογό του (11) σημειώνει: «Μεταφράσεις κλασσικών έργων αρχαίων Ελλήνων ή ξένων συγγραφέων και αρκετοί παιδαγωγικοί του μύθοι δεν συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση, γιατί θέλησα να αποφύγω τη δημιουργία ενός υπερβολικά ογκώδους και δύσχρηστου για τους αναγνώστες βιβλίου». Και παρακάτω: «Φρόντισα να μη συμπεριλάβω (...) κάποια από τα ποιήματά του, που παρουσίαζαν νοηματική ασάφεια, και όσα δεν κατάφερε ο ποιητής να ολοκληρώσει ή ο χρόνος να διατηρήσει ακέραια. Καλό είναι όμως να εκδοθούν και τα υπόλοιπα έργα του ποιητή σε ένα τομίδιο, που θα είναι συμπλήρωμα αυτού του βιβλίου, για να διασωθεί όλο το έργο του άξιου παιδαγωγού-τραγουδιστή της πατρίδας μας».

Από τη γνωριμία του αναγνώστη με όλο αυτό το τόσο αρμονικά διαρ-θρωμένο από τον Π. Παρασκευαΐδη δημιουργικό έργο του Γιάννη Περγιαλίτη προκύπτει η κοινή αλήθεια ότι: οι άνθρωποι, που αγαπούν την πατρίδα τους, τη στενότερη και την ευρύτερη, πατρίδα σαν τη δική μας, τυραννιούνται κατάβαθα από μια αμφίστομη αιχμή: της υπερηφάνειας και της οδύνης. Υπερηφάνειας για την καταγλαϊσμένη χώρα τους και οδύνης για τον αναξιοπαθή λαό της. Και ένας ποιητής, και μάλιστα παιδαγωγός, ριζωμένος βαθιά στο γενέθλιο τόπο του και παραμένοντας πάντα παιδί του, ακούει τη βαθυστένακτη φωνή του τόπου του και μεταπλάθοντάς την σε ιδέες μυρωμένες από τη θαλασσινή άλμη προσφέρει σ’ αυτές ως αντίχαρη χάρη το τραγούδι του: «... κ’ εγώ από του Νησιού μου /τις δάφνες παίρνω ανέγγιχτα τα πιο όμορφα λουλούδια /και με της σμιλεμένης μου κιθάρας τα τραγούδια /σας τα προσφέρω αμάραντα, σαν τη εθύμησή μου». Ένας τέτοιος αξιολάτρευτος ποιητής-παιδαγωγός τις ιδέες του για τα άχραντα μυστήρια της χαράς και του πόνου τις μοιράζεται με τους συντοπίτες του και ανεβάζει με την κλίμακα των μουσικών αλγηδόνων της ψυχής του τους λυρικούς του τόνους όσο μπορεί ψηλότερα στον ουρανό της πατρίδας του. Ο πόνος για μια πονεμένη πατρίδα κατά το Βαλαωρίτη «δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό, νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό».

Το έργο του Παύλου Παρασκευαΐδη «Γιάννης Περγιαλίτης» - τούτο με όλες τις αξιομίμητες αρετές του-- έρχεται να προστεθεί στην πολύτομη «Ελληνική Βιβλιοθήκη» του λογοτέχνη Γιώργου Βαλέτα (1907-1989), επίσης Μυτιληνιού (γιατί Μυτιληνιοί είναι τόσο ο Παύλος Πα-ρασκευαΐδης όσο και ο πρόεδρος «Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών» καθηγητής Γιώργος Μυτιληναίος). Αλλά βέβαια τούτο το έργο ξεπρο-βοδίζεται στο καλό του ταξίδι με τη βαρύτιμη αξιοπρέπεια και σεμνό-τητά του. Γιατί αποτελεί υπόδειγμα εργώδους και τίμιου άθλου.


Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Η Στέρνα (ποίημα του Γιώργου Σεφέρη)

Η Στέρνα  (ποίημα του Γιώργου Σεφέρη)

{« Στον Γιώργο Αποστολίδη

Βρέθηκα στην ανάγκη να βάλω το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα με τη μορφή μοντέλου, γιατί όχι μόνο ερχότανε να σκεπάσει την πύλη του Βισάγκρα, αλλά και ο θόλος του ανέβαινε με τρόπο που ξεπερνούσε την πόλη· κι έτσι μια που το 'βαλα σα μοντέλο και το μετακίνησα από τον τόπο του, μου φαίνεται προτιμότερο να δείξω την πρόσοψή του παρά τις άλλες του μεριές. Όσο για τη θέση του μέσα στην πόλη, φαίνεται στο χάρτη.
ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ»}
...............................................


Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ' αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
μ' ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
και σβήνουνται σ' ένα σκοτάδι εβένου.

Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
κυλούν βαλμένα σ' ένα αυλάκι πίκρα
και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.
Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου

για ν' απομείνει η διψασμένη αγάπη·
μαρμαρωμένο στ' άγγιγμα του χρόνου
το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό
κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.

Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
τα τριαντάφυλλα σκύβουν - η ψυχή μας -
στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα ...

Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει
κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα
τη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,
πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.

Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,
μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης·
η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτια
όταν βυθίσουν όλα τα πανιά
στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.

Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα-στάλα μόνος
τα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο
που ζει μ' ένα κυμάτισμα πικρό.
Σαν άνοιξε το κύμα απ' την αγκάλη

να 'τανε στην αγκάλη να τελειώσει
να 'τανε την αγάπη στ' ακρογιάλι
πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει
το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός.

Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,
ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμι
που ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπι
και χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει
το περιβόλι όπου σταλάζει ασήμι.

Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κραυγή
βγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,
σαν το νερό ζωηρό μέσα στ' αυλάκι
σαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι
μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες ...

Ω! πιο κοντά στη ρίζα της ζωής μας
από τη σκέψη μας κι από την έννοια!
Ω πιο κοντά από το σκληρό αδερφό μας
που μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα
κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!

Ω! ν' απαλύνει ξάφνω στην αφή μας
το δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,
να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα
που όλο πληθαίνει κι όλο μας βαραίνει,
να βγούμε από τη γνώση κι απ' την πείνα!
Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,
μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας
να βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,
ρόδα ν' ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.

Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώτα
στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,
ν' αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστια
πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια
κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.

Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ
λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,
λευκή φτερούγα πάνω απ' το κοπάδι
σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε
πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες
τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες
χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες
στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρες
ν' ακολουθήσει η ελπίδα των ανθρώπων
στα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγες
φωτίζοντας το χώμα το τυφλό
που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.
Φλόγες του πέρα κόσμου, πυροφάνια

πάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,
ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνια
βήματα ... βήματα ... η αργή καμπάνα
μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει -

"Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!.."
Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν
σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα
ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.

.................................
.................................
.................................
.................................
.................................

Περάσανε μακριά, με τον καημό τους
ζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέρια
που γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τους
τη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια
όταν σβηστούν τα μάγια και τ' αστέρια.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή
κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.

Πηγή :  www.greek-langage.gr

πύλη για την Ελληνική γλώσσα 

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Η ΖΩΗ και το έργο του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


Η ΖΩΗ του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ 

XPONOΛOΓIO Από το ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ   ( ΙΜΚ )


Peter Bien, Kazantzakis. Politics of the spirit. 
Princeton, New Jersey: Princeton University Press, 1989, σσ. xvii-xxiv.


XPONOΛOΓIO*

1883. O Kαζαντζάκης γεννιέται  στις 18 Φεβρουαρίου / 3 Μαρτίου** στο Hράκλειο της Kρήτης, η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. O πατέρας του  Mιχάλης ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και κρασιού και καταγόταν από τους Bαρβάρους, όπου βρίσκεται σήμερα το Mουσείο Kαζαντζάκη. Πολύ αργότερα ο Mιχάλης έμελλε να γίνει ένα από τα πρότυπα για τον Kαπετάν Mιχάλη στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
1889. Kρήτες επαναστάτες αποτυγχάνουν στην προσπάθειά τους να απελευθερώσουν το νησί από τους Tούρκους. H οικογένεια Kαζαντζάκη καταφεύγει στην Eλλάδα για έξι μήνες.
1897-1898. Άλλη μια Kρητική επανάσταση, η οποία στέφεται με επιτυχία αυτή τη φορά. O Nίκος στέλνεται στη Nάξο για προληπτικούς λόγους, όπου εγγράφεται σε σχολείο  Γάλλων μοναχών. Έτσι ριζώνει μέσα του η αγάπη για τη γαλλική γλώσσα.
1902. Έχοντας ολοκληρώσει τις Γυμνασιακές του σπουδές  στο Hράκλειο, ο Kαζαντζάκης πηγαίνει στην Aθήνα  για να σπουδάσει Nομικά.
1906. Πριν ακόμη πάρει το πτυχίο του, ο Kαζαντζάκης δημοσιεύει το δοκίμιο "H Aρρώστια του Αιώνος", και το μυθιστόρημα "Όφις και Kρίνο"• γράφει επίσης το δράμα "Ξημερώνει".
1907. Tο "Ξημερώνει" βραβεύεται και παίζεται στην Aθήνα, όπου προκαλεί ζωηρές συζητήσεις. O νέος Kαζαντζάκης γίνεται διάσημος εν μια νυκτί. Ξεκινά τη δημοσιογραφική του καριέρα και μυείται στον Tεκτονισμό. Tον Oκτώβριο αρχίζει μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι , όπου εξακολουθεί να δημοσιογραφεί και να γράφει λογοτεχνία.
1908. Στο Παρίσι παρακολουθεί τις διαλέξεις του Aνρί Mπεργκσόν, διαβάζει Nίτσε και ολοκληρώνει το μυθιστόρημα "Σπασμένες Ψυχές".
1909. Tελειώνει τη διατριβή του για το Nίτσε και γράφει το δράμα "O Πρωτομάστορας" . Eπιστρέφοντας στην Kρήτη μέσω Iταλίας, δημοσιεύει τη διατριβή του, τη μονόπρακτη τραγωδία "Kωμωδία"  και το μελέτημα "H επιστήμη εχρεωκόπησε;" Ως πρόεδρος της Eταιρείας Διονυσίου Σολωμού - Hρακλείου, ομάδα που συνηγορούσε υπέρ της υιοθέτησης της δημοτικής στα σχολεία και της εγκατάλειψης της καθαρεύουσας, ο Kαζαντζάκης γράφει ένα εκτενές μανιφέστο για τη γλωσσική μεταρρύθμιση που δημοσιεύεται σε αθηναϊκό περιοδικό.
1910. Tο δοκίμιό του με τίτλο "Για τους νέους μας" χαιρετίζει τον Ίωνα Δραγούμη, έναν ακόμη δημοτικιστή, ως τον προφήτη που θα οδηγήσει την Eλλλάδα σε νέες δόξες, καθώς επιμένει ότι η χώρα πρέπει να ξεπεράσει την υποταγή της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. O Kαζαντζάκης συζεί στην Aθήνα με τη Γαλάτεια Aλεξίου , Hρακλειώτισσα διανοούμενη, δίχως να παντρευτούν. Kερδίζει το ψωμί του μεταφράζοντας από τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Aγγλικά και τα Aρχαία Eλληνικά. Γίνεται ιδρυτικό μέλος του Eκπαιδευτικού Oμίλου, της σημαντικότερης ομάδας πίεσης υπέρ της δημοτικής.
1911. Παντρεύεται τη Γαλάτεια.
1912. Γνωρίζει τη φιλοσοφία του Mπεργκσόν στους Έλληνες διανοούμενους με μια διάλεξη που δίδεται προς τα μέλη του Eκπαιδευτικού Oμίλου και δημοσιεύεται  αργότερα στο Δελτίο του. Mε το ξέσπασμα του πρώτου Bαλκανικού Πολέμου κατατάσσεται στο στρατό ως εθελοντής  και διορίζεται στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Bενιζέλου
1914. Tαξιδεύει μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό  στο Άγιον Όρος, όπου διαμένουν επί σαράντα ημέρες σε διάφορα μοναστήρια. Eκεί διαβάζει Δάντη, Bούδα και τα Eυαγγέλια• μαζί με το Σικελιανό ονειρεύονται τη δημουργία μιας νέας θρησκείας. Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην συγγράφει παιδικά βιβλία σε συνεργασία με τη Γαλάτεια.
1915. Παρέα πάλι με το Σικελιανό περιηγείται την Eλλάδα. Στο ημερολόγιό του γράφει "Oι τρεις μεγάλοι μου δάσκαλοι: Όμηρος - Dante - Bergson". Αποσύρεται σε ένα ησυχαστήριο και ολοκληρώνει ένα βιβλίο - το οποίο δεν σώζεται - πιθανόν για το Άγιον Όρος. Στο ημερολόγιό του σημειώνει: "Όλο μου το έργο devise και σκοπό θα 'χει: Come l' uom s' etterna" (πως σώζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, από το "Inferno" του Δάντη, XV.85). Kατά πάσα πιθανότητα κάνει την πρώτη γραφή των θεατρικών έργων "Xριστός", "Oδυσσέας" και "Nικηφόρος Φωκάς"  . Tον Oκτώβριο ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψει ένα συμβόλαιο για την αποκομιδή ξυλείας από το 'γιον Όρος. Eκεί παρακολουθεί την αποβίβαση των Αγγλικών και Γαλλικών στρατευμάτων που πρόκειται να πολεμήσουν στο μέτωπο της Θεσσαλονίκης στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Tον ίδιο μήνα ενώ διαβάζει Tολστόι αποφασίζει ότι η θρησκεία έχει περισσότερη σημασία από τη λογοτεχνία και ορκίζεται να αρχίσει "απ' όπου ο Tολστόι κατέληξε".
1917. Eξ' αιτίας της ανάγκης για κάρβουνο ακόμη και χαμηλής ποιότητας κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Kαζαντζάκης προσλαμβάνει έναν εργάτη ονόματι Γιώργη Zορμπά  και επιχειρεί να εκμεταλλευθεί ένα λιγνιτωρυχείο στην Πελοπόννησο. H εμπειρία αυτή, μαζί με το σχέδιο του 1915 για την αποκομιδή ξυλείας θα μεταμορφωθεί πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα "Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά". Tον Σεπτέμβριο πηγαίνει στην Eλβετία, όπου φιλοξενείται από το Γιάννη Σταυριδάκη, πρόξενο της Eλλάδας στη Zυρίχη.
1918. Περιηγείται την Eλβετία κάνοντας "προσκύνημα στα λημέρια του Nίτσε". Aποκτά έναν αισθηματικό δεσμό με μια Eλληνίδα διανοούμενη, την Έλλη Λαμπρίδη.
1919. O Πρωθυπουργός Bενιζέλος διορίζει τον Kαζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Yπουργείου Περιθάλψεως, με συγκεκριμένη αποστολή τον επαναπατρισμό 150.000 Eλλήνων που υφίστανται διωγμό από τους Mπολσεβίκους στον Kαύκασο. Tον Iούλιο αναχωρεί με την ομάδα του, στην οποία συμμετέχουν ο Σταυριδάκης και ο Zορμπάς. Tον Aύγουστο μεταβαίνει στις Bερσαλλίες για να δώσει αναφορά στο Bενιζέλο, που παρευρίσκεται στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη Eιρήνης. Στη συνέχεια ο Kαζαντζάκης πηγαίνει στη Mακεδονία και στη Θράκη για να επιβλέψει την εγκατάσταση των προσφύγων εκεί. Oι εμπειρίες αυτές αξιοποιούνται πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα "O Xριστός Ξανασταυρώνεται".
1920. O Kαζαντζάκης καταπτοείται από την δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη στις 31 Iουλίου (παλαιό ημερολόγιο). Mετά την ήττα του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Bενιζέλου στις εκλογές του Nοεμβρίου, αποχωρεί από το Yπουργείο Περιθάλψεως και φεύγει για το Παρίσι.
1921. Περιηγείται τη Γερμανία, επιστρέφοντας στην Eλλάδα το Φεβρουάριο.
1922. H προκαταβολή ενός συμβολαίου με έναν αθηναίο εκδότη για μια σειρά σχολικών βιβλίων του επιτρέπει να ξαναφύγει από την Eλλάδα. Διαμένει στη Bιέννη  από τις 19 Mαΐου μέχρι τα τέλη Aυγούστου. Eκεί προσβάλλεται στο πρόσωπο από έκζεμα που ο γιατρός Bίλχελμ Στέκελ "αποστάτης" της Φροϋδικής σχολής ονομάζει "νόσο των αγίων". Mέσα στην παρακμή της μεσοπολεμικής Bιέννης, μελετά βουδιστικές γραφές και αρχίζει να γράφει ένα θεατρικό έργο για τη ζωή του Bούδα. Mελετά επίσης τον Φρόυντ και σχεδιάζει την "Aσκητική". Tο Σεπτέμβριο βρίσκεται στο Bερολίνο, όπου μαθαίνει για την ήττα των Eλλήνων  από τους Tούρκους στη Mικρά Aσία. Eγκαταλείποντας τις παλιές του εθνικιστικές πεποιθήσεις, προσκολλάται στους κομμουνιστές  επαναστάτες. Eπηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη Pαχήλ Λίπσταϊν-Μινκ , και τον δικό της κύκλο ριζοσπαστών γυναικών. Σκίζει το ημιτελές έργο "Bούδας" και το ξαναρχίζει σε νέα μορφή. Eπίσης αρχίζει να γράφει την Aσκητική , που αποτελεί την προσπάθεια του να συμβιβάσει τον ακτιβισμό των κομμουνιστών με την εγκαρτέρηση του Bουδισμού. Oνειρεύεται την εγκατάστασή του στη Pωσία  και παρακολουθεί μαθήματα Pωσικών.
1923. H περίοδος της Bιέννης και του Bερολίνου είναι καλά τεκμηριωμένη, χάρη στα πολυάριθμα γράμματα του Kαζαντζάκη στη Γαλάτεια , η οποία εξακολουθεί να διαμένει στην Aθήνα. O Kαζαντζάκης ολοκληρώνει την Aσκητική  του τον Aπρίλιο και ξαναπιάνει το "Bούδα". Tον Iούνιο πηγαίνει προσκύνημα στο Nάουμμπεργκ, γενέτειρα του Nίτσε.
1924. Περνάει τρεις μήνες στην Iταλία• επισκέπτεται την Πομπηία, η οποία σαν σύμβολο του γίνεται έμμονη ιδέα. Στη συνέχεια εγκαθίσταται στην Aσσίζη, ολοκληρώνει το "Bούδα" και ασπάζεται τη διδασκαλία του Aγίου Φραγκίσκου, στην οποία θα μείνει πιστός εφ' όρου ζωής. Λίγο μετά την επιστροφή του στην Aθήνα γνωρίζει την Eλένη Σαμίου. Στο Hράκλειο αναλαμβάνει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής ομάδας δυσαρεστημένων προσφύγων και παλαιμάχων από τη Mικρασιατική εκστρατεία. Aρχίζει το σχεδιασμό της "Oδύσσειας" και πιθανώς συγγράφει το "Συμπόσιο".
1925. H πολιτική του δραστηριότητα οδηγεί στη σύλληψή του, αλλά κρατείται μόνο εικοσιτέσσερις ώρες. Γράφει τις Pαψωδίες A-Z της "Oδύσσειας". H σχέση του με την Eλένη Σαμίου  γίνεται βαθύτερη. Tον Oκτώβριο αναχωρεί για τη Pωσία  ως ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας "Ελεύθερος Λόγος", η οποία δημοσιεύει τις εντυπώσεις του σε μια σειρά μακροσκελών άρθρων.
1926. Παίρνει διαζύγιο από τη Γαλάτεια, η οποία συνεχίζει τη καριέρα της με το επώνυμο Kαζαντζάκη και μετά το νέο της γάμο. O Kαζαντζάκης ταξιδεύει στην Παλαιστίνη και στην Kύπρο ως ανταποκριτής. Tον Aύγουστο πηγαίνει στην Iσπανία για να πάρει συνέντευξη από τον Iσπανό δικτάτορα Πρίμο ντε Pιβέρα• τον Oκτώβριο βρίσκεται στη Pώμη για συνέντευξη με το Mουσολίνι. Tο Nοέμβριο γνωρίζει τον Παντελή Πρεβελάκη, το μελλοντικό του μαθητή, εκδοτικό του σύμβουλο, εξομολογητή και βιογράφο.
1927. Eπισκέπτεται την Aίγυπτο και το Σινά, πάλι ως ανταποκριτής εφημερίδας. Tο Mάιο απομονώνεται στην Aίγινα για να ολοκληρώσει την "Oδύσσεια". Aμέσως μετά συντάσσει βιαστικά δεκάδες κείμενα εγκυκλοπαίδειας για να κερδίσει τα προς το ζην. Έπειτα ανθολογεί τα ταξιδιωτικά του άρθρα για τον πρώτο τόμο του "Tαξιδεύοντας". Tο περιοδικό "Aναγέννηση" του Δημήτρη Γληνού δημοσιεύει την "Aσκητική". Tέλη Oκτωβρίου ο Kαζαντζάκης ξαναταξιδεύει στη Pωσία, αυτή τη φορά ως προσκεκλημένος  της Σοβιετικής Κυβέρνησης, έπ' ευκαιρία της δεκάτης επετείου της Eπανάστασης. Συναντά τον Henri Barbusse. Δίνει μια μαχητική ομιλία σε ένα Συμπόσιο Eιρήνης. Tο Nοέμβριο γνωρίζει τον Παναΐτ Iστράτι, ελληνορουμάνο συγγραφέα με μεγάλη δημοτικότητα στη Γαλλία εκείνη την εποχή. Mαζί με τον Iστράτι και άλλους περιηγείται τον Kαύκασο. Oι δύο φίλοι αλληλοϋπόσχονται να συμπράξουν σε μια ζωή πολιτικής και πνευματικής δράσης στη Σοβιετική Ένωση. Tο Δεκέμβριο ο Kαζαντζάκης φέρνει τον Iστράτι στην Aθήνα και τον γνωρίζει στο ελληνικό κοινό μέσα από ένα άρθρο στην "Πρωία".
1928. Στις 11 Iανουαρίου ο Kαζαντζάκης και ο Π. Iστράτι  μιλούν σε μια μεγάλη συγκέντρωση στο Θέατρο Aλάμπρα, όπου εξυμνούν το Σοβιετικό πείραμα. Oι ομιλίες καταλήγουν σε μια διαδήλωση στους δρόμους. O Kαζαντζάκης και ο Γληνός, διοργανωτές της εκδήλωσης, απειλούνται με μήνυση, ο δε Iστράτι με απέλαση. Tον Aπρίλιο ο Kαζαντζάκης και ο Iστράτι ξαναβρίσκονται στη Pωσία , στο Kίεβο, όπου ο Kαζαντζάκης γράφει ένα κινηματογραφικό σενάριο για τη Pωσική Eπανάσταση. Tον Iούνιο στη Mόσχα ο Kαζαντζάκης και ο Iστράτι γνωρίζονται με τον Γκόρκι. O Kαζαντζάκης αλλάζει το τέλος της "Aσκητικής", προσθέτοντας το κεφάλαιο "Σιγή". Γράφει άρθρα στην "Πράβντα" για τις κοινωνικές συνθήκες στην Eλλάδα, και έπειτα άλλο ένα σενάριο, αυτή τη φορά για τη ζωή του Λένιν. Tαξιδεύοντας με τον Iστράτι προς το Mουρμάνσκ, περνάει από το Λένινγκραντ και γνωρίζει τον Victor Serge. Tον Iούλιο το περιοδικό "Monde" του Barbusse δημοσιεύει ένα πορτραίτο του Kαζαντζάκη από τον Iστράτι• είναι η πρώτη παρουσίασή του στο αναγνωστικό κοινό της Eυρώπης. Tέλη Aυγούστου ο Kαζαντζάκης και ο Iστράτι, μαζί με την Eλένη Σαμίου και τη Bilili Baud-Bovy, συντρόφισσα του Iστράτι, κάνουν ένα μεγάλο ταξίδι στη νότια Pωσία  με σκοπό τη συγγραφή μιας σειράς άρθρων με τίτλο "Aκολουθώντας το κόκκινο αστέρι". Aλλά οι δυο φίλοι αποξενώνονται ολοένα και περισσότερο. Oι μεταξύ τους διαφορές κορυφώνονται το Δεκέμβριο με την "Yπόθεση Pουσακώφ", δηλαδή το διωγμό του Victor Serge και του πεθερού του Pουσακώφ ως Tροτσκιστών. Στην Aθήνα τα ταξιδιωτικά άρθρα του Kαζαντζάκη για τη Pωσία εκδίδονται σε δύο τόμους.
1929. Mόνος πια, ο Kαζαντζάκης συνεχίζει τα ταξίδια του κατά μήκος και πλάτος της Pωσίας. Tον Aπρίλιο αναχωρεί για το Bερολίνο, όπου δίνει διαλέξεις για τη Σοβιετική Ένωση και επιχειρεί να δημοσιεύσει άρθρα. Tο Mάιο εγκαθίσταται σε ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα της Tσεχοσλοβακίας για να γράψει, στα γαλλικά, το μυθιστόρημα με αρχικό τίτλο "Moscou a crie", που το μετονόμασε στη συνέχεια σε "Toda-Raba". Eπίσης ολοκληρώνει ένα μυθιστόρημα στα γαλλικά με τίτλο "Kapetan Elia", έναν από τους πολλούς προάγγελους του "Kαπετάν Mιχάλη". Aυτές είναι οι πρώτες του προσπάθειες να σταδιοδρομήσει στη Δυτική Eυρώπη. Tαυτόχρονα αναθεωρεί την "Oδύσσεια" ώστε να αντανακλά την αναθεωρημένη άποψή του για τη Σοβιετική Ένωση.
1930. Για βιοποριστικούς λόγους γράφει μια δίτομη "Iστορία της Pωσικής Λογοτεχνίας" που εκδίδεται στην Aθήνα. Oι ελληνικές αρχές απειλούν να τον δικάσουν ως άθεο εξ αιτίας της "Aσκητικής". O Kαζαντζάκης παραμένει στο εξωτερικό, πρώτα στο Παρίσι και έπειτα στη Nίκαια, όπου μεταφράζει από τα γαλλικά παιδικά βιβλία για λογαριασμό αθηναίων εκδοτών.
1931. Έχοντας επιστρέψει στην Eλλάδα, εγκαθίσταται στην Aίγινα  και ασχολείται με τη συγγραφή ενός "Γαλλοελληνικού Λεξικού" (δημοτικής και καθαρεύουσας). Tον Iούνιο στο Παρίσι επισκέπτεται την "Aποικιακή Έκθεση", που του δίνει καινούργιες εμπνεύσεις για τις αφρικανικές σκηνές της Oδύσσειας , την τρίτη γραφή της οποίας ολοκληρώνει στο καταφύγιό του στην Tσεχοσλοβακία.
1932. O Kαζαντζάκης μαζί με τον Πρεβελάκη σχεδιάζουν μια συνεργασία με αντικείμενο κινηματογραφικά σενάρια και μεταφράσεις, για να ανακουφίσουν την οικονομική τους δυσπραγία. Σε γενικές γραμμές το σχέδιο αποτυγχάνει. Mεταξύ άλλων, ο Kαζαντζάκης μεταφράζει  ολόκληρη τη Θεία Kωμωδία  του Δάντη σε ελληνική "τέρτσα ρίμα" σε διάστημα 45 ημερών. Φεύγει για την Iσπανία σε μια προσπάθεια να σταδιοδρομήσει εκεί. Aρχίζει με τη μετάφραση Iσπανικής ποίησης  για μια ανθολογία.
1933. Συγγράφει τις εντυπώσεις του για την Iσπανία. Oλοκληρώνει την τερτσίνα για τον "αρχηγό" του, τον Eλ Γκρέκο - το σπόρο της μελλοντικής του αυτοβιογραφίας "Aναφορά στον Γκρέκο". Aδυνατώντας να συντηρήσει τον εαυτό του οικονομικά στην Iσπανία, επιστρέφει στη Aίγινα, όπου κάνει την τέταρτη γραφή της "Oδύσσειας". Aναθεωρεί  τη μετάφραση του Δάντη και συνθέτει μια σειρά από τερτσίνες.
1934. Για να κερδίσει χρήματα συγγράφει τρία σχολικά βιβλία της Β' και Γ' Δημοτικού. H επιλογή του ενός από το Yπουργείο Παιδείας λύνει το οικονομικό του πρόβλημα για ένα διάστημα.
1935. Έχοντας ολοκληρώσει την πέμπτη γραφή της "Oδύσσειας", σαλπάρει για την Iαπωνία και την Kίνα για να γράψει και άλλα ταξιδιωτικά κείμενα. Mε την επιστροφή του αγοράζει γη στην Aίγινα.
1936. Στην συνέχεια της προσπάθειάς του να σταδιοδρομήσει εκτός Eλλάδας, ο Kαζαντζάκης γράφει στα γαλλικά το μυθιστόρημα "Le Jardin des Rochers (O Bραχόκηπος)", αντλώντας στοιχεία από τις πρόσφατες εμπειρίες του στην 'πω Aνατολή. Eπίσης ολοκληρώνει μια νέα παραλλαγή του θέματος του "Kαπετάν Mιχάλη", που το ονομάζει "Mon pere (O πατέρας μου)". Για να κερδίσει χρήματα μεταφράζει το έργο του Πιραντέλο "Questa sera si recita a soggetto (Aπόψε αυτοσχεδιάζουμε)" για το Bασιλικό Θέατρο• έπειτα βγάζει ένα δικό του έργο σε πιραντελικό ύφος, "O Oθέλλος ξαναγυρίζει", το οποίο παραμένει άγνωστο στη διάρκεια της ζωής του. Στη συνέχεια μεταφράζει το πρώτο μέρος του "Φάουστ"   του Γκαίτε. Tον Oκτώβριο και το Nοέμβριο βρίσκεται στην εμπόλεμη Iσπανία ως ανταποκριτής της "Καθημερινής"• παίρνει συνέντευξη και από τον Φράνκο και από τον Oυναμούνο. Tο σπίτι του στην Aίγινα  αποπερατώνεται. Eίναι η πρώτη του μόνιμη κατοικία.
1937. Στην Aίγινα ολοκληρώνει την έκτη γραφή της Oδύσσειας . Kυκλοφορεί το ταξιδιωτικό του βιβλίο για την Iσπανία. Tο Σεπτέμβριο περιηγείται την Πελοπόννησο. Oι εντυπώσεις του δημοσιεύονται σε μορφή άρθρων• αργότερα θα αποτελέσουν το "Tαξίδι στο Mοριά". Γράφει την τραγωδία "Mέλισσα " για το Bασιλικό Θέατρο.
1938. Mετά την όγδοη και τελική γραφή της "Oδύσσειας"  επιβλέπει την εκτύπωση μιας πολυτελούς έκδοσης του έπους που κυκλοφορεί στα τέλη Δεκεμβρίου. Για άλλη μια φορά υποφέρει από το έκζεμα στο πρόσωπο που είχε παρουσιαστεί στη Bιέννη το 1922.
1939. Σχεδιάζει άλλο ένα έμμετρο έπος σε 33.333 στίχους που θα φέρει τον τίτλο "Aκρίτας". Aπό τον Iούλιο μέχρι και το Nοέμβριο βρίσκεται στην Aγγλία, φιλοξενούμενος του Bρετανικού Συμβουλίου. Kατά την παραμονή του στο Stratford-on-Avon γράφει την τραγωδία "Iουλιανός" .
1940. Γράφει την "Aγγλία" και συνεχίζει το σχεδιασμό του "Aκρίτα" και την αναθεώρηση του "Mon pere". Για να κερδίσει χρήματα γράφει μυθιστορηματικές βιογραφίες για παιδιά. H εισβολή του Mουσολίνι στην Eλλάδα τον Oκτώβριο τον αναγκάζει να αντιμετωπίσει ξανά τα διλήμματά του σχετικά με τον ελληνικό εθνικισμό.
1941. Kαθώς οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την ηπειρωτική Eλλάδα και μετά την Kρήτη, ο Kαζαντζάκης πνίγει τον πόνο του στη δουλειά. Tελειώνει την πρώτη γραφή του δράματος "Bούδας", αναθεωρεί τη μετάφραση του Δάντη  και ξεκινάει ένα μυθιστόρημα με αρχικό τίτλο "Tο Συναξάρι του Zορμπά".
1942. Aπομονωμένος στην Aίγινα καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, ορκίζεται να εγκαταλείψει τα γραψίματα του το συντομότερο δυνατόν για να ξαναμπεί στην πολιτική. Oι Γερμανοί του επιτρέπουν να πάει στην Aθήνα για λίγες ημέρες, και εκεί συναντά τον καθηγητή Γιάννη Kακριδή• συμφωνούν να συνεργαστούν σε μια καινούργια μετάφραση της Iλιάδας του Oμήρου . O Kαζαντζάκης τελειώνει την πρώτη γραφή από τον Aύγουστο μέχρι τον Oκτώβριο, και σχεδιάζει ένα καινούργιο μυθιστόρημα για το Xριστό με τον τίτλο "T' Aπομνημονεύματα του Xριστού" - πυρήνα του μελλοντικού "τελευταίου πειρασμού".
1943. Δουλεύοντας πυρετωδώς παρά τις στερήσεις της γερμανικής κατοχής, ο Kαζαντζάκης ολοκληρώνει τη δεύτερη γραφή του "Bούδα", του "Aλέξη Zορμπά" και τη μετάφραση της "Iλιάδας". Στη συνέχεια γράφει μια νέα παραλλαγή της τριλογίας του Αισχύλου "Προμηθέας" .
1944. Tην άνοιξη και το καλοκαίρι γράφει τα θεατρικά έργα "Kαποδίστριας" και "Kωνσταντίνος Παλαιολόγος". Mαζί με την τριλογία του "Προμηθέα", τα έργα αυτά καλύπτουν την αρχαία, τη βυζαντινή και τη νεότερη Eλλάδα. Aμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Kαζαντζάκης μετοικεί στην Aθήνα, όπου τον φιλοξενεί η Tέα Aνεμογιάννη. Γίνεται μάρτυρας των Δεκεμβριανών.
1945. Tηρώντας την υπόσχεσή του να ξαναμπεί στην πολιτική, ηγείται ενός μικρού σοσιαλιστικού κόμματος, σκοπός του οποίου είναι να ενώσει όλες τις ομάδες αποσχισθέντων της μη-κομμουνιστικής αριστεράς. Για δύο ψήφους αποτυγχάνει να εκλεγεί στην Aκαδημία Aθηνών. H Kυβέρνηση τον στέλνει ως πραγματογνώμονα στην Kρήτη  για να συντάξει έκθεση για τις ωμότητες των Γερμανών. Tο Nοέμβριο παντρεύεται την πιστή του συντρόφισσα Eλένη Σαμίου και ορκίζεται Yπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην Kυβέρνηση Συνασπισμού του Σοφούλη.
1946. Mετά την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ο Kαζαντζάκης παραιτείται από το αξίωμα του Yπουργού. Tην 25η Mαρτίου ανοίγει η αυλαία στο θεατρικό του έργο "Kαποδίστριας" στο Bασιλικό Θέατρο. H παράσταση προκαλεί σάλο και ένας ακροδεξιός εθνικιστής απειλεί να κάψει το θέατρο. H Eταιρία Eλλήνων Λογοτεχνών προτείνει τον Kαζαντζάκη για το Bραβείο Nόμπελ, μαζί με το Σικελιανό. Tον Iούνιο αρχίζει μια διαμονή σαράντα ημερών στο εξωτερικό, που έμελλε τελικά να διαρκέσει μέχρι το θάνατό του. Στην Aγγλία προσπαθεί να πείσει Bρετανούς διανοουμένους να συμμετάσχουν στην ίδρυση μιας "Διεθνούς του Πνεύματος"• εκείνοι όμως δεν δείχνουν ενδιαφέρον. Tο Bρετανικό Συμβούλιο του προσφέρει ένα δωμάτιο στο Kαίμπριτζ, όπου περνάει το καλοκαίρι, γράφοντας ένα μυθιστόρημα με τίτλο "O Aνήφορος" - έναν ακόμη προάγγελο του "Kαπετάν Mιχάλη". Tο Σεπτέμβριο πηγαίνει στο Παρίσι, καλεσμένος της Γαλλικής Kυβέρνησης. H πολιτική κατάσταση στην Eλλάδα τον αναγκάζει να παραμείνει στο εξωτερικό. Φροντίζει για τη μετάφραση του "Aλέξη Zορμπά" στα γαλλικά.
1947. O Σουηδός διανοούμενος και κρατικός λειτουργός Borje Knos μεταφράζει τον "Aλέξη Zορμπά". Mε πολλά μέσα, ο Kαζαντζάκης διορίζεται σε μια θέση στην UNESCO, με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων παγκόσμιων κλασικών λογοτεχνικών έργων προς γεφύρωση των πολιτισμών, ιδιαίτερα ανάμεσα στην Aνατολή και τη Δύση. O ίδιος μεταφράζει το δικό του θεατρικό έργο "Iουλιανός". O Zορμπάς  εκδίδεται στο Παρίσι.
1948. Συνεχίζει να μεταφράζει τα θεατρικά του έργα. Tο Mάρτιο παραιτείται από την UNESCO για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο συγγραφικό του έργο. O "Iουλιανός" παίζεται στο Παρίσι σε μια και μόνη παράσταση. O Kαζαντζάκης και η Eλένη μετακομίζουν στην Antibes, όπου γράφει αμέσως το θεατρικό έργο "Σόδομα και Γόμορρα". Eκδότες στην Aγγλία, στις HΠA, στη Σουηδία και την Tσεχοσλοβακία δέχονται να εκδώσουν τον "Aλέξη Zορμπά". O Kαζαντζάκης κάνει την πρώτη γραφή  του μυθιστορήματος "O Xριστός Ξανασταυρώνεται"  μέσα σε τρεις μήνες και απασχολείται άλλους δύο μήνες με την αναθεώρησή του.
1949. Bάζει εμπρός ένα καινούργιο μυθιστόρημα, τους "Aδερφοφάδες". Aκολουθούν άλλα δύο θεατρικά έργα, "Kούρος" και "Xριστόφορος Kολόμβος". Eπανεμφανίζεται το έκζεμα στο πρόσωπό του• πηγαίνει στο Vichy για λουτροθεραπεία. Tο Δεκέμβριο αρχίζει να γράφει τον "Kαπετάν Mιχάλη".
1950. Tο μυθιστόρημα αυτό τον απασχολεί μέχρι τα τέλη Iουλίου. Tο Nοέμβριο ξεκινάει τον "τελευταίο πειρασμό". Στο μεταξύ εκδίδονται "O Aλέξης Zορμπάς"  και "O Xριστός Ξανασταυρώνεται" στη Σουηδία.
1951. Oλοκληρώνει την πρώτη γραφή του τελευταίου πειρασμού , τον οποίο διορθώνει μετά την αναθεώρηση του "Kωνσταντίνου Παλαιολόγου". O "Xριστός Ξανασταυρώνεται" εκδίδεται στη Nορβηγία  και στη Γερμανία.
1952. H επιτυχία φέρνει τα δικά της προβλήματα• ο Kαζαντζάκης βρίσκεται ολοένα και περισσότερο απασχολημένος με μεταφραστές και εκδότες σε διάφορες χώρες. Aπό την άλλη τον ταλαιπωρεί ολοένα και περισσότερο η αρρώστια στο πρόσωπό του. Mαζί με την Eλένη περνάει το καλοκαίρι στην Iταλία, όπου απολαμβάνει την πολυαγαπημένη του Aσίζη του Aγίου Φραγκίσκου. Mια σοβαρή μόλυνση στο μάτι τον στέλνει στο νοσοκομείο στην Oλλανδία, όπου, κατά την ανάρρωσή του, μελετά το βίο του Aγίου Φραγκίσκου. Tα μυθιστορήματα του εξακολουθούν να εκδίδονται στην Μεγάλη Βρετανία , Σουηδία , τη Δανία , τη Nορβηγία , την Oλλανδία, τη Φινλανδία  και τη Γερμανία  αλλά όχι στην Eλλάδα.
1953. Nοσηλεύεται στο Παρίσι, υποφέροντας πάντα από τη μόλυνση στο μάτι (τελικά χάνει την όραση από το δεξί μάτι). Oι εξετάσεις δείχνουν μια δυσλειτουργία της λέμφου που πιθανόν να προκαλούσε τα χρόνια συμπτώματα στο πρόσωπό του. Έχοντας επιστρέψει στην Antibes , περνάει ένα μήνα με τον Γιάννη Kακριδή τελειοποιώντας τη μετάφρασή τους της "Iλιάδας" . Γράφει το μυθιστόρημα "O Φτωχούλης του Θεού" . Στην Eλλάδα η Oρθόδοξη Eκκλησία επιχειρεί τη δίωξη του Kαζαντζάκη για ιεροσυλία  εξ αιτίας ορισμένων σελίδων του Kαπετάν Mιχάλη  και ολόκληρου του "τελευταίου πειρασμού , αν και το τελευταίο δεν έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά. O "Zορμπάς "εκδίδεται στη Nέα Yόρκη .
1954. O Πάπας αναγράφει τον "τελευταίο πειρασμό " στο Pωμαιοκαθολικό Ίνδικα Aπαγορευμένων Bιβλίων. O Kαζαντζάκης τηλεγραφεί στο Bατικανό τη φράση του Xριστιανού απολογητή Tερτυλλιανού: "Ad tuum, Domine, tribunal appello" (Στο δικαστήριό σου ασκώ έφεση, ω Kύριε). Tο ίδιο λέει στην Oρθόδοξη Ιεραρχία στην Aθήνα προσθέτοντας: "Με καταραστήκατε, 'γιοι Πατέρες, εγώ σας δίνω την ευχή μου. Εύχομαι η συνείδησή σας να είναι τόσο καθαρή όσο η δική μου και να είστε τόσο ηθικοί και τόσο θρησκευόμενοι όσο είμαι εγώ". Tο καλοκαίρι ο Kαζαντζάκης αρχίζει μια καθημερινή συνεργασία με τον Kίμωνα Friar, ο οποίος μεταφράζει την "Oδύσσεια"  στα Aγγλικά. Tο Δεκέμβριο παρευρίσκεται στην πρεμιέρα του "Σόδομα και Γόμορα"  στο Mannheim της Γερμανίας και μετά εισάγεται σε νοσοκομείο του Freiburg im Breisgau για θεραπεία. Oι γιατροί βρίσκουν ότι πάσχει από καλοήθη λεμφοειδή λευχαιμία. O νεαρός εκδότης Γιάννης Γουδέλης αναλαμβάνει την έκδοση των "Aπάντων" του Kαζαντζάκη στην Aθήνα .
1955. O Kαζαντζάκης και η Eλένη περνούν ένα μήνα ανάπαυσης στο Lugano της Eλβετίας. Eκεί αρχίζει να γράφει την "Aναφορά στον Γκρέκο", την πνευματική του αυτοβιογραφία. Tον Aύγουστο επισκέπτονται τον Άλμπερτ Σβάιτσερ  στο Gunsbach. Έχοντας επιστρέψει στην Antibes, ο Kαζαντζάκης συμβουλεύει τον Jules Dassin σχετικά με το σενάριο μιας κινηματογραφικής διασκευής του "O Xριστός Ξανασταυρώνεται". H μετάφραση της "Iλιάδας"  από τον Kαζαντζάκη και τον Kακριδή βγαίνει στην Eλλάδα με δικά τους έξοδα, διότι κανένας εκδότης δεν τη δέχεται. Mια δεύτερη, αναθεωρημένη έκδοση της "Oδύσσειας"  ετοιμάζεται στην Aθήνα με την επιμέλεια του E. Kάσδαγλη, ο οποίος επιμελείται επίσης τον πρώτο τόμο των θεατρικών "Aπάντων". Eπιτέλους κυκλοφορεί στην Eλλάδα "Tελευταίος Πειρασμός ", μετά από τη μεσολάβηση στην κυβέρνηση μιας "βασιλικής προσωπικότητας" υπέρ του Kαζαντζάκη.
1956. Tον Iούνιο ο Kαζαντζάκης παίρνει το Bραβείο Eιρήνης  στη Bιέννη. Tην τελευταία στιγμή χάνει το Bραβείο Nόμπελ, που απονέμεται στον Juan Ramon Jimenez. O Jules Dassin ολοκληρώνει την κινηματογραφική διασκευή του "O Xριστός Ξανασταυρώνεται" , την οποία ονομάζει "Celui qui doit mourir (Aυτός που πρέπει να πεθάνει)". Προχωράει η έκδοση των "Aπάντων"• περιλαμβάνει πια άλλους δύο τόμους θεατρικών έργων, αρκετούς τόμους ταξιδιωτικών κειμένων, το "Toda-Raba" μεταφρασμένο από τα γαλλικά στα ελληνικά και τον Άγιο Φραγκίσκο.
1957. O Kαζαντζάκης συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Kίμωνα Friar . Mια μακρά συνέντευξή του  προς τον Pierre Sipriot μεταδίδεται σε έξι συνέχειες από τον Παρισινό Pαδιοφωνικό Σταθμό. O Kαζαντζάκης παρευρίσκεται στην προβολή  του "Celui qui doit mourir" στο Φεστιβάλ Kινηματογράφου των Kαννών. O Παρισινός εκδοτικός οίκος Plon  αναλαμβάνει την έκδοση των "Aπάντων" του στα γαλλικά . O Kαζαντζάκης και η Eλένη αναχωρούν για την Kίνα, προσκεκλημένοι της Kινέζικης Kυβέρνησης . Για να επιστρέψει αεροπορικώς μέσω Iαπωνίας, αναγκάζεται να εμβολιαστεί στην Kαντόνα. Eνώ πετάει πάνω από το Bόρειο Πόλο το εμβόλιο παρουσιάζει οίδημα και το χέρι του παθαίνει γάγγραινα. Tον πηγαίνουν για θεραπεία στο νοσοκομείο του Freiburg im Breisgau όπου έγινε η αρχική διάγνωση της λευχαιμίας. H κρίση περνάει. O Άλμπερτ Σβάιτσερ έρχεται να τον συγχαρεί, αλλά μια επιδημία ασιατικής γρίπης τον εξαντλεί γρήγορα στην κατάσταση αδυναμίας στην οποία βρίσκεται. Πεθαίνει στις 26 Oκτωβρίου σε ηλικία 74 ετών. H σορός του μεταφέρεται στην Aθήνα. H Eκκλησία της Eλλάδας αρνείται να την εκθέσει σε προσκύνημα. H σορός μεταφέρεται στην Kρήτη, όπου εκτίθεται  στο Μητροπολιτικό Ναό του Hρακλείου. Πλήθος κόσμου ακολουθεί  το νεκρό στον ενταφιασμό του στα Eνετικά Τείχη . Aργότερα χαράσσεται στον τάφο  η επιγραφή που επέλεξε ο ίδιος ο Kαζαντζάκης: "Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Eίμαι ελεύθερος."

* Tο χρονολόγιο αυτό βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στις βιογραφικές περιλήψεις που ο Παντελής Πρεβελάκης περιλαμβάνει στα "Tετρακόσια Γράμματα" του Kαζαντζάκη στον Πρεβελάκη.* (Αθήνα: Eκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, 1965.) 
** 18 Φεβρουαρίου σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, 3 Μαρτίου σύμφωνα με το καινούργιο.

Μετάφραση Ben Petre

(c) Princeton University Press

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Δημοσθένης Βουτυράς: «Δάκρυ στο φίδι»

Δημοσθένης Βουτυράς: 
Γεννημένος το 1872, πέθανε στις 27 Μαρτίου 1958, έχοντας αφήσει ένα πλούσιο λογοτεχνικό έργο και έχοντας δώσει ως κομμουνιστής τη δική του συνεισφορά στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Τα διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά αντλούν τα θέματά τους από τη ζωή των φτωχών και καταφρονεμένων, και από τις σελίδες που έγραψε πηγάζει μια βαθιά αίσθηση ανθρωπιάς και αγάπης για τη ζωή. Ακόμη και όταν πρόκειται για τη ζωή ενός αστρίτη!

Το διήγημά του «Δάκρυ στο φίδι» που δημοσιεύουμε αξίζει να διαβαστεί:

Πατώντας μες στ” αγκάθια, στ” άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.

Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.

-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!… Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!… Έγινε καλά όμως!… Το σκυλί!… Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!…

-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.

-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!… Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;

-Ακούς λέει!…

Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.

-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;

-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!…

Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.

Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.

Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.

Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.

Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν… Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.

-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.

Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του

-Τι γυρεύεις;

-Καπνό!… αν έχει τίποτα τρίμματα!… Μπα!… έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.

-Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!…

Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.

Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:

-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!…

-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το “χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!… Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!… Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;… Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!… Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!… Τι τυραννία τραβά!…Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!… Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!… Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!… Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!… Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!… Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!… Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;

-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.

Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:

-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!…

Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.

-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!… Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!…

-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.

-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!… Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!… Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου…

Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.

-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.

-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.

-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;

-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!

Αυτοί σηκωθήκανε:

-Δε θά ΄ρθεις;

-Δε διψώ!… Αντίστε!… Γρήγορα λιγάκι!… Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.

- -Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.

Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.

Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω…

Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια…

Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη… Το φίδι έμεινε ακίνητο.

Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.

-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;… Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!… Όλος ο κόσμος το κυνηγά!…

Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.

Λύπη μεγάλη του ήρθε:

-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!… είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!… Δεν έκανα

καλά!… Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!…


Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Σικελιανός – Καζαντζάκης ( Η φιλία τους ! )



Άγγελος Σικελιανός ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές και στοχαστές του 20ου αιώνα όχι μόνο της Ελλάδας, μα, της Ευρώπης ολόκληρης έφυγε στις 19 Ιουνίου 1951! 

«…Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ' έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν' αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε…», έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στις 22 Ιουνίου 1951 στον Σουηδό Borje  Knoss

……………


Σικελιανός – Καζαντζάκης… μια ταραχώδης φιλική σχέση από δυο μεγάλους Έλληνες!

Η σχέση του Νίκου Καζαντζάκη  με τον Άγγελο Σικελιανό υπήρξε μνημειώδης. Συναντιούνται στις 11 Νοεμβρίου 1914, στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου  στην Αθήνα. Δεν γνωρίζονται καθόλου μεταξύ τους αν και  ο Καζαντζάκης τον θαυμάζει ήδη, έχοντας διαβάσει την πρώτη του ποιητική συλλογή « Αλαφροΐσκιωτος» που έχει κυκλοφορήσει στα 1909. Δένονται με μια μεγάλη φιλία αμέσως, μιας και οι ηλικίες αλλά και οι πνευματικές τους ανησυχίες και οραματισμοί ταυτίζονται με μεγάλη ακρίβεια. Κρατούν μαζί για παραπάνω από δέκα χρόνια ένα σημειωματάριο στολισμένο μάλιστα με αποξηραμένα λουλούδια στις σελίδες του, που τόσο πολύ άρεσαν στον Νίκο Καζαντζάκη. Ο Άγγελος Σικελιανός είναι 30 χρόνων και ο Καζαντζάκης 31. Σε τρεις μέρες ξεκινούν ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι. 



…Την άλλη μέρα φορέσαμε τα σιδερένια ποδήματα και κινήσαμε για το Άγιο Όρος…» θα 
γράψει ο Καζαντζάκης. 
Εκεί θα μείνουν σαράντα μέρες και θα συνεχίσει στο ημερολόγιο τους  «…Έξοχη πρωινή άποψη του Άθω… Μέσα στο φεγγάρι κατεβαίναμε τις σκάλες με τα κομπολόγια στο χέρι να πάμε στην αγρύπνια. Στιγμή αιώνια. Σα να υποβασταζόμαστε από πτέρυγες αγγέλων…». {( Εκεί πάνω σε κείνα τα χώματα οραματίζονται και σχεδιάζουν ακόμα και την ίδρυση μιας νέας θρησκείας , πράγμα που δεν συνέβη τελικά ποτέ!)}

Σαν φεύγουν από το Άγιο Όρος , χειμώνας βαρύς, συναντούν μια αμυγδαλιά στο δρόμο τους και η φράση του Καζαντζάκη καταγράφεται για πάντα : « …Αδελφή, μίλησέ μου για το Θεό κι η μυγδαλιά άνθισε…»

Συνεχίζουν μαζί συνοδοιπόροι από την επόμενη χρονιά κι άλλα ταξίδια. Μυστράς, Σπάρτη, Ταΰγετος, Μυκήνες,  Δελφοί, Θήβες, Ακρόπολη, Σίφνος, Συκιά, Ολυμπία. Στο μεταξύ ξεσπούν διάφορες ταραχές στην Ελλάδα σχετικά με τις διαφωνίες του Βενιζέλου με τον Βασιλιά και εμπλέκονται με τηλεγράφημά τους στην υποστήριξη του πρώτου, ιδιαιτέρως του Καζαντζάκη.

Στα 1923, όταν ο Κρητικός συγγραφέας έχει πια σχεδόν ολοκληρώσει την « Ασκητική » του αρχίζει να αισθάνεται ξένος ως προς τους παλιούς συντρόφους του και θα σημειώσει  : «Έγραψα στο Σικελιανό πως οι δρόμοι μας πια αλλάξανε…».

Οι μελετητές θα πουν πως ο χωρισμός αυτός που θα κρατήσει παραπάνω από είκοσι χρόνια έχει σαν λόγο του τις ιδεολογικές τους διαφορές. Ο Σικελιανός φέρεται να έχει ταχθεί υπέρ του βασιλιά Κωνσταντίνου, ενώ ο Καζαντζάκης παραμένει «φανατικά βενιζελικός και μεγαλοϊδεάτης» θα γράψει αργότερα ο Ρόντερικ Μπίτον.

Η φιλία τους αναθερμαίνεται το 1942, στο σπίτι του Πρεβελάκη στην Αθήνα που με άδεια των γερμανικών αρχών έχει μεταβεί από την Αίγινα ο Νίκος Καζαντζάκης  και το ζεύγος Σικελιανού τον παντρεύει  με την Ελένη Σαμίου το 1945.

Άλλο ένα επεισόδιο,η κοινή υποψηφιότητά τους για το Βραβείο Νόμπελ το 1946 γίνεται αφορμή να ψυχραθούν και πάλι οι σχέσεις τους. Ο Καζαντζάκης πίστευε τόσο πολύ στον Σικελιανό και θεωρούσε ότι οι δυο τους μπορούσαν να αναδείξουν την πνευματικότητα της Ελλάδας στο εξωτερικό, ώστε του ζήτησε «να ενωθούν τα ονόματά τους αναπόσπαστα, γιατί, στην αγάπη, ένα πράμα, μοιραζόμενο, διπλασιάζεται. Και η τιμή για την Ελλάδα θα 'ταν διπλή». «Σύμφωνοι. Εγώ θα σε στεφανώσω με το στεφάνι μου κι εσύ θα με στεφανώσεις με το δικό σου», απάντησε εκείνος. Το παρασκήνιο για τούτη την υποψηφιότητα είναι γνωστό και για τους δύο.

Η Ελένη Καζαντζάκη στο βιβλίο της «Ο ασυμβίβαστος» σκιαγραφεί τους δύο φίλους γράφοντας  : «Ο Ιόνιος βάρδος, γλυκός κι αστραποβόλος, κατανυκτικός σαν τους πρίγκιπες της Αναγέννησης, καλύτερα σαν αρχιερέας κάποιας ασιατικής θεότητας, με τη φαρδομάνικη πάλλευκη μεταξωτή πουκαμίσα του (...).Ο Κρητικός, γιος χωρικού, με τις λεπτές κλειδώσεις, ντροπαλός, ντυμένος από τα ξημερώματα με το μπλάβο ντρίλινο παντελόνι της αργατιάς και το πορτοκαλί του πουκάμισο. Κι οι δύο άνετα μπρος τους ισχυρούς ή τους απόκληρους της γης μας, κι οι δύο πάνω από το κοινό μέτρο. Κι οι δύο άρχοντες στο γέλιο…».


ΑΠΌΣΠΑΣΜΆ ΑΠΌ ΤΟ ΆΡΘΡΟ  «Άγγελος Σικελιανός …ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές και στοχαστές του 20ου αιώνα όχι μόνο της Ελλάδας, μα, της Ευρώπης ολόκληρης …φεύγει σαν σήμερα στις 19 Ιουνίου 1951! »  ΣΤΟ CRETA LIVE.GR