Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» της Ελένης Λαδιά

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο»  της Ελένης Λαδιά
Στην μνήμη της μητέρας της , Ευδοξίας Λαδιά.


(Μέρος Α΄)  (Μέρος Β΄) και (Μέρος Γ΄ το τελευταίο του άρθρου )

( Α ΄)


Πουθενά δεν εφαρμόσθηκε τόσο επιτυχώς ο νόμος της εναντιοδρομίας όσο στην αρχαία Ελλάδα, όπου ο Λόγος συνυπήρχε με την μαντεία, έτσι που να επιτευχθεί η παλίντροπος αρμονίη του Ηρακλείτου, η αρμονία που εκπορεύεται από τα αντίθετα.
Σε αυτή την μικρή μελέτη θα συμπεριλάβω τους πιο φημισμένους μάντεις. Μεταξύ αυτών λαμπρή προσωπικότητα υπήρξε ο Μελάμπους, γιος του Αμυθάονος και της Ειδομένης, ο αρχαιότερος μάντις. Ήταν ακόμη θεραπευτής, καθαρτής και ιατρομάντις. Καταγόταν από την Πύλο, αλλά έδρασε στο Άργος. Το όνομά του ετυμολογείται από τα μέλαινα πόδια, διότι η μάνα του όντας βρέφος τον άφηνε κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Παιδάκι επίσης, όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος (Α.11), ζούσε στα χωράφια.
Μπροστά στην αγροικία του βρισκόταν μία δρυς, όπου υπήρχε φιδοφωλιά. Όταν οι υπηρέτες σκότωσαν τα φίδια και τα έκαψαν, ο Μελάμπους έκρυψε και ανέθρεψε τα φιδάκια τους. Κι εκείνα όταν μεγάλωσαν, πήγαν καθώς αυτός κοιμόταν και του έγλειψαν τα αυτιά. Από τότε άκουγε την λαλιά των πουλιών, κι έτσι προέλεγε τα μέλλοντα.
Φαίνεται πως τα φίδια ήταν φορείς μαντικής δύναμης. Φίδια έδωσαν το χάρισμα της μαντείας στα δίδυμα του Πριάμου (στον Έλενο και στην Κασσάνδρα), που έγλειψαν τα πρόσωπά τους την ώρα του ύπνου μες στον ναό του Θυμβραίου Απόλλωνος έξω από τα τείχη της Τροίας.[1]
Ο Μελάμπους γνώριζε επίσης την μαντική των σπλάχνων και αργότερα που συνάντησε τον Απόλλωνα έγινε τέλειος μάντις. Τα γνωστότερα μαντικά του επιτεύγματα ήταν δύο: θεράπευσε την τρέλα των Προιτίδων και την ανικανότητα του Ιφίκλου.
Σύμφωνα με τον H.Jeanmaire στο βιβλίο του Διόνυσος [2] το θέμα της Μανίας συναντάται κυρίως στην Βοιωτία και την Αργολίδα. Διαμορφώνονται δύο μύθοι: ο βοιωτικός και ο αργολικός. Στον πρώτο, ο θεός που έδινε την τρέλα ήταν ο Διόνυσος, ενώ στον δεύτερο, που έχει τις ρίζες του στην μυκηναϊκή εποχή, η Ήρα. Στην Αργολίδα επικρατεί ο μύθος των Προιτίδων. Ο Θεός που τρελαίνει εδώ είναι η Ήρα, κι έχει ενδιαφέρον πως σκορπά την μανία σε παρθένες, σε αυτές που διανύουν την «περίοδο της ήβης», όπως γράφει ο Jeanmaire.
Για τις Προιτίδες ο Απολλόδωρος (Β,2,4) αναφέρει δύο εκδοχές: κατά τον Ησίοδο τρελάθηκαν, διότι δεν δέχτηκαν τις τελετές του Διονύσου, ενώ κατά τον Ακουσίλαο (αρχαίος λογογράφος του 5ου π.Χ. αι. από το Άργος, ο οποίος μετέτρεψε σε πεζό τα ποιήματα του Ησιόδου), διότι προσέβαλαν το ξόανο της Ήρας.
Ο ποιητής Βακχυλίδης[3] δέχεται τον αργολικό μύθο, όπου εμπνεύστρια και θεραπεύτρια της μανίας (διότι ο ίδιος θεός τρελαίνει και θεραπεύει) υπήρξε η Ήρα του Άργους. Γράφει πως όταν ακόμη οι Προιτίδες ήταν παρθένες, μπήκαν στο τέμενος της θεάς και περηφανεύτηκαν πως ο πλούτος του πατέρα τους ήταν μεγαλύτερος από της Ήρας. Η θεά οργίστηκε με την ύβριν τους και θόλωσε το μυαλό τους βάζοντάς τους «παλίντροπον νόημα», σκέψη παράλογη. Τα κορίτσια τρελάθηκαν, έφυγαν προς τα κατάφυτα όρη, αφήνοντας πίσω τους την Τίρυνθα με τους θαυμαστούς δρόμους, και χάθηκαν βγάζοντας φοβερές κραυγές. Ο Προίτος, ο πατέρας τους, θέλησε να αυτοκτονήσει από την λύπη του αλλά τον συγκράτησαν οι σωματοφύλακές του. Ο Απολλόδωρος θεωρεί θεραπευτή των τρελών κοριτσιών τον μάντιν Μελάμποδα. Ο Μελάμπους, που ανεκάλυψε πρώτος την θεραπεία με τα φάρμακα και τους καθαρμούς (Απολλόδωρος Β 2,1), ισχυρίστηκε πως μπορούσε να θεραπεύσει την μανία των κοριτσιών, αν ο Προίτος τού έδινε το ένα τρίτο του βασιλείου του. Εκείνος όμως αρνήθηκε θεωρώντας μεγάλη την αμοιβή. Στο μεταξύ, η τρέλα μεγάλωνε χτυπώντας και άλλα κορίτσια της πόλης. Φοβισμένος ο Προίτος για την έκταση του κακού, υποσχέθηκε να δώσει την αμοιβή αλλά ο Μελάμπους ζήτησε άλλη τόση και για τον αδελφό του, τον Βίαντα. Ο Προίτος δέχτηκε. Τότε ο Μελάμπους, παίρνοντας μαζί του τους πιο ρωμαλέους νέους, κυνήγησε τις κοπέλες με αλαλαγμούς σε έναν ξέφρενο χορό μέχρι την Σικυώνα. Η μεγαλύτερη κόρη, η Ιφιόνη, ξεψύχησε μην αντέχοντας το κυνηγητό. Οι άλλες δύο σωφρονίστηκαν με τους καθαρμούς του μάντεως. Στο τέλος ο Προίτος νύμφευσε τις θυγατέρες του με τον Μελάμποδα και τον αδελφό του.
Κατά την εκδοχή του περιηγητή Παυσανία, αναφέρεται το σπήλαιο που βρισκόταν στα λεγόμενα Αροάνια όρη, όπου κατέφυγαν τα τρελά κορίτσια. Ο Μελάμπους με απόρρητες θυσίες και καθαρμούς τις έβγαλε από εκεί μέσα, τις έφερε στην τοποθεσία Λουσοί και θεράπευσε την τρέλα τους, μες στο ιερό της Αρτέμιδος, η οποία έκτοτε ονομαζόταν Λουσία.
Ο μάντις θεράπευσε επίσης την σεξουαλική ανικανότητα του Ιφίκλου, γιου του Φυλάκου, βασιλέως της Φυλάκης της Θεσσαλίας, ζητώντας ως αμοιβή τις αγελάδες του Ιφίκλου, τις οποίες φύλαγε ένας σκύλος και εμπόδιζε να τις πλησιάσει άνθρωπος ή ζώο. Ο Μελάμπους θυσίασε δύο ταύρους, τους διαμέλισε και κάλεσε τους οιωνούς (τα μαντικά πουλιά). Τότε εμφανίστηκε ένας αιγυπιός (γύπας) και του απεκάλυψε πως κάποτε ο πατέρας Φύλακος ευνούχισε κριάρια (κριούς τέμνων επί των αιδοίων) μπροστά στον γιο του και μετά άφησε το αιματοβαμμένο μαχαίρι κοντά στο παιδί. Ήταν μια φοβερή ιστορία, που θα μπορούσε να γίνει η απαρχή της ψυχανάλυσης. Ο ευνουχίζων πατέρας, ο τρόμος του γιου μπροστά στο θέαμα, το αιματοβαμμένο μαχαίρι. Ο μικρός Ίφικλος έφυγε φοβισμένος κι έμπηξε μετά το μαχαίρι στην ιερή δρυ, της οποίας ο φλοιός το κάλυψε για χρόνια. Το φονικό όπλο του ευνουχισμού ήταν η αιτία της ατεκνίας του Ιφίκλου. Συμβούλευσε λοιπόν ο γυπαετός τον Μελάμποδα πως, αν βρει το μαχαίρι, να ξύσει την σκουριά και να την πιει ο Ίφικλος επί δέκα ημέρες. Έτσι έγινε κι αμέσως ο Ίφικλος απέκτησε έναν γιο, τον Ποδάρκη (Απολλόδωρος Α, ΙΧ, 12).
Πρώτος ο Μελάμπους χρησιμοποίησε το φυτό ελλέβορο, που θεράπευε τον εμετό, την μανία και την μελαγχολία. Υπήρχε λευκός και μέλας ελλέβορος. Ο μάντις για την θεραπεία των Προιτίδων χρησιμοποίησε τον μέλανα, που ονομάσθηκε και μελαμπόδιον. Μελαμποδία ή Μελαμπόδεια λεγόταν και το έπος (απολεσθέν τώρα) που ανέφερε τα καταρθώματα του μάντεως και των απογόνων του. Το έπος είχε αποδοθεί στον Ησίοδο.[4] Διασώθηκε το περιστατικό της συνάντησης Μόψου και Κάλχαντος και ο θάνατος του τελευταίου επειδή έχασε στον ανταγωνισμό της μαντικής, μία αναφορά στον Τειρεσία για την αιτία της τύφλωσής του και μία μνεία για τον Ίφικλο του Φυλάκου.
Στα Αιγόσθενα[5], σημερινό Πόρτο Γερμανό της Μεγαρίδος, βρίσκονται τα ερείπια από το ιερό του Μελάμποδος. Για τον μάντι γινόταν θυσία και ετήσια εορτή.
Σημαντικοί υπήρξαν και οι Μελαμποδίδες, απόγονοι (δισέγγονοι) του Μελάμποδος, οι Αμφιάραος, Πολύειδος και Θεοκλύμενος.
Ο Όμηρος (Οδ. ο, στ.245 κε) αναφέρει τον γιο του Οϊκλέους Αμφιάραον, τον αγαπημένο του ασπιφοφόρου Διός και του Απόλλωνος, ο οποίος του χάρισε το δώρο της μαντικής. Ο Αμφιάραος έλαβε μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία και το όνομά του ήταν γραμμένο στον κατάλογο των ηρώων, που έλαβαν μέρος στην θήρα του Καλυδωνίου κάπρου. Η ζωή όμως και η μοίρα του κρίθηκε στην εκστρατεία εναντίον των Θηβών, όπως αναφέρεται στην τραγωδία του Αισχύλου Επτά επί Θήβας. Ο Αμφιάραος ως μάντις γνώριζε πως η εκστρατεία θα αποτύγχανε, ενώ ο ίδιος θα σκοτωνόταν, γι’ αυτό αντιδρούσε. Η σύζυγός του Εριφύλη, που έλαβε ως δώρο από τον Πολυνείκη το περίφημο χρυσό περιδέραιο που χάρισε η Αφροδίτη στην γυναίκα του Κάδμου Αρμονία, ανέλαβε σε αντάλλαγμα να πιέσει τον Αμφιάραο να λάβει μέρος στην εκστρατεία. Εκείνος το έπραξε με βαριά καρδιά, αλλά πριν φύγει, για να τιμωρήσει την επιπόλαιη Εριφύλη παρήγγειλε στους γιους του, Αλκμαίωνα και Αντίλοχο, να σκοτώσουν την μητέρα τους, αν εκείνος πέθαινε. Ο Αλκμαίων το έπραξε, αλλά τιμωρήθηκε από ενοχές και κυριεύθηκε από μανία. Ο δεύτερος γιος του, ο Αμφίλοχος, μάντις κι ο ίδιος, μετά τα τρωικά συνόδεψε τον Κάλχαντα στον οίκο του Μόψου, όπου εκεί έγινε και η περίφημη μαντική διαμάχη (Στράβων 14, 27). Ίδρυσε επίσης με τον Μόψο μαντείον, στον Μαλλό της Κιλικίας, το οποίον κατά την εποχή του Παυσανίου έδινε τους σωστότερους χρησμούς.
Μετά την αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον των Θηβών, ο Αμφιάραος έκοψε δρόμο κοντά στο ποταμό Ισμηνό, προτού χτυπηθεί στα νώτα από τον διώκτη του, Περικλύμενο. Ο Ζευς, που τον αγαπούσε, τον έσωσε σχίζοντας με τον κεραυνό του την γη στα δύο. Ο Αμφιάραος μαζί με τον άρμα και τον ηνίοχό του, Βάτωνα, που ανήκε κι αυτός στο γένος των Μελαμποδιδών, έπεσε στο άνοιγμα της γης. Ο Ζευς τον έκανε αθάνατο. Το χάσμα της γης όπου έπεσε το άρμα υμνήθηκε από τον Πίνδαρο και περιγράφηκε ποιητικώς από τον Φιλόστρατο στις Εικόνες του.[6] Η γη καταπίνει τον μάντι στην φυγή του μαζί με τα στεφάνια του και την ίδια του την δάφνη. Τα άλογά του είναι λευκά, το στροβίλισμα των τροχών δείχνει βιασύνη, ενώ οι ίπποι βγάζουν λαχανισμένη την αναπνοή από κάθε ρουθούνι. Η γη έχει γεμίσει αφρούς και η χαίτη τους γέρνει στο πλάι· έτσι όπως είναι γεμάτα ιδρώτα, κολλάει πάνω τους η λεπτή σκόνη και κάνει τα άλογα λιγότερο όμορφα αλλά πιο πραγματικά. Ο ζωγράφος έχει απεικονίσει και τον Ωρωπό, ως νεαρό ανάμεσα σε γυναίκες με βαθυγάλαζα μάτια, Νύμφες της θάλασσας. Είναι ζωγραφισμένο ακόμη και το σημείο όπου ο Αμφιάραος έκανε τις μελέτες του, σε ρήγμα της γης ιερό και θεϊκό.
Θεραπευτική μέθοδος στο Αμφιαράειο ήταν η ονειρομαντεία και, φυσικά, πρωτίστως η εγκοίμηση (ο ύπνος μέσα στο ιερό). Σπουδαία είναι η ρήση του Πλουτάρχου: «ύπνου δε μη όντος, ουδ’ όνειρος εστιν, αλλά οίχεται το πρεσβύτερον ημίν μαντείον» ( αν δεν υπήρχε ο ύπνος, δεν θα υπήρχε και το όνειρο· κι έτσι θα χανόταν και το αρχαιότερο μαντικό μας μέσον).[7]
Στην αρχή το ιερό του Αμφιαράου φαίνεται πως ήταν στις Θήβες. Ο Στράβων βεβαιώνει πως κατόπιν χρησμού μεταφέρθηκε στον Ωρωπό (Γεωγραφικά Θ,10). Το Αμφιαράειον του Ωρωπού ιδρύθηκε στο τέλος του 5ου π.Χ. αι., αλλά τα μνημεία του περιγράφονται από τον Παυσανία τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα, αυτόν τον ζοφερό αιώνα όπου κατά τον Πλούταρχο συνέβη η σημαντική μείωση των μαντείων (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων). Ο Παυσανίας (Αττικά 34,1-5) νομίζει πως ο Αμφιάραος είχε επιδοθεί ιδιαίτερα στην εξήγηση των ονείρων. Αυτό είναι φανερό, αναφέρει, διότι μετά την αναγνώρισή του ως θεού καθιέρωσε την μαντική με όνειρα. Όποιος έρχεται να συμβουλευθεί τον Αμφιάραο, υπάρχει η συνήθεια να υποβάλλεται πρώτα σε καθαρμό. Αυτό γίνεται με μια θυσία στον θεό· η θυσία γίνεται και για τον θεό αυτόν, αλλά και για τους άλλους που τα ονόματά τους είναι γραμμένα στον βωμό· αφού γίνουν αυτά, θυσιάζουν έπειτα ένα κριάρι, στρώνουν κάτω το δέρμα του και κοιμούνται πάνω σε αυτό περιμένοντας να τους φανερωθεί κάποιο όνειρο. Ο περιηγητής αναφέρει τον πρώτο ναό του Αμφιαράειου (αρχές 4ου π.Χ. αι.). Του ιδίου χρόνου είναι και η στήλη στην οποία υπήρχε ο ιερός νόμος του Αμφιαράειου σχετικά με τα καθήκοντα ιερέων και ασθενών, ο πρώτος βωμός και η ιερή πηγή, της οποίας το ύδωρ δεν ήταν κοινής χρήσης. Μόνον ο θεραπευόμενος έριχνε στην πηγή χρυσά και αργυρά νομίσματα, αφού κατά την παράδοση του Ωρωπού από εδώ αναδύθηκε ο Αμφιάραος. Το εγκοιμητήριο ή η στοά κτίσθηκε το 350 π.Χ. Οι ασθενείς πλάγιαζαν πάνω στην προβιά του θυσιασμένου ζώου και ονειρεύονταν. Ο τρόπος της θεραπείας απεικονίζεται σε τρεις σκηνές πάνω στο περίφημο ανάγλυφο του Αρχίνου του 4ου π.Χ. αι., το οποίο βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Στα αριστερά της παράστασης εικονίζεται όρθιος ο Αμφιάραος να χειρουργεί τον ώμο ενός ασθενούς, του Αρχίνου, ο οποίος έχει μικρότερο μέγεθος από τον θεό. Στα δεξιά του αναγλύφου είναι ο νέος που ικετεύει για την θεραπεία του, ενώ στο μέσον της παράστασης το ίδιο πρόσωπο κοιμάται πάνω σε ένα στρώμα, και ο όφις, ο ιερός όφις των Ασκληπειείων, του γλείφει το τραύμα για να το θεραπεύσει. Στον στυλοβάτη του αναγλύφου υπάρχει η επιγραφή: Αρχίνος Αμφιαράωι ανέθηκεν.

Τι ήταν άραγε ο ονειρομαντικός Αμφιάραος; Θεός ή ήρωας με χαρίσματα και μαντικές ικανότητες; Το δίλημμα το έθεσε ο ίδιος στους Θηβαίους. Οι Θηβαίοι τον τιμούσαν ως ήρωα, ενώ πρώτοι οι Ωρώπιοι τον πίστεψαν ως θεό και μετέπειτα όλοι οι Έλληνες.

/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////                                                        

 ( Β ΄)



«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» 
της Ελένης Λαδιά   
Στην μνήμη της μητέρας της , Ευδοξίας Λαδιά.

                                                          (Μέρος Β’) 

Ο Πολύειδος υπήρξε δισέγγονος του Μελάμποδος και γιος του Κοιράνου. Αναφέρονται πολλές μαντείες και καθαρμοί, αλλά το κυριότερο κατόρθωμά του υπήρξε η ανάσταση του Γλαύκου, γιου του Μίνωος. Ο μάντις έκτισε και ιερό για τον Διόνυσο στην πόλη των Μεγάρων αφιερώνοντάς του ξόανο, που επί των ημερών του Παυσανίου φαινόταν μόνον το πρόσωπο του (Παυσανίας, Αττικά 43, 5).
«Γλαύκος δε έτι νήπιος υπάρχων, μυν διώκων εις μέλιτον πίθον πεσών απέθανεν»: Έτσι αρχίζει την διήγησή του ο Απολλόδωρος[1] για τον μικρό γιο του Μίνωος, Γλαύκο. Το παιδί, κυνηγώντας ένα ποντίκι, έπεσε σε ένα πιθάρι γεμάτο μέλι και πέθανε. Μετά την εξαφάνισή του ο Μίνως κατέφυγε σε μάντεις, για να το βρουν. Οι Κουρήτες τού αποκρίθηκαν πως αυτός που θα διέκρινε με σαφήνεια το χρώμα της τρίχρωμης αγελάδας του Μίνωος, αυτός και θα έφερνε πίσω το παιδί. Ο Πολύειδος, άριστος μάντις από το Άργος, γόνος της μεγάλης γενιάς των μάντεων Μελάμποδος, Άβαντος και Κοιράνου, παρομοίωσε το χρώμα του ζώου με βατόμουρο, γιατί το συγκεκριμένο φρούτο αλλάζει χρώμα τρεις φορές την ημέρα. Μετά την εύστοχη απάντηση, ο Πολύειδος ήταν αναγκασμένος να βρει το παιδί. Το βρήκε, αλλά ήταν νεκρό. Ο Μίνως όμως δεν άφηνε τον μάντι να φύγει, αν δεν ανάσταινε τον γιο του, κι έτσι τους έκλεισε και τους δύο μες στον τάφο. Εκεί ο μάντις σκεφτόταν τρόπο σωτηρίας, όταν βλέπει να πλησιάζει ένα φίδι. Φοβούμενος μήπως και πειράξει το νεκρό παιδί, σηκώνει το ραβδί του και σκοτώνει το ερπετό. Τότε βλέπει έκπληκτος να πλησιάζει άλλο φίδι και να τοποθετεί μια βοτάνη στο σώμα του σκοτωμένου, το οποίο αμέσως αναστήθηκε. Μιμούμενος την σοφία του φιδιού, ο μάντις κάνει τις ίδιες κινήσεις και ανασταίνει τον Γλαύκον. Όμως και μετά την ανάσταση, η απληστία του Μίνωος δεν αφήνει τον Πολύειδο να επιστρέψει στο Άργος. Του ζητά να διδάξει την μαντική στον γιο του. Ο Πολύειδος το πράττει εξαναγκασμένος, αλλά πριν από την αναχώρησή του προτρέπει τον Γλαύκο να φτύσει[2] στο στόμα του, γνωρίζοντας ως μάντις τις δυνάμεις του σιέλου. Ο Παλαίφατος[3], που ερμηνεύει και απομυθοποιεί το συμβάν σύμφωνα με τον ορθό λόγο, βεβαιώνει πως αυτός ο μύθος είναι γελοίος (Και ούτος ο μύθος παγγέλοιος). Μετά τον θάνατο δεν ανασταίνεται ποτέ ούτε άνθρωπος ούτε ζώο. Φαίνεται πως ο Γλαύκος τρώγοντας πολύ μέλι βαρυστομάχιασε και εκκρίνοντας περισσότερη χολή λιποθύμησε. Τότε έφθασαν οι ιατροί και ο Πολύειδος, που γνώριζε τα βοτάνια, και είπαν στον Μίνωα πως τον ανέστησαν.
Η σοφία όμως του μύθου είναι ευρύτερη και βαθύτερη από τον ορθό λόγο. Ο μύθος για τον θάνατο και την ανάσταση του μικρού Γλαύκου, με σύμβολα μάλιστα το μέλι και το φίδι, εντάσσεται στο μεγάλο θέμα της φθοράς και της αναγέννησης της βλάστησης. Είναι ένας μύθος σπαρακτικός και το παιδί Γλαύκος μια θεότητα της βλάστησης.
Ο Θεοκλύμενος ήταν μάντις και οιωνοσκόπος. Γιος του Πολυφείδη και δισέγγονος επίσης του Μελάμποδος, έχει μια παράξενη παρουσία στην Οδύσσεια.[4] Εμφανίζεται σαν φάντασμα, την στιγμή που ο Τηλέμαχος παρακινεί τους συντρόφους να μπουν στο πλοίο, για να επιστρέψουν στην Ιθάκη. Όταν εκείνοι άρχισαν να κωπηλατούν, ο ίδιος προσευχόταν και θυσίαζε στην Αθηνά κοντά στην πρύμνη του πλοίου. Τότε τον πλησίασε ένας άνδρας από μακρινή χώρα, ένας μάντις που έφυγε από το Άργος, διότι (όπως ο ίδιος αφηγήθηκε) είχε σκοτώσει κάποιον και οι πολυπληθείς συγγενείς του νεκρού ζητούσαν εκδίκηση. Ο Όμηρος αφιερώνει πολλούς στίχους στην γενεαλογία του, ακριβώς για να δείξει το μέγεθος της μαντείας του. Ο θεοειδής Θεοκλύμενος (ο όμοιος στην μορφή με θεό) ρώτησε τον Τηλέμαχο, εξορκίζοντάς τον στην θυσία που έκανε, να του πει ειλικρινώς για την πατρίδα και τους γονείς του. Ο νέος απάντησε σε ό,τι τον ρώτησε. Οι συστάσεις έγιναν κι ο Τηλέμαχος πήρε μαζί του τον μάντι στην Ιθάκη.
Η πρώτη προφητεία του Θεοκλύμενου στον Τηλέμαχο σχετίζεται με το πέταγμα ενός γερακιού (όρνις), που έφερνε μηνύματα στον Απόλλωνα. Κρατούσε στα πόδια του ένα άγριο περιστέρι (πελία) και το μαδούσε σκορπίζοντας τα φτέρωμά του στη γη ανάμεσα στο πλοίο και τον Τηλέμαχο. Ο Θεοκλύμενος εξήγησε στον Τηλέμαχο πως δεν πέταξε το πτηνό τυχαίως από τα δεξιά του, αλλά ήταν ένας αληθινός οιωνός. Στην Ιθάκη, συνέχισε ο μάντις, δεν υπάρχει άλλο γένος δυνατότερο από το δικό σας να βγάζει βασιλείς. Εσείς θα έχετε για πάντα την δύναμη. Ο Τηλέμαχος ευχαριστήθηκε, διότι ήταν μια έμμεση αναφορά στην άφιξη του Οδυσσέως και την καταστροφή των μνηστήρων.
Η δεύτερη προφητεία έγινε μέσα στο ανάκτορο του Οδυσσέως, όπου ο Τηλέμαχος διηγιόταν στην μητέρα του για το ταξίδι στην Πύλο και στην Σπάρτη. Τα λόγια του Μενελάου ήταν πως ο Οδυσσεύς βρισκόταν στα ανάκτορα της Καλυψούς, η οποία τον κρατούσε αναγκαστικώς. Τότε επενέβη ο Θεοκλύμενος και είπε στην Πηνελόπη πως αυτός θα της πει αληθινή προφητεία, δίχως να αποκρύψει τίποτα (ατρεκέως γαρ τοι μαντεύσομαι ουδ ἐπικεύσω). Προφήτευσε πως ο Οδυσσεύς βρίσκεται στην πατρίδα του, στην Ιθάκη, και σχεδιάζει την συμφορά των μνηστήρων. Η Πηνελόπη ευχήθηκε να βγουν αληθινά τα λόγια του.
Η πιο τρομερή όμως προφητεία υπάρχει στην Οδύσσεια (ραψωδία υ, στ. 350-358). Ο Τηλέμαχος λέγει στους μνηστήρες, για να τους παραπλανήσει, πως δεν έχει αντίρρηση για τον γάμο της μητέρας του με έναν από αυτούς, αλλά δεν είναι δίκαιο να την διώξει από το ανάκτορο χωρίς την θέλησή της. Τότε η Παλλάς Αθηνά προξένησε ακατάπαυστα γέλια στους μνηστήρες παραπλανώντας την σκέψη τους. Εκείνοι γελούσαν με παραμορφωμένες γνάθους καθώς έτρωγαν αιμοσταγή κρέατα, ωμά, ενώ τα μάτια τους γέμισαν δάκρυα και η ψυχή τους ποθούσε να αρχίσει θρήνο. Στους μνηστήρες είπε ο θεοειδής Θεοκλύμενος: «Αχ, άνανδροι, από τι κακό πάσχετε; Με σκότος καλύφθησαν τα κεφάλια σας, τα πρόσωπα και τα γόνατά σας, ακούγεται κλαυθμός και έχουν δάκρυα οι παρειές σας, με αίμα είναι ραντισμένοι οι τοίχοι και η ωραία μεσοδομή. Και γέμισαν τα πρόθυρα και οι αυλές με φαντάσματα (είδωλα) που πηγαίνουν προς στο έρεβος κάτω στον Άδη. Ο ήλιος χάθηκε από τον ουρανό και επίκειται η αχλύς (το σκοτάδι του θανάτου). Έτσι μίλησε ο Θεοκλύμενος, αλλά οι μνηστήρες γέλασαν κι ανάμεσά τους ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πολύβου, τον απεκάλεσε τρελό και πρόσταξε να τον διώξουν από τα ανάκτορα και να τον πάνε στην αγορά, αφού όλα εκεί μέσα του φαίνονταν σκοτεινά. Ο μάντις τού απάντησε πως είχε μάτια, αυτιά, πόδια, συνετό νου και δεν είχε ανάγκη από συνοδούς για να βγει έξω. Άλλωστε, συμπλήρωσε, «θα βγω γιατί βλέπω να πλησιάζει η συμφορά των μνηστήρων, που έπραξαν ανόσια έργα. Κι από την συμφορά αυτή κανείς δεν θα ξεφύγει». Αυτά είπε ο Θεοκλύμενος, του οποίου το όνομα συνδέθηκε με την λέξη «αχλύς», που σημαίνει το επερχόμενο σκότος του θανάτου.
Τειρεσίας
«Τειρεσία, δείξε την μνήμη μου/ δείξε μέσα σ’ εκείνο που θέλω να θυμηθώ τι πέρασα και τι δεν πέρασα/ πως από χιλιοδιπλωμένες σκιές τινάχτηκε το μυστικό μου/ και πως το μυστικό μου είναι ο σπειροειδής δρόμος/ που τον φωτίζει το αίνιγμα των αγαλμάτων». Δ.Π. Παπαδίτσας[5]
«Τειρεσία, φύτεψέ με στην μνήμη».[6]
Ο ποιητής Καλλίμαχος στο ποίημά του «Εις λουτρά της Παλλάδος»[7] αναφέρει μία από τις αιτίες της τύφλωσης του Τειρεσίου. Ο ύμνος εμπνέεται από τα Πλυντήρια της Ακρίας Αθηνάς του Άργους, όταν κατέβαζαν από την ακρόπολη το άγαλμά της, για να το πλύνουν στον ποταμό Ίναχο. Έτσι, προτρέπει τις υδροφόρες να μην βάζουν τις στάμνες τους στον ποταμό και τις γυναίκες του Άργους να πίνουν μόνον από τις κρήνες, διότι ο Ίναχος με χρυσό και άνθη θα αναμίξει τα ύδατά του, για να προετοιμάσει το λουτρό της θεάς. Όμως πρόσεχε, Πελασγέ, προειδοποιεί ο ποιητής, μήπως και δεις γυμνή την πολιούχο θεά, διότι τότε θα τυφλωθείς.
Η θεά στην Θήβα –αρχίζει την ιστορία του ο Καλλίμαχος– από όλες τις φίλες της αγαπούσε περισσότερο την νύμφη Χαρικλώ, την μητέρα του Τειρεσίου. Την έπαιρνε μαζί της και στις αρχαίες Θεσπιές και στην Κορώνεια, όπου υπήρχε ευωδιαστό άλσος και βωμοί που βρίσκονταν κοντά στον Κουράλιο ποταμό, ή στην Αλίατρο όταν οδηγούσε τους ίππους της περνώντας από τα κτήματα των Βοιωτών. Πολλές φορές την ανέβαζε ακόμη και στον δίφρο της. Όμως, μολονότι ήταν η αγαπημένη της Αθηνάς, επέπρωτο η Χαρικλώ να χύσει πολλά δάκρυα. Κάποτε οι δυο τους, αφού έλυσαν τις περόνες από τα πέπλα τους, μπήκαν στο πεντακάθαρο νερό της Ιπποκρήνης στον Ελικώνα, για να λουσθούν. Ήταν μεσημβρινή ώρα και απόλυτη γαλήνη. Ο Τειρεσίας ακόμη μελλέφηβος, περπατούσε μόνος με τα σκυλιά στον ιερό χώρο. Διψασμένος, πήγε στην κρήνη να πιει νερό κι άθελά του είδε την Αθηνά γυμνή. Οργισμένη εκείνη του φώναξε κι ευθύς τα μάτια του παιδιού τυφλώθηκαν, απέμεινε άφωνο και κόλλησαν τα πόδια του στο έδαφος. Η νύμφη Χαρικλώ βλέποντας το συμβάν διαμαρτυρήθηκε στην θεά λέγοντας πως δεν κάνουν έτσι οι φίλες, αφού πήρε το φως του γιου της. Αγκάλιασε τον μικρό Τειρεσία κι άρχισε γοερό θρήνο, σαν την μάνα των αηδονιών. Η θεά την σπλαχνίστηκε και της εξήγησε πως η ίδια δεν τύφλωσε τον γιο της, αλλά αυτό ήταν θέμα των Κρονίων νόμων. Αυτοί οι Κρόνιοι νόμοι ορίζουν πως όποιος θνητός δει κάποιον από τους αθανάτους, έστω και άθελά του, θα το πληρώσει με βαρύ τίμημα (...Κρόνιοι δ’ ώδε λέγοντι νόμοι·/ ος κε τιν’ αθανάτων, όκα μη θεός αυτός έληται,/ αθρήση, μισθώ τούτον ιδείν μεγάλω). Και με λόγια παρηγοριάς την συμβούλευσε να μην κλαίει, γιατί αυτή ήταν η μοίρα του γιου της. Της υποσχέθηκε πως θα τον καταστήσει τον πιο φημισμένο μάντι μέσα στους ερχόμενους, ο οποίος θα γνωρίζει ποια πτηνά πετούν για καλό και ποια ανοίγουν τα πτερά τους για κακό. Ως μάντις θα δώσει χρησμούς στους Βοιωτούς, στον Κάδμο και στους μεγάλους Λαβδακίδες. Και στον Άδη μόνον αυτός θα βλέπει μέσα στους νεκρούς.
Ο Απολλόδωρος (βιβλίο Γ, 69.70 κ.ε.) αποδίδει σε άλλη αιτία την τύφλωσή του. Στην εκστρατεία των επτά επί Θήβας, ο Ετεοκλής ζητούσε μαντεία για το αν θα νικούσαν οι Θηβαίοι. Τότε ζούσε στις Θήβες ο μάντις Τειρεσίας, γιος του Ευήρου και της νύμφης Χαρικλούς, από το γένος του Ουδαίου του Σπαρτού. Ήταν τυφλός. Άλλοι έλεγαν πως έχασε το φως του, επειδή φανέρωσε στους ανθρώπους τα κρυφά των θεών. Ο Φερεκύδης αναφέρει πως τυφλώθηκε, διότι είδε την θεά Αθηνά γυμνή. Η φίλη της, Χαρικλώ, την παρακάλεσε να ξαναδώσει την όραση στον γιο της, αλλά επειδή αυτό δεν ήταν στην δυνατότητα της θεάς, εκείνη του καθάρισε καλά τα αυτιά, για να ακούει κάθε φωνή των ορνίθων, και του χάρισε ένα κράνειον σκήπτρον (από κρανιά), ώστε να περπατά όπως οι βλέποντες. Ο Ησίοδος λέγει πως ο Τειρεσίας είδε στην Κυλλήνη την συνουσία δύο φιδιών, κι επειδή χτυπώντας τα τα πλήγωσε, άλλαξε φύλο και από άνδρας έγινε γυναίκα. Κι όταν ξανάδε τα ίδια φίδια, άλλαξε πάλι φύλο και ξανάγινε άνδρας. Αυτή η εμπειρία του δίφυλου μάντεως έκανε τον Δία και την Ήρα να ρωτήσουν ποιο από τα δύο φύλα αισθανόταν μεγαλύτερη ηδονή κατά την συνουσία, ο άνδρας ή η γυναίκα. Ο Τειρεσίας απάντησε πως στο ένα μερίδιο από τα δέκα τέρπεται ο άνδρας και στα εννέα η γυναίκα. Τότε η Ήρα τον τύφλωσε και ο Ζευς τού έδωσε την μαντική τέχνη.
Όταν λοιπόν οι Θηβαίοι ζήτησαν μαντεία από τον Τειρεσία, τους είπε πως θα νικήσουν αν ο Μενοικεύς, ο γιος του Κρέοντος, αυτοθυσιαζόταν. Μόλις το άκουσε ο Μενοικεύς αυτοκτόνησε μπροστά στις πύλες της πόλης. Οι Θηβαίοι ενίκησαν και οι Αργείοι υποχώρησαν. Ύστερα από δέκα έτη, τα τέκνα των σκοτωμένων αρχηγών απεφάσισαν ως Επίγονοι να εκστρατεύσουν εναντίον των Θηβών. Τώρα η μαντεία του Τειρεσίου προέτρεπε τους Θηβαίους, αφού ανεβάσουν στις άμαξες τα γυναικόπαιδα, να φύγουν από την πόλη. Όταν εκείνοι έφτασαν στην πηγή Τελφούσα, ο Τειρεσίας ήπιε πολύ νερό και πέθανε. Αργότερα οι Αργείοι μπήκαν στην έρημη πόλη, συνάθροισαν τα λάφυρα και γκρέμισαν τα τείχη της. Ένα μέρος των λαφύρων έστειλαν ως δώρο στους Δελφούς μαζί με την Μαντώ, την κόρη του Τειρεσίου, μάντισσα και αυτή, διότι είχαν τάξει στον θεό πως θα του αφιέρωναν το ωραιότερο από αυτά. Τον θάνατο του Τειρεσίου επιβεβαιώνει και ο Παυσανίας (Βοιωτικά 33,1). Στους Έλληνες, αναφέρει ο περιηγητής, υπήρχε η παράδοση πως οι Αργείοι, αφού κυρίευσαν την Θήβα, εκτός από τα άλλα λάφυρα στους Δελφούς για τον θεό, έφερναν και τον Τειρεσία. Εκείνος δίψασε, ήπιε άφθονο νερό από την πηγή Τελφούσα και πέθανε. Ο Παυσανίας γράφει επίσης και για το οιωνοσκοπείο του Τειρεσίου στην Θήβα, που ήταν μετά το ιερό του Άμμωνος και κοντά στο ιερό της Τύχης.
Στον Οιδίποδα τύραννο του Σοφοκλέους υπάρχει μία μακρά και σκληρή στιχομυθία μεταξύ Οιδίποδος και Τειρεσίου. Έφεραν στο ανάκτορο τον μάντι χωρίς την θέλησή του, για να βρει τον δολοφόνο του Λαΐου, που έγινε αιτία του λοιμού. Στην αρχή ο μάντις μιλά διφορούμενα και συγκαλυμμένα αλλά στο τέλος, εξαναγκασμένος από τον θυμό και τις ύβρεις του Οιδίποδος, του αποκαλύπτει την τραγική του μοίρα: την μοίρα του δολοφόνου και αιμομίκτη.
Στην Νέκυια (λ της Οδυσσείας), ο Τειρεσίας ξεχωρίζει από τους άλλους νεκρούς, που είναι απλώς είδωλα θανόντων. Ο μάντις είχε σταθερή σκέψη διότι, μολονότι νεκρός, η Περσεφόνη τού έδωσε νου, ενώ οι άλλοι νεκροί τριγυρνούσαν σαν σκιές. Ο ήρωας κατά προτροπή της Κίρκης φθάνει στα σύνορα του κάτω κόσμου. «Και δέομουν πολλές φορές στ’ αδύναμα κρανία των νεκρών/ τάζοντας αγελάδα στείρα, την καλύτερη, σαν φτάσω στην Ιθάκη,/ στ’ ανάκτορά μου, να τη θυσιάσω κι αγαθά την πυρά να γεμίσω,/ και για τον Τειρεσία ξεχωριστά να σφάξω κριάρι έταξα/ κατάμαυρο, στο ποίμνιό μου που ξεχωρίζει.»[8]
Όταν πλησίασε η ψυχή του Θηβαίου Τειρεσίου, που κρατούσε ολόχρυσο σκήπτρο, είπε στον Οδυσσέα να απομακρυνθεί από τον λάκκο των θυσιών και να παραμερίσει το αιχμηρό του ξίφος, για να πιει το μαύρο αίμα από τα σφάγια και να του αποκαλύψει την αλήθεια. Η προφητεία του μάντεως ήταν: «τον νόστο τον μελίγευστο ζητάς, πανένδοξε Οδυσσέα·/ όμως αυτόν θα σου τον κάνει δύσκολο ο θεός· γιατί δεν το νομίζω/ πως θα ξεφύγεις απ’ τον γαιοσείστη, που οργή έχει για σένα στην ψυχή του/ εξοργισμένος γιατί τύφλωσες τον προσφιλή του γιο./ Αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί να φτάσετε δεινοπαθώντας,/ αν την δική σου την καρδιά θα δάμαζες και των συντρόφων σου,/ όταν το καλοκαμωμένο πλοίο θα προσορμίσεις/ στη νήσο Θρινακία, τον βαθυκύανο πόντο αποφεύγοντας,/ και βρείτε τις γελάδες να βοσκάν και τα παχιά τα πρόβατα/ του Ήλιου, που αυτός τα πάντα βλέπει και τα πάντα ακούει./ Αυτές λοιπόν αν σώες τις αφήσεις και την επάνοδό σου σκέφτεσαι,/ μπορεί δεινοπαθώντας, βέβαια, και στην Ιθάκη ακόμη ν’ αφιχθείτε·/ αν όμως θα τις βλάψεις, τότε προλέγω όλεθρο για σένα/ το πλοίο και τους συντρόφους σου· κι ο ίδιος αν γλυτώσεις,/ αργά κακήν κακώς θα επιστρέψεις, χάνοντας όλους τους συντρόφους,/ με ξένο πλοίο· και θα βρεις συμφορές στον οίκο σου,/ άνδρες θρασείς που κατατρών το βιος σου,/ την έξοχη ζητώντας σύζυγό σου δίνοντας και προίκα./ Αλλ’ όταν όμως φτάσεις, θα ξεπληρώσεις τις βιαιοπραγίες τους·/ κι αφού στο ανάκτορό σου τους μνηστήρες/ σκοτώσεις δόλια ή φανερά με το αιχμηρό σου ξίφος,/ έπειτα πια να πορευθείς παίρνοντας καλοεφάρμοστο κουπί,/ ώσπου σ’ αυτούς να φτάσεις που δεν ξέρουνε τη θάλασσα/ κι ούτε τροφή μ’ αλάτι τρων ανάμεικτη·/ κι ούτε τα πορφυρόπλευρα τα πλοία γνωρίζουν/ κι ούτε τα εφαρμοστά κουπιά, που είναι φτερά στα πλοία./ Και θα σου πω κάποιο ολοφάνερο σημάδι, μη σου διαφύγει·/ όταν λοιπόν αφού σε συναντήσει κάποιος άλλος οδοιπόρος/ και πει ότι βαστάς στον όμορφό σου ώμο αχυρολιχνιστήρι,/ τότε αφού μπήξεις μες στη γη το εφαρμοστό κουπί,/ κι αφού στον άνακτα τον Ποσειδώνα σφάγια καλά θυσιάσεις,/ κριάρι, ταύρο κι επιβήτορα των χοίρων κάπρο,/ στον τόπο σου να πας και ιερές να κάνεις εκατόμβες/ στους αθάνατους θεούς, που τον ευρύ ουρανό κατέχουν,/ με την σειρά μάλιστα σ’ όλους· και μακριά απ’ το κύμα ο θάνατος/ τόσο ήσυχος θα ’ρθει, που θα σε πάρει/ κατάφορτον από ευτυχή γεράματα· και γύρω σου όλοι/ θα ’ναι πανευτυχείς· αυτά σου λέω τ’ αληθινά».[9]
Μετά την προφητεία του Τειρεσίου για το μέλλον, ο ήρως τον ρώτησε πώς μπορεί να πλησιάσει την ψυχή της μητέρας του. Ο μάντις αποκρίθηκε πως προϋπόθεση να έρθει ο νεκρός ήταν πρώτα να πιει το μαύρο αίμα από τα σφάγια.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Απολλόδωρος Γ, 3.
[2] Θανάσης Μαργαρίτης, Μύστες και Μάγοι στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Νέα Θέσις 1998.
[3] Παλαίφατος, Περί απίστων, εκδ. Κάκτος 1992.
[4] Οδυσσείας ο στ. 222-235 και o στ. 508-543. Επίσης, ρ στ. 151-165 και υ στ. 350-358, Ομήρου Οδύσσεια α’ τόμος, μτφρ. Γ.Δ. Ζευγώλη, εκδ. Πάπυρος 1957.
[5] Στίχοι από το ποίημα του Δ.Π. Παπαδίτσα «Σπορά στην μνήμη», από την συλλογή Η Ασώματη, Άπαντα, εκδ. Μέγας Αστρολάβος – Ευθύνη 1997.
[6] Στίχος από το ίδιο ποίημα.
[7] Καλλιμάχου, Ύμνοι, εισαγωγή, μτφρ. και σχόλια Θανάσης Παπαθανασόπουλος, εκδ. Νεφέλη 1996.
[8] Ομήρου Οδυσσείας, λ Νέκυια στ. 29-34, μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσας – Ελένη Λαδιά, εκδ. Αρμός 2004.
[9] Ό.π. στ. 90-137.


///////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////                                                        

 ( Γ ΄)



«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» 
της Ελένης Λαδιά   
Στην μνήμη της μητέρας της , Ευδοξίας Λαδιά.

                                                          (Μέρος Γ ΄) 
«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Γ’) της Ελένης Λαδιά



Τροφώνιος
«Βούιξε στο άντρο: γέλια οράσεις ψέμματα
χρησμοί μαντείες.»[1] Δ.Π. Παπαδίτσας
Για τον Τροφώνιο θρυλούνται τα εξής: Ο Εργίνος[2], βασιλεύς των Μινύων, μετά την ήττα του από τον Ηρακλέα κι έχοντας χάσει μεγάλο πλούτο, αφιέρωσε την ζωή του στην συγκέντρωση περιουσίας παραμελώντας όλα τα άλλα. Έτσι, έφτασε στα γηρατειά χωρίς να νυμφευθεί και να αποκτήσει παιδιά. Όταν πήγε στην Πυθία να ζητήσει χρησμό, εκείνη του μίλησε με παραβολές, αφού του επισήμανε πως ήλθε αργά. «Όμως, έστω και τώρα, βάλε νέα κεφαλή στον ιστοβολέα του αλετριού σου». Ο Εργίνος κατάλαβε το νόημα του χρησμού, νυμφεύτηκε νέα γυναίκα και απέκτησε δύο τέκνα: τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη. Ο Παυσανίας πίστευε το θρυλλούμενο πως ο Τροφώνιος ήταν γιος του Απόλλωνος. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, έγιναν περίφημοι κατασκευαστές για ιερά θεών και ανάκτορα θνητών. Έκτισαν τον ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς και το θησαυροφυλάκιο του Υριέως, όπου τα δύο αδέλφια τοποθέτησαν έξω από το τείχος έναν λίθο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να τον αφαιρούν μόνον οι ίδιοι. Έτσι, έκλεβαν κι ένα μέρος από τον θησαυρό του Υριέως. Εκείνος το κατάλαβε, έστησε παγίδα κι έπιασε τον Αγαμήδη. Τότε ο Τροφώνιος, φοβούμενος μήπως ο Αγαμήδης ομολογούσε και την δική του συμμετοχή, έκοψε το κεφάλι του αδελφού του. Αυτό βεβαίως, όπως και το φονικό του Θεοκλύμενου, δεν εμπόδισε στο χάρισμα της μαντείας. Η γη άνοιξε και κατάπιε τον Τροφώνιο, όπως κάποτε τον Αμφιάραο. Στα Βοιωτικά του ο Παυσανίας αναφέρει λεπτομερώς τα σχετικά με το Τροφώνιο άντρο. Όποιος, λοιπόν, ήθελε να κατεβεί στο ιερό του Τροφωνίου, έπρεπε να μείνει μερικές ημέρες σε ένα οίκημα, που ονομαζόταν του αγαθού Δαίμονος και της αγαθής Τύχης. Λουζόταν στον ποταμό Έρκυνα και τρεφόταν με τα κρέατα των θυσιών. Ένας μάντις προέλεγε από τα σπλάχνα των θυσιασμένων ζώων, αν ο Τροφώνιος θα ήταν ευμενής εις τον κατεβαίνοντα. Όταν οι οιωνοί ήταν καλοί, ο ενδιαφερόμενος κατέβαινε στο άντρο. Δύο νεανίσκοι δεκατριών ετών, γιοι πολιτών της Λεβαδείας, τον έλουζαν και τον άλειφαν με λάδι. Μετά τον έπαιρναν οι ιερείς και τον οδηγούσαν στις πηγές του νερού, που ήταν η μία κοντά στην άλλη. Εκεί έπρεπε να πιει από το νερό της Λήθης, για να ξεχάσει τα παλιά βάσανα και τις έγνοιες, και μετά από το νερό της Μνημοσύνης, για να θυμηθεί όλα όσα θα έβλεπε μες στο Τροφώνιον. Κατόπιν, ο ενδιαφερόμενος έβλεπε το άγαλμα του Τροφωνίου, το καμωμένο από τον Δαίδαλο, κι αφού προσευχόταν σε αυτό, πήγαινε προς το μαντείο φορώντας λινή πουκαμίσα, ζωσμένη με ταινίες, και ντόπια υποδήματα. Ο περιηγητής αναφέρει: «Το μαντείο είναι στο όρος, πάνω από το άλσος. Υπήρχε μια πλατφόρμα με κυκλικό περίγραμμα από λευκό μάρμαρο, της οποίας η περιφέρεια έχει τις διαστάσεις του πιο μικρού αλωνιού, και το ύψος της πλησιάζει τους δύο πήχεις. Μέσα στον περιφραγμένο χώρο υπήρχε χάσμα γης τεχνητό και καλοκτισμένο, με τέλειους τους αρμούς των λίθων. Για να κατέβει κανείς στο βάθος, του έφερναν μια σκάλα στενή και ελαφριά, διότι δεν υπήρχε κτιστή. Ο κατερχόμενος ξαπλώνεται ανάσκελα στο έδαφος, κρατώντας γλυκίσματα ζυμωμένα από κριθαράλευρο και μέλι, και βάζει πρώτα στην τρύπα τα πόδια του, για να συρθεί κατόπιν μέσα και ο ίδιος. Αν τα γόνατά του βρεθούν μες στην τρύπα, το υπόλοιπο σώμα έλκεται ευθύς ακολουθώντας τα γόνατα, όπως ένα πολύ μεγάλο και πολύ γρήγορο ποτάμι μπορεί να ρουφήξει τον άνθρωπο, που τον άρπαξε με την δίνη του. Όσοι κατεβαίνουν, γυρίζουν πίσω από το ίδιο στόμιο και βγάζοντας πρώτα τα πόδια» (Βοιωτικά 39.9). Ο χρηστηριαζόμενος που ανεβαίνει από το Τροφώνιο ακολουθεί μία καθιερωμένη διαδικασία. Οι ιερείς τον οδηγούν σε ένα κάθισμα, το λεγόμενο της Μνημοσύνης, που βρίσκεται κοντά στο άδυτο. Τον ρωτούν για όσα είδε και διδάχτηκε. Κατόπιν, τον παραδίδουν φοβισμένο στους οικείους του, που τον φέρνουν στο οίκημα του αγαθού Δαίμονος και της αγαθής Τύχης. Στην αρχή, ο τρομαγμένος άνθρωπος δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους. Πολύ αργότερα έβρισκε το γέλιο του. Γι’ αυτό και η φράση «εις Τροφωνίου μαντεύεται» σήμαινε τον άνθρωπο που βρισκόταν σε μελαγχολία. Ο Παυσανίας βεβαιώνει πως ο ίδιος χρηστηριάστηκε στο Τροφώνιον. Ο πιστός του Τροφωνίου ενδιαφερόταν να μάθει για την επίγεια ζωή. Το Τροφώνιο επισκέφτηκε, ως γράφει ο Φιλόστρατος, και ο Απολλώνιος ο Τυανεύς. Ο σοφός των Τυάνων βγήκε στην επιφάνεια της γης ύστερα από επτά ημέρες. Κανείς μέχρι τότε δεν κάθισε τόσο πολύ χρόνο. Στα χέρια του κρατούσε ένα βιβλίο, όπου υπήρχε η απάντηση στην ερώτησή του: «Ποια είναι κατά την γνώμη σου, Τροφώνιε, η αρτιότερη και καθαρότερη φιλοσοφία;» Το βιβλίο περιείχε τις γνώμες του Πυθαγόρου· απόδειξη πως το Μαντείο συμφωνούσε με την πυθαγόρεια φιλοσοφία. Για την φιλοσοφία, για το δαιμόνιο του Σωκράτους αλλά και για τα πάντα, αφού όλα είναι αξιοθαύμαστα, ήθελε να μάθει ο νεαρός Χαιρωνεύς, ο Τίμαρχος, και κατέβηκε στο Τροφώνιο άντρο. Τα τρία μερόνυχτα του Τιμάρχου περιγράφονται από τον Πλούταρχο στο σπουδαίο έργο του Περί του Σωκράτους δαιμονίου (κεφ.29 κ.ε.).
Κάλχας
«Περιφέρομαι, λοιπόν, στην Τροία μακρυμάλλης Αχαιός/ ή ξυρισμένος Αρπαλίων/ Έκτωρ στην καρδιά και Διομήδης στο χέρι, αλαλάζω κι/ αλαλάζω/ ο Κάλχας –φωνάζω–/ αχ, ο Κάλχας ο ψεύτης,/ κι ο Κάλχας είμαι εγώ/ Και βροντούν μες στο θάνατο οι πανοπλίες που τις σκυλεύει/ ο αδελφός/ κι ο αδελφός είμαι εγώ.» Δ.Π. Παπαδίτσας[3]
Κατά τον Όμηρο, η μαντεία του είχε μεγάλο εύρος: γνώριζε τα παρόντα, τα μέλλοντα και τα παρελθόντα (ος ήδη τα τ’ εόντα τα τ’ εσσόμενα προ τ’ εόντα). Η μαντοσύνη του συνδέεται με τα Τρωικά. Ο μάντις ήταν από τον πατέρα του Θέστορα (Κάλχας ο Θεστορίδης) θεϊκής καταγωγής. Καταγόταν από τις Μυκήνες ή από τα Μέγαρα. Ο Κάλχας πριν από την εκστρατεία εναντίον της Τροίας κακοκάρδισε τον Αγαμέμνονα στην Αυλίδα. Στην ευριπίδεια τραγωδία Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ο μάντις πληροφορεί τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα πως η Άρτεμις με τον σφοδρόν άνεμο εμπόδιζε τα πλοία να αποπλεύσουν, διότι ήταν οργισμένη. Ο Αγαμέμνων είχε σκοτώσει την αγαπημένη της έλαφο κι έτσι ζητούσε για αντάλλαγμα την θυσία της πρωτότοκης κόρης του, της Ιφιγένειας. Στην Α ραψωδία της Ιλιάδος, ο Κάλχας καλείται από τον Αχιλλέα να ανακαλύψει την αιτία του φοβερού λοιμού που έπεσε στο στρατόπεδο των Αχαιών μαζί με τα φοβερά βέλη του εκηβόλου Απόλλωνος. Αιτία ήταν πάλι ο Αγαμέμνων, διότι δεν έδινε την Χρυσηίδα, το έπαθλό του, στον πατέρα της, Χρύση, ιερέα του Απόλλωνος, ο οποίος με λύτρα και δάκρυα ζητούσε να εξαγοράσει την θυγατέρα του (ραψωδία Α, στ.69, 86, 105). Στην ραψωδία Β (στ.300, 322) ο μάντις Κάλχας μαντεύει πως το δέκατο έτος του πολέμου (είχαν ήδη περάσει τα εννέα και τα καράβια σάπιζαν) θα γινόταν η άλωση της Τροίας. Ο Απολλόδωρος[4] αναφέρει πως όταν ο Αχιλλεύς έγινε εννέα ετών, ο Κάλχας προφήτευσε πως ήταν αδύνατον να κυριευθεί η Τροία χωρίς αυτόν. Στην Επιτομή του δίνει και άλλες πληροφορίες. Όταν ο στρατός συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα, ύστερα από μία θυσία στον Απόλλωνα, ένα φίδι (δράκων) όρμησε από τον βωμό στην φωλιά που έφτιαξαν τα πουλιά στον κοντινό πλάτανο. Το φίδι έφαγε τα οκτώ στρουθία και ενάτη την μητέρα τους. Τότε ο Κάλχας προφήτευσε πως θα χρειάζονταν δέκα έτη για την άλωση της Τροίας. Σε άλλη προφητεία είπε πως δεν θα κυριευθεί το Ίλιον, αν δεν έχουν μαζί τους οι Έλληνες τα τόξα του Ηρακλέους. Ο Οδυσσεύς με τον Διομήδη πήγαν στην Λήμνο, όπου ζούσε ο Φιλοκτήτης με το πληγωμένο πόδι, παίρνει με δόλο τα τόξα και τον πείθει να τους ακολουθήσει. Ο Φιλοκτήτης πήγε στην Τροία και θεραπεύτηκε από τον Ποδαλείριο και με το τόξο σκότωσε τον Αλέξανδρο. Στο τέλος ο Αμφίλοχος, ο Κάλχας, ο Λεοντεύς, ο Ποδαλείριος και ο Πολυποίτης αφήνουν τα πλοία τους στο Ίλιον και φθάνουν διά ξηράς στον Κολοφώνα. Εκεί πέθανε και θάφτηκε ο μάντις Κάλχας. Κι όπως σε όλη του την ζωή έζησε με την μαντική του, πέθανε από αυτήν, διότι υπήρχε μια προφητεία (ίσως του Έλενου) πως ο Κάλχας θα πέθαινε, αν συναντούσε άλλον μάντι σοφότερό του. Όταν λοιπόν στον Κολοφώνα κατέλυσαν στον οίκο του μάντεως Μόψου, γιου του Απόλλωνος και της Μαντούς, θυγατέρας του Τειρεσίου, ο Μόψος λογομάχησε με τον Κάλχα για την μαντική. Μία από τις ιστορίες που διασώζονται είναι η εξής: Ο Κάλχας τον ρώτησε: «Πόσα σύκα έχει το δένδρο;» Ο Μόψος απάντησε: «Μια μυριάδα κι έναν μέδιμνο κι ένα σύκο περίσσιο».[5] Και βρέθηκαν σωστά. Κατόπιν, ρώτησε ο Μόψος τον Κάλχα για μία επίτοκη γουρούνα: «Πότε θα γεννήσει και πόσα μικρά έχει στην κοιλιά της;» Ο Κάλχας απάντησε: «Οκτώ». Ο Μόψος γέλασε και είπε πως αυτή η μαντεία ήταν αντίθετη από την σωστή. «Εγώ», του αποκρίθηκε χαμογελώντας, «ως γνήσιο τέκνο του Απόλλωνος και της Μαντούς, εμπλουτίζω διαρκώς την οξυδέρκειά μου και μαντεύω πως δεν έχει οκτώ μικρά στην κοιλιά, αλλά εννέα, και πως θα γεννήσει αύριο την έκτη ώρα». Κι όταν αυτό επαληθεύθηκε, ο Κάλχας πέθανε από θλίψη και θάφτηκε στο Νότιον.
Μία απομυθοποίηση της μαντείας βρίσκουμε στα λόγια του αγγέλου (αγγελιαφόρου) στην Ελένη του Ευριπίδου (στ.744-760) που απευθύνει στον Μενέλαο. «Αυτά θα γίνουν, βασιλιά μου, όμως/ ανόητες βλέπω οι μαντείες είναι,/ ψευτιές γεμάτες. Και καμιά δεν βγαίνει/ αλήθεια από τις φλόγες της θυσίας/ κι από το λάλημα πουλιώνε ούτε·/ πολύ ανόητο είναι να πιστεύεις/ πως τα πουλιά βοηθούνε τους ανθρώπους./ Καθόλου δεν εμίλησεν ο Κάλχας/ ουδέ σημάδι έδωσε κανένα/ στο στράτευμα, ενώ έβλεπε δικούς μας/ για χάρη να πεθαίνουν μιας νεφέλης,/ κι ο Έλενος, κι άδικα πάει η Τροία./ “Γιατί ο θεός τούς είχε εμποδίσει/να μιλήσουν;” θε να ’λεγε κανένας./ Να τρέχουμε ποιος λόγος στις μαντείες;/ Με τις θυσίες πρέπει να ζητάμε/ απ’ τούς θεούς τ’ αγαθά να μας δίνουν,/ και τις μαντείες να τις παρατάμε·/ σαν δόλωμα οι άνθρωποι τις βρήκαν/ για κέρδος, και ποτέ αργός κανένας/ δεν πλούτισε απ’ τις φλόγες της θυσίας·/ η κρίση η πιο σωστή κι η σωφροσύνη/ για μένα λογαριάζεται σαν μάντης.»[6]
Ίαμος
Στο ανατολικό αέτωμα από τον ναό του Διός στην Ολυμπία απεικονίζεται ένας σχεδόν ώριμος άνδρας. Τα μαλλιά του και τα γένια του, τόσο βοστρυχωτά σαν μικρά φιδάκια, στολίζουν το γαλήνιο πρόσωπό του. Το δεξί του χέρι με τα ανάγλυφα δάκτυλα ακουμπά στο μάγουλό του σε κίνηση στοχασμού. Λέγεται πως είναι ο Ίαμος, ο μάντις, ο πρώτος σε μία γενεά μάντεων, των Ιαμιδών, γιος και εγγονός θεών.[7] Στον 4ο Ολυμπιόνικο, ο Πίνδαρος μας διηγείται την ιστορία του. Η μητέρα του, Ευάδνη, ήταν θυγατέρα της Πιτάνης και του Ποσειδώνος. Η Πιτάνη έκρυβε την εγκυμοσύνη της κάτω από τα φαρδιά της ενδύματα και, μόλις γέννησε την Ευάδνη με τα βιολετιά μαλλιά, την έστειλε, βρέφος ακόμη, στον Αίπυτο, γιο του Ελάτου και βασιλέως της Φαισάνης στην Αρκαδία, κοντά στον Αλφειό ποταμό. Η Ευάδνη μεγάλωνε εκεί, αλλά είχε την τύχη της μητέρας της. Ήταν αγαπημένη του Απόλλωνος και έσμιγε μαζί του. Ο Αίπυτος αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της, οργίστηκε αλλά, σκεφτόμενος συνετότερα, πήγε στους Δελφούς για να λάβει χρησμό. Στο μεταξύ, η Ευάδνη μες στο δάσος, αφήνοντας καταγής την πορφυρή της ζώνη και το αργυρό λαγήνι, γέννησε το θεοφόρο αγόρι. Κατόπιν, το εγκατέλειψε με θλίψη έκθετο. Τότε δύο γλαυκόχρωμα φίδια προστάτευαν το παιδί, ταΐζοντάς το μέλι, σύμφωνα με την βουλή των θεών. Όταν επέστρεψε ο Αίπυτος από τους Δελφούς, ενδιαφέρθηκε για το παιδί, διότι έλεγε ο χρησμός πως ήταν γιος του Φοίβου Απόλλωνος και πως θα γινόταν μέγας μάντις, γενάρχης μια γενεάς μάντεων. Κανείς όμως δεν γνώριζε πού βρισκόταν. Το πενταήμερο βρέφος ήταν κρυμμένο μες στα βάτα και τα σχοίνα με το σώμα του δροσερό από το ξανθό και πορφυρό χρώμα των μενεξέδων. Γι’ αυτό και η μητέρα του, Ευάδνη, με τα βιολετιά μάτια, το ονόμασε Ίαμο, λουλουδένιο, μενεξεδένιο. Όταν μεγάλωσε ο Ίαμος, κατέβηκε μέχρι τα νερά του Αλφειού ποταμού ολομόναχος μέσα στην έρημη νύκτα, όπου επικαλέστηκε τον πάππο του Ποσειδώνα και τον πατέρα του Απόλλωνα να του δώσουν ένα χάρισμα χρήσιμο για τον ίδιο και τους ανθρώπους. Ο Απόλλων απάντησε μες στην νύκτα, λέγοντάς του να ακολουθήσει την φωνή του. Όταν έφτασαν κι οι δυο στον Κρόνιο βράχο, ο Απόλλων του χάρισε τον δίδυμο θησαυρό της μαντικής να ακούει την αψευδή φωνή του θεού. Κατόπιν τον συμβούλευσε, όταν ο Ηρακλής θα γινόταν ο ιδρυτής των Ολυμπιακών Αγώνων, να κτίσει εκεί ένα μαντείο. (Κατά τον Πίνδαρο, ιδρυτής των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ο γιος του Διός και της Αλκμήνης, του οποίου τα άθλα απεικονίζονται στις μετόπες του ναού του Διός στην Ολυμπία, και όχι ο Ιδαίος Δάκτυλος Ηρακλής κατά μία άλλη παράδοση. Ο μάντις Ίαμος, το βρέφος που μεγάλωσαν τα φίδια, αυτοί οι προπομποί της μαντείας, έγινε ο γενάρχης του ενδόξου σε ολόκληρη την Ελλάδα γένους των Ιαμιδών.)
Πρωτεύς
Γι’ αυτόν τον μάντι διηγείται ο Μενέλαος στον Τηλέμαχο, όταν ο τελευταίος τον επισκέφτηκε στην Σπάρτη, για να μάθει τα σχετικά με τον πατέρα του (Οδύσσεια δ, στ.349-570). «Θα σου πω τα πάντα αληθινά, όπως μου τα εξιστόρησε ο θαλάσσιος γέρων, ο αλάθητος», του υποσχέθηκε.
Οι θεοί κρατούσαν τον Μενέλαο στην Αίγυπτο, διότι τα σφάγια των θυσιών του δεν ήταν επαρκή και αψεγάδιαστα. Κι εκείνος λαχταρούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Υπήρχε ένα μικρό νησί μπροστά στην Αίγυπτο, ονομαζόταν Φάρος, κι είχε καλό λιμάνι για αγκυροβόλι. Εκεί κρατούσαν οι θεοί τον Μενέλαο είκοσι ημέρες, κι ακόμη δεν είχαν πνεύσει οι ούριοι θαλασσινοί άνεμοι. Όμως τον λυπήθηκε η Ειδοθέη, η θυγατέρα του δυνατού θαλασσίου γέροντος. Κάποια ώρα τον συνάντησε να περπατά ολομόναχο, ενώ οι σύντροφοί του ψάρευαν. Ρώτησε για την αιτία της θλίψης του κι αυτός της εκμυστηρεύθηκε την δυστυχία του. Η θαυμασία θεά τού είπε πως εδώ συχνάζει ο αθάνατος Πρωτεύς από την Αίγυπτο, ο οποίος γνωρίζει όλα τα βάθη της θάλασσας, είναι υπηρέτης του Ποσειδώνος και δικός της πατέρας. Αυτός θα μπορούσε να του πει τα πάντα. Ο Μενέλαος ρώτησε για τον τρόπο, με τον οποίον θα τον συναντούσε. «Λοιπόν εγώ, ξένε, θα σου μιλήσω με πολλήν ειλικρίνεια. Όταν ο ήλιος βρίσκεται στη μέση τ’ ουρανού, τότε βαδίζει μες στα κύματα ο θαλασσινός γέρος που ξέρει την αλήθεια, τυλιγμένος στους μαύρους κυματισμούς που κάνει με την πνοή του ο Ζέφυρος, και βγαίνοντας κοιμάται σε βαθουλές σπηλιές. Κοπάδια οι φώκιες, τα παιδιά της όμορφης θαλασσινής θεάς, κοιμούνται ολόγυρά του, πηδώντας μέσ’ από τ’ αφρισμένα κύματα, κι ανασαίνουνε βαριά τη μυρουδιά του πάτου της θάλασσας. Εκεί θα σε οδηγήσω εγώ μόλις φτάση η αυγή και στη σειρά θα σας βάλω να πλαγιάσετε· συ όμως να διαλέξης τρεις συντρόφους σου, τους καλύτερους που σου βρίσκονται στα γερά καράβια.»[8] Ύστερα από αυτή την ποιητική περιγραφή, η Ειδοθέη τον προειδοποιεί για τα τεχνάσματα του θαλασσίου γέροντος μέσα από μία σειρά μεταμορφώσεων. Θα γίνει κάθε τι από τα ζωντανά πλάσματα, νερό και φλόγα, κι όλα τα στοιχεία. (Ο Πρωτεύς χρησιμοποιεί τις μεταμορφώσεις, όπως η Θέτις όταν ήθελε να αποφύγει τον Πηλέα, καθώς και όλες οι θεότητες του νερού. Υποθέτω πως αυτό συμβαίνει, διότι και το καθαυτό στοιχείο τους, το ύδωρ, δημιουργεί ποικίλες διακυμάνσεις στις επιφάνειες.)
Ο Μενέλαος έπραξε όσα συμβούλευσε η θεά και πλάγιασε ανάμεσα στις φώκιες, καθώς και οι συντρόφοι του, όλοι ντυμένοι με τα τομάρια των θαλασσίων κητών. Όταν ο αλάθητος γέρων έπεσε για ύπνο ανάμεσα στις φώκιες του, ανήξερος για το τέχνασμα των ηρώων, εκείνοι όρμησαν με φωνές και τον έπιασαν. Ο Πρωτεύς άρχισε το παιχνίδι των μεταμορφώσεων: έγινε λέων πυκνοχαίτης, κι ύστερα όφις, πάνθηρ και μέγας αγριόχοιρος· έγινε ρέον ύδωρ και δένδρο υψηλόφυλλο. Όταν κουράστηκε ο θαλάσσιος γέρων, ρώτησε τον Μενέλαο τι ζητούσε. Κι όταν ο ήρωας του είπε για τα δεινά του, ο αλάθητος Πρωτεύς τον συμβούλευσε να ξαναγυρίσει στα ρεύματα του θεϊκού ποταμού Αίγυπτου και να προσφέρει πλούσιες θυσίες στους θεούς, διότι τότε μόνον θα του δώσουν το ταξίδι της επιστροφής. Ράγισε η καρδιά του Μενελάου που θα ξαναπήγαινε εκεί, σε αυτό το δύσκολο κι επίπονο ταξίδι. Κατόπιν, ρώτησε τον γέροντα αν πέθαναν η επέστρεψαν οι σύντροφοι από την Τροία, όταν εκείνος έφυγε με τον Νέστορα. Ο θαλάσσιος γέρων τού είπε να μην ρωτά τέτοια πράγματα, διότι πικρά θα κλάψει. Πολλοί από τους ήρωες δεν γύρισαν, διότι σκοτώθηκαν. Ο Αίας του Οϊλέως κινδύνεψε, μέχρι που πνίγηκε στην απέραντη θάλασσα. Στην αρχή ο Ποσειδών έκανε να χτυπήσει το πλοίο με τα μεγάλα κουπιά πάνω στις Γυρές πέτρες, αλλά τον γλίτωσε. Και θα απέφευγε τον θάνατο, μολονότι τον μισούσε η Αθηνά, αν δεν ήταν τόσο αλαζών και καυχησιάρης, πιστεύοντας πως μόνος του γλίτωσε από την θάλασσα κι όχι με θεϊκή βοήθεια. Τότε οργισμένος ο Ποσειδών χτύπησε τις Γυρές πέτρες με την τρίαινά του. Ο Φιλόστρατος αναφέρει πως οι Γυρές πέτρες ήταν βράχοι που υψώνονταν στο Αιγαίο πέλαγος. Στις Εικόνες του περιγράφει τον πίνακα: «Η θάλασσα είναι λευκή από τα κύματα· οι βράχοι είναι σκαμμένοι από το συνεχές χτύπημα της θάλασσας· φλόγες ξεπηδούν από το μέσο του καραβιού (του Αίαντος) και, καθώς ο άνεμος τις φουντώνει, το πλοίο συνεχίζει να πλέει σαν να χρησιμοποιεί την φωτιά ως πανί.»[9] Κι ο Αίας λες και συνέρχεται από την μέθη του, κοιτάζει το πέλαγος χωρίς να βλέπει ούτε το πλοίο ούτε την στεριά. Δεν τον νοιάζει και δεν φοβάται για τον θυμωμένο Ποσειδώνα που πλησιάζει, διότι είναι γεμάτος από την δύναμη του κομπασμού του. Ο θεός πετά την τρίαινα και κομματιάζει το τμήμα του βράχου, όπου καθόταν ο ήρωας. Οι υπόλοιπες Γυρές όμως θα παραμείνουν στην θάλασσα. Ο θαλάσσιος γέρων μαντεύει και το τέλος του Αγαμέμνονος, την δολοφονία από τον Αίγισθο. Ο Μενέλαος ακούγοντας τα λόγια του σπαράζει και κλαίει καθισμένος στην άμμο. Του είπε ακόμη πως με την μαντική του δύναμη βλέπει τον Οδυσσέα να θρηνεί στο νησί της Καλυψούς, διότι η νύμφη τον κρατούσε αιχμάλωτο.
Στο τέλος, απεκάλυψε στον Μενέλαο πως ο θάνατός του δεν θα συμβεί στο αλογοτρόφο Άργος, αλλά οι θεοί θα τον στείλουν στα Ηλύσια πεδία, στην άκρη της γης, όπου είναι κι ο Ραδάμανθυς. Στον τόπο αυτό δεν πέφτει ούτε βροχή, ούτε χιόνι κι ούτε χειμώνας έρχεται, παρά μόνον το φύσημα του Ζεφύρου σκορπά δροσιά. Εκεί θα μείνει, διότι έχει γυναίκα την Ελένη και είναι γαμβρός του Διός.
Ο Μενέλαος έπραξε ό,τι του είπε ο θαλάσσιος, αλάθητος γέρων. Ξαναγύρισε στον θεϊκό ποταμό Αίγυπτο και πρόσφερε θυσίες στους θεούς, πλούσιες και αψεγάδιαστες, ύψωσε μνήμα στον Αγαμέμνονα, για να διαλαλεί το κλέος του, και στο τέλος με ούριο άνεμο επέστρεψε στην προσφιλή του πατρίδα.
Μαντώ
Ήταν θυγατέρα του Τειρεσίου και περίφημη οιωνοσκόπος. Συνδέεται με την εκστρατεία των Επιγόνων εναντίον των Θηβών. Στον επικό κύκλο Επίγονοι[10] αναφέρεται: Οι συγγραφείς της Θηβαΐδος γράφουν πως η Μαντώ στάλθηκε από τους Επιγόνους στους Δελφούς, ως η πρώτη των απαρχών (των προσφορών) και πως, κατά τον χρησμό του Απόλλωνος, όταν έφυγε από εκεί συνάντησε τον Ράκιο, τον γιο του Λέβητος, από μυκηναϊκό γένος. Τον παντρεύτηκε, διότι κι αυτό περιελάμβανε ο χρησμός, να παντρευθεί όποιον συναντήσει. Όταν έφθασε στην Κολοφώνα, ήταν πολύ μελαγχολική και δακρυσμένη για την καταστροφή της πατρίδας της. Η ιωνική πόλη Κολοφών βρισκόταν στο Γαλλήσιο όρος.[11] Εκεί υπήρχε το άλσος του Κλαρίου Απόλλωνος, όπου κάποτε υπήρχε μαντείο. Η Μαντώ μαζί με τον γιο της Μόψο ίδρυσε τον ναό του Απόλλωνος στην Κλάρο. Ο Μόψος επονομάσθηκε Μόψος ο Κλάριος. Κατά τον Αρτεμίδωρο, συνεχίζει ο Στράβων, κοντά στους Σολούς ήταν και η Μαλλός, πόλη κτισμένη ψηλά από τον Μόψο, περίφημο μάντι, τέκνο του Απόλλωνος και της Μαντούς, και τον Αμφίλοχο, μάντι επίσης, γιο του Αμφιαράου και της Εριφύλης. Στο τέλος, οι δύο μάντεις μονομάχησαν και πέθαναν, διότι η έρις τους δεν αφορούσε μόνον την μαντική αλλά και την εξουσία. Τους έθαψαν και σε τάφους που να μην αντικρίζονται ποτέ.
Ο Παυσανίας γράφει στα Βοιωτικά (10,3) πως στον ναό του Ισμηνίου Απόλλωνος υπήρχε ένας λίθος, όπου πάνω του καθόταν η Μαντώ, η κόρη του Τειρεσίου. Αυτός ο λίθος βρισκόταν μπροστά στην είσοδο και μέχρι τις ημέρες του περιηγητή ονομαζόταν «Μαντούς δίφρος». Ο σχολιαστής του Παυσανίου Νικόλαος Παπαχατζής γράφει πως ήταν ένας λίθος με υποτυπώδη λάξευση, πάνω στον οποίο υπέθεταν πως καθόταν η Μαντώ και χρησμοδοτούσε. Υπηρέτησε ως Σίβυλλα στον ναό των Δελφών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης[12] αναφέρεται κυρίως στην δελφική περίοδο της μάντισσας, ονομάζοντάς την Δάφνη και αποδίδοντάς της την ιδιότητα της Σίβυλλας. Η Μαντώ, χαρισματική από την φύση της, έγραψε παντοειδείς χρησμούς, εξαιρετικούς στην δομή τους. Λέγεται μάλιστα πως και ο Όμηρος οικειοποιήθηκε στίχους της, για να κοσμήσει την ποίησή του. Επειδή χρησμοδοτούσε πέφτοντας σε έκσταση, την ονόμαζαν Σίβυλλα, διότι η θεοπνευστία αποδίδεται σε κάποια γλώσσα με την λέξη «σιβυλλαίνειν» (το γαρ ενθεάζειν κατά γλώτταν υπάρχειν σιβυλλαίνειν).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Δ.Π. Παπαδίτσας, ποίημα «Τίμαρχος» από Αχερουσία ή ένας μονόλογος του Μενίππου και άλλα ποιήματα 1974, Άπαντα, εκδ. Μέγας Αστρολάβος. Βλ. επίσης Ελένης Λαδιά, Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων, καθώς και (εξαντλημένο) Ποιητές και αρχαία Ελλάδα (Σικελιανός, Σεφέρης, Παπαδίτσας), εκδ. Οι εκδόσεις των Φίλων 1983.
[2] Παυσανίου Βοιωτικά 37, 5-7.
[3] Στίχοι του Δ.Π. Παπαδίτσα από το ποίημα «Φαινόμενα» της συλλογής Η Ασώματη, Άπαντα, εκδ. Μέγας Αστρολάβος – Ευθύνη 1997.
[4] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Γ,8 και Επιτομή 3,15.
[5] Απολλοδώρου Επιτομή 6,2.
[6] Ευριπίδου Ελένη, εμπεριστατωμένη εισαγωγή, μτφρ. και σχόλια του Ερρίκου Χατζηανέστη, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος 1989.
[7] Πινδάρου 4ος Ολυμπιόνικος, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκ. Κάκτος 2001. Επίσης, στην Ελληνική Μυθολογία τ.3 του Ι. Κακριδή, βλ. το άρθρο του Μ. Κοπιδάκη, «Ίαμος». Επίσης, Παυσανίου Ηλιακά 2,4-6.
[8] Ομήρου Οδυσσείας ραψωδία δ, στ.399-409, μτφρ. Γ.Δ. Ζευγώλη, εκδ. Πάπυρος 1957.
[9] Φιλοστράτου Εικόνες, εκδ. Κάκτος 1992.
[10] Hesiod, The homeric hymns and homerica, tran. H.G. Evelyn-White 1982.
[11] Στράβωνος Γεωγραφικά 14,27.
[12] Διοδώρου Σικελιώτου Δ’, 66, 5-6.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής . (Από το έργο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καρμαζοφ»


Ο Μέγας Ιεροεξεταστής .

............................................


Μιλά ο Ιβάν Καραμάζωφ στον αδερφό του Αλιόσα

Τὸ ποίημά μου ἔχει τοῦτο τὸν τίτλο! «Ὁ Μέγας Ἱεροεξαταστής» εἶναι ἀνόητο, μὰ θέλω νὰ σοῦ τὸ πῶ. (Ἀναφέρεται πρὸς τὸν ἀδελφό του Ἀλιόσα)

– Μιὰ εἰσαγωγὴ εἶναι ὡστόσο ἀπαραίτητη ἀπὸ φιλολογικῆς πλευρᾶς. Ἡ δράση ἐξελίσσεται στὸν 16ο αἰῶνα. Ξέρεις πὼς ἐκείνη τὴν ἐποχὴ συνήθιζαν νὰ παρεμβάλλουν στὰ ποιήματα οὐράνιες δυνάμεις. Δὲ μιλῶ γιὰ τὸν Ντάντε. Στὴ Γαλλία οἱ κληρικοὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων, κι οἱ καλόγεροι ἔδιναν παραστάσεις βγάζοντας στὴ σκηνὴ τὴ Μαντόνα, ἄγγελους κι ἅγιους, τὸ Χριστό, καὶ τὸ Θεό. Βέβαια αὐτὰ ἦταν θεάματα ὅλο ἀφέλεια καὶ πρωτογονισμό. Στὴν «Παναγία τῶν Παρισίων» τοῦ Βικτὸρ Οὐγκὼ πρὸς τιμὴν τῆς γέννησης τοῦ διαδόχου του θρόνου, τὴν ἐποχὴ τοῦ Λουδοβίκου ΧΙου, στὸ Παρίσι, ὁ λαὸς προσκαλοῦνταν νὰ παρακολουθήσει μία παράσταση διδακτική, ὁλότελα δωρεάν: «Τὴν Καλὴ Κρίση τῆς Παναγιωτάτης καὶ Κεχαριτωμένης Παρθένου Μαρίας. «Σ᾿ αὐτὸ τὸ «Μυστήριο» ἡ Παναγία ἐμφανιζόταν αὐτοπροσώπως καὶ πρόφερε τὴν καλὴ κρίση της. Σ᾿ ἐμᾶς, ἐδῶ στὴ Μόσχα, πρὶν ἀπ᾿ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Πέτρου, ἔδιναν ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ παραστάσεις τέτοιου εἴδους, ποὺ τὶς δανείζοντας προπάντων ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἐξάλλου κυκλοφοροῦσαν ἕνα πλῆθος ἀφηγήματα, ποιήματα, ὅπου φιγουράριζαν ἀνάλογα μὲ τὴν περίσταση καὶ τὶς ἀνάγκες, ἅγιοι κι ἄγγελοι, μιὰ ὁλόκληρη στρατιά. Στὰ μοναστήρια μας πάλι, μετάφραζαν, ἀντέγραφαν τοῦτα τὰ ποιήματα, ἔγραφαν ἀκόμη καὶ καινούργια κι ὅλ᾿ αὐτὰ κάτω ἀπὸ τὴν Ταταρικὴ κατοχή. Λόγου χάρη, ὑπάρχει ἕνα τέτοιο μικρὸ μοναστηριακό, ἂς ποῦμε, ποίημα, ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία τὄχουν μεταφράσει ἀπὸ τὰ ἑλληνικά: «Ἡ Παρθένος ὁμιλεῖ πρὸς τοὺς κολασμένους», μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχουν Δαντικὴ δύναμη. Ἡ Παρθένος ἐπισκέπτεται τὴν Κόλαση, καθογηγούμενη ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ. Βλέπει τοὺς κολασμένους καὶ τὰ βασανιστήριά τους. Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ὑπάρχει καὶ μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα κατηγορία ἁμαρτωλῶν, ποὺ βρίσκονταν σὲ μία λίμνη φωτιᾶς. Μερικοὶ βουλίαζαν σ᾿ αὐτὴ τὴ λίμνη καὶ δὲν ξαναφαίνονταν πιά· «αὐτοὶ ξεχάστηκαν κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό», ἔκφραση ποὺ κρύβει βαθύτητα, καὶ ζωντάνια μοναδική. Ἡ Παρθένος συγκινημένη, πέφτει γονατιστὴ μπρὸς στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ ζητᾷ χάρη γιὰ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ εἶδε στὴν Κόλαση, χωρὶς ἐξαίρεση… Ὁ διάλογος μὲ τὸ Θεὸ ἔχει πολὺ ἐνδιαφέρον. Τὸν ἱκετεύει, ἐπιμένει, κι ὅταν ὁ Θεὸς τῆς δείχνει τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ γιοῦ της, ποὺ εἶναι τρυπημένα ἀπὸ τὰ καρφιὰ καὶ τὴ ρωτᾷ: «Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ συγχωρήσω τοὺς δημίους του»; – ἐκείνη διατάσσει ὅλους τοὺς ἁγίους κι ὅλους τοὺς μάρτυρες, κι ὅλους τοὺς ἀγγέλους νὰ πέσουν στὰ γόνατα μαζί της καὶ νὰ παρακαλέσουν νὰ δοθεῖ χάρη σ᾿ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς χωρὶς ἐξαίρεση. Τελικὰ πετυχαίνει νὰ σταματήσουν τὰ βασανιστήρια, κάθε χρόνο ἀπ᾿ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ὡς τὴν Πεντηκοστή, κι οἱ κολασμένοι ἀπὸ τὰ ἔγκατα εὐχαριστοῦν τὸ Θεὸ καὶ φωνάζουν: «Κύριε! Ἡ τιμωρία μας εἶναι δίκαιη! «Ἔ, λοιπόν, τὸ μικρό μου ποίημα, θἆταν κάπως ἔτσι, ἂν εἶχε γραφτεῖ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Ἐμφανίζεται ὁ Θεός, δὲ λέει τίποτα παρὰ μόνο περνᾷ πάνω ἀπ᾿ τὴ σκηνή. Δεκαπέντε αἰῶνες ἔχουν κυλήσει ἀπὸ τότε ποὺ ὑποσχέθηκε νὰ ξαναγυρίσει στὴ βασιλεία Του, ἀπὸ τότε ποὺ ὁ προφήτης του ἔγραψε: « Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης οὐδεὶς γιγνώσκει οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν εἰμὴ μόνον ὁ Πατὴρ ἐμοῦ», σύμφωνα μὲ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴ γῆ. Κι ἡ ἀνθρωπότητα τὸν περιμένει μὲ τὴν ἴδια τὴν ἀλλοτινὴ πίστη, μιὰ πίστη πιὸ φλογερὴ ἀκόμη, γιατί δεκαπέντε αἰῶνες ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε ποὺ οἱ οὐρανοὶ ἔπαψαν νὰ προσφέρουν ἐγγυήσεις στὸν ἄνθρωπο:

«Πίστευε ὅσα ἡ καρδιὰ σοῦ λέει
ἐγγύηση ἄλλη ὁ Οὐρανὸς δὲ δίνει»

«Εἶν᾿ ἀλήθεια πὼς πολλὰ θαύματα γίνηκαν τότε: «ἅγιοι γιάτρευαν τὸν κόσμο, ἡ Βασίλισα τῶν Οὐρανῶν κατέβαινε κι ἐπισκεπτόταν ὁρισμένους δίκαιους, ἂν δώσουμε πίστη στὸ «βίο» τους. Μὰ ὁ διάβολος δὲν κοιμᾶται· ἡ Ἀνθρωπότητα ἄρχισε συχνὰ ν᾿ ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν αὐθεντικότητα αὐτῶν τῶν θαυμάτων. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ γεννιέται στὴ Γερμανία μιὰ τρομακτικὴ αἵρεση ποὺ ἀρνιέται τὰ θαύματα. «Καὶ ἔπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀστὴρ μέγας καιόμενος ὡς λαμπὰς (ἡ Ἐκκλησία προφανῶς!) καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τὸ τρίτον τῶν ποταμῶν καὶ ἐπὶ τὰς πηγᾶς τῶν ὑδάτων καὶ κατέστησε ταῦτα πικρὰ «Ἡ πίστη τῶν πιστῶν ὅμως διπλασιάσθηκε. Τὰ δάκρυα τῆς ἀνθρωπότητας ὑψώθηκαν πρὸς ἐκεῖνον ὅπως ἄλλοτε… Ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσους αἰῶνες, ἡ ἀνθρωπότητα παρακαλεῖ μὲ πάθος καὶ φλόγα: «Κύριε καὶ Θεέ μου πρόσελθε!», ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσους αἰῶνες, φωνάζει στὸ Θεὸ νὰ θελήσει μέσα στὴν ἀπέραντη ἐλεημοσύνη του, νὰ προστρέξει κοντὰ στοὺς πιστούς του. Πρίν, εἶχε κιόλας ἐπισκεφθεῖ τοὺς δίκαιους, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ἅγιους ἀναχωρητές, ὅπως ἀναφέρουν οἱ βιογράφοι τους. Σ᾿ ἐμᾶς, ὁ Τιοῦτσεφ ποὺ πίστευε βαθιὰ στὴν ἀλήθεια τῶν λόγων του, διακήρυξε ὅτι:

«Καταπονημένος ἀπ᾿ τοῦ σταυροῦ τὸ βάρος
ὁ βασιλιὰς τῶν Οὐρανῶν, μὲ τοῦ ταπεινοῦ τὸ θάρρος ᾖρθε,
πατρική μου γῆ, νὰ σὲ διασχίσει
κι ὁλόκληρη ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη νὰ σ᾿ εὐλογήσει».

Μὰ νὰ ποὺ θέλησε νὰ παρουσιαστεῖ γιὰ μία στιγμὴ τουλάχιστο στὸν ταπεινωμένο κι᾿ ἐξαθλιωμένο λαό, στὸ λαὸ ποὺ σερνόταν μέσα στὴν ἁμαρτία, μὰ ποὺ τὸν ἀγαποῦσε μ᾿ ἀφέλεια. Ἡ δράση λοιπὸν ἐξελίσσεται στὴν Ἱσπανία, στὴ Σεβίλλη, στὴν πιὸ τρομερὴ ἐποχὴ τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, ὅταν κάθε μέρα ἄναβαν φωτιὲς κι ἔκαιγαν ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κι ὅπου:

«Σ᾿ ὑπέροχες λαμπαδιαστὲς φωτιὲς
ἔκαιγαν τὶς τρομερὲς αἱρετικές»

«Ὤ, μὰ δὲν ἦταν ἔτσι ποὺ ὑποσχέθηκε νὰ ξαναγυρίσει, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων, μὲ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, σ᾿ ὅλη του τὴν οὐράνια δόξα, ξαφνικά, «καθὼς ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν». Ὄχι, θέλησε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὰ παιδιά του στὸν ἴδιο τὸν τόπο, ὅπου ἔκαιγαν οἱ φωτιὲς γιὰ τοὺς αἱρετικούς. Μέσα στὴν ἀπέραντη ἐλεημοσύνη του, ξαναγυρίζει κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴ μορφὴ ποὺ εἶχε κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τριῶν χρόνων τῆς δημόσιας ζωῆς του. Νἄτον ποὺ κατεβαίνει τοὺς ἠλιολουσμένους δρόμους αὐτῆς τῆς μεσογειακῆς πόλης, ὅπου ἀκριβῶς τὴν παραμονή, μπροστὰ στὸ βασιλιά, τοὺς αὐλικούς, τοὺς ἱππότες, τοὺς καρδινάλιους, καὶ τὶς πιὸ χαριτωμένες κυρίες τῆς Αὐλῆς, ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστὴς ἔβαλε νὰ κάψουν μία ἑκατοστὴ αἱρετικοὺς «Ad Majorem Dei Gloriam». Ἐμφανίζεται ἀθόρυβα, χωρὶς νὰ τὸν προσέξει κανένας καί- πρᾶγμα παράξενο- ὅλοι τὸν ἀναγνωρίζουν. Αὐτὸ θὰ γινόταν ἕν᾿ ἀπὸ τὰ καλύτερα κομμάτια τοῦ ποιήματός μου, χωρὶς βέβαια νὰ κάτσω νὰ ἐξηγήσω τὸ λόγο. Ὁ λαὸς σὰ νὰ τὸν τραβοῦσε μία ἀκατανίκητη δύναμη, ὅλοι μαζεύονται στὸ πέρασμά του καὶ τὸν ἀκολουθοῦν. Σιωπηλός, περνᾷ καταμεσὶς τοῦ πλήθους, μ᾿ ἕνα χαμόγελο ἀπέραντης συμπάθειας. Ἡ καρδιά του πλημμυρίζει ἀπὸ ἀγάπη, τὰ μάτια του ἀντανακλοῦν τὴ Γνώση, τὸ Φῶς, τὴ Δύναμη, ποὺ φωτίζουν καὶ ξυπνοῦν τὴν ἀγάπη στὶς καρδιές, τοὺς ἁπλώνει τὰ χέρια, τοὺς εὐλογεῖ, μιὰ ἀρετὴ ἐξυγίανσης βγαίνει ἀπ᾿ τὴν κάθε ἐπαφὴ μαζί του κι᾿ ἀκόμη ἀπ᾿ τὰ φορέματά του. Ἕνας γέρος, τυφλὸς ἀπ᾿ τὰ παιδικά του χρόνια φωνάζει μέσ᾿ ἀπὸ τὸ πλῆθος: «Κύριε θεράπευσέ με καὶ θὰ δῶ». Ὁ λαὸς χύνει δάκρυα χαρᾶς καὶ φιλᾷ τὸ χῶμα ὅπου πατᾷ. Ἀπ᾿ τὰ μάτια τοῦ γέρου πέφτει ἕνα φλούδι κι ἐκεῖνος βλέπει. Τὰ παιδιὰ σκορπίζουν λουλούδια στὸ πέρασμά του καὶ φωνάζουν «Ὡσαννά!» Ἐκεῖνος, φωνάζουν. Εἶναι Ἐκεῖνος! δὲν μπορεῖ παρὰ νἆναι Ἐκεῖνος. Σταματᾷ στὴν πλατεῖα τῆς Μητρόπολης τῆς Σεβίλλης τὴ στιγμὴ ποὺ φέρνουν ἕνα μικρὸ ἄσπρο φέρετρο, ὅπου ἀναπαύεται ἡ ἑφτάχρονη μοναχοκόρη κάποιου προύχοντα. Ἡ νεκρὴ εἶναι σκεπασμένη μὲ λουλούδια. «Θ᾿ ἀναστήσει τὸ παιδί σου», φωνάζουν ἀπ᾿ τὸ πλῆθος, κι ἡ μητέρα κλαίει. Ὁ παπὰς ποὺ προχωρεῖ μπρὸς ἀπ᾿ τὸ φέρετρο, κοιτάζει μ᾿ ἕνα ὕφος συγχυσμένο καὶ ζαρώνει τὰ φρύδια. Ξαφνικά, μιὰ φωνὴ ἀντηχεῖ, ἡ μητέρα ρίχνεται στὰ πόδια του: «Ἂν εἶσαι Ἐσύ, ἀνάστησε τὸ παιδί μου!» καὶ τοῦ ἁπλώνει τὰ χέρια της. Ἡ πομπὴ σταματᾷ, ἀφήνουν τὸ φέρετρο πάνω στὶς πέτρες τῆς πλατείας. Τὸ κοιτάζει μὲ οἶκτο, τὸ στόμα του προφέρει γιὰ μία φορὰ ἀκόμη: «Ταλιθὰ κούμμι, καὶ ἡ κόρη ἐγείρεται». Ἡ νεκρὴ σηκώνεται, κάθεται καὶ κοιτάζει γύρω της μὲ ὕφος κατάπληκτο, χαμογελαστή. Κρατεῖ ἀκόμη στὰ χέρια της τὸ μπουκέτο μὲ τ᾿ ἄσπρα τριαντάφυλλα, ποὺ συνηθίζουν νὰ δίνουν στοὺς νεκρούς. Μέσα στὸ πλῆθος, ὅλοι ἔχουν ταραχτεῖ, φωνάζουν, κλαῖνε. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ περνᾷ ἀπὸ τὴν πλατεῖα ὁ καρδινάλιος Μέγας Ἱεροεξεταστής. Εἶν᾿ ἕνας ψηλὸς γέρος, σχεδὸν αἰωνόβιος, μὲ στεγνὸ πρόσωπο, μάτια χωμένα στὶς κόγχες, μὰ ποὺ μέσα του λάμπει ἀκόμη μιὰ σπίθα. Δὲ φορεῖ πιὰ ἐκείνη τὴν περίλαμπρη στολή, ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ξεχωρίζει χτὲς μέσα στὸ πλῆθος, τὴν ὥρα ποὺ ἔκαιγαν τοὺς ἐχθροὺς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας· ἔχει ξαναβάλει τὸ παλιό, ἀσκητικό του ράσο. Οἱ βοηθοί του κι ὁ Μέγας Σκευοφύλακας τὸν ἀκολουθοῦν ἀπὸ ἀπόσταση, ὅλο σεβασμό. Σταματᾷ πλάι στὸ πλῆθος καὶ κοιτάζει ἀπὸ μακριά. Τὰ εἶδε ὅλα, τὸ φέρετρο ἀκουμπισμένο μπροστά Του, τὴν ἀνάσταση τοῦ κοριτσιοῦ, καὶ τὸ πρόσωπό του σκοτεινιάζει… Ζαρώνει τὰ πυκνά του φρύδια καὶ στὰ μάτια του ἀστράφτει μία τρομερὴ φλόγα. Τὸν δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο καὶ διατάζει τοὺς φρουρούς του νὰ τὸν πιάσουν. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ δύναμή του καὶ ὁ λαὸς τόσο συνηθισμένος νὰ τὸν ὑπακούει, ποὺ ὅλοι παραμερίζουν, ὑπακούουν τρέμοντας· μέσα σε μία θανάσιμη σιωπή, οἱ χωροφύλακες τὸν πιάνουν καὶ τὸν φέρνουν μπροστά του. Σὰν ἕνας ἄνθρωπος ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος γονατίζει μπρὸς στὸ Μεγάλο Ἱεροεξεταστὴ ποὺ σηκώνει τὸ χέρι του καὶ τὸν εὐλογεῖ κι ὕστερα χωρὶς νὰ πεῖ μία λέξη ἐξακολουθεῖ τὸ δρόμο του. Ὁδηγοῦν τὸν Κρατούμενο στὸ θλιβερὸ καὶ παλιὸ κτίριο τῆς Ἁγίας Σκεύης, καὶ τὸν κλείνουν ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα μικρὸ ὑπόγειο κελλί. Ἡ ἡμέρα περνᾷ κι ἔρχεται ἡ νύχτα, μιὰ νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστὴ κι ἀποπνικτική. Ὁ ἀγέρας εἶναι πλημμυρισμένος ἀπ᾿ τὶς μυρωδιὲς ποὺ ξεχύνουν οἱ ροδοδάφνες καὶ οἱ πορτοκαλλιές. Μέσα στὰ σκοτάδια, ἡ σιδερένια πόρτα τοῦ κελλιοῦ ἀνοίγει, καὶ παρουσιάζεται ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστὴς μ᾿ ἕνα δαυλὸ στὸ χέρι. Σταματᾷ στὸ σκαλοπάτι, παρατηρεῖ γιὰ πολλὴν ὥρα τὴν Ἁγία Μορφή, τελικὰ πλησιάζει, ἀκουμπᾷ τὴ δᾴδα πάνω στὸ τραπέζι καὶ τοῦ λέει: «Ἐσύ; Εἶσαι Ἐσύ;» Μὴν παίρνοντας ἀπάντηση προσθέτει γρήγορα: «Μὴ λὲς τίποτα, πάψε. Ἄλλωστε τί θὰ μποροῦσες νὰ πεῖς; Τὰ ξέρω ὅλα πολὺ καλά. Καὶ δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσεις οὔτε μία λέξη στὰ ὅσα εἶπες ἄλλοτε. Γιατί ᾖρθες νὰ μᾶς ἀναστατώσεις; Γιατί, ναί, μᾶς ἀναστατώνεις, καὶ τὸ ξέρεις πολὺ καλά. Ἀλλὰ ξέρεις τί θὰ συμβεῖ αὔριο; Ἀγνοῶ ποιὸς εἶσαι κι οὔτε θέλω νὰ τὸ ξέρω: εἶσ᾿ Ἐσὺ ἢ μόνο τὸ ὁμοίωμά Σου; Ὅμως αὔριο θὰ σὲ καταδικάσω καὶ θὰ καεῖς στὴν πυρά, ὅπως ὁ χειρότερος τῶν ἁμαρτωλῶν, κι αὐτὸς ὁ ἴδιος λαὸς ποὺ σοῦ φιλοῦσε τὰ πόδια, θὰ ξεχυθεῖ αὔριο, μόλις δώσω τὸ σύνθημα, γιὰ νὰ βάλει φωτιὰ στὸ σωρὸ μὲ τὰ ξύλα. Τὸ ξέρεις; Ἴσως – προσθέτει ὁ γέρος μὲ τὰ μάτια καρφωμένα πάνω στὸν κρατούμενό του, συλλογισμένος.

– Δὲν καταλαβαίνω καὶ πολὺ καλὰ τί θὲς νὰ πεῖς Ἰβάν, ἀντέτεινε ὁ Ἀλιόσα, ποὺ ὅλη τούτη τὴν ὥρα ἄκουγε σιωπηλός. Μήπως εἶναι μία φαντασίωση τοῦ γέρου, ἕνα λάθος, ποὺ τὸν ἐντυπωσιάζει καὶ τὸν τρομάζει;

– Παραδέξου αὐτὸ τὸν τελευταῖο συλλογισμό, λέει ὁ Ἰβὰν γελώντας, ἀφοῦ ὁ σύγχρονος ρεαλισμὸς σ᾿ ἔκανε μέχρι αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ ἀνίκανο ν᾿ ἀντιληφθεῖς τὸ ὑπερφυσικό. Ἂς γίνει ὅμως ὅπως τὸ θές. Εἶν᾿ ἀλήθεια, ὁ Ἱεροεξεταστής μου πάνω ἀπὸ ἐνενήντα χρονῶν πιά, μπορεῖ σ᾿ αὐτὴ τὴν ἡλικία νἄχει ἀρχίσει νὰ χάνει τὸ μυαλό του. Τέλος μπορεῖ καὶ νἆναι ἕν᾿ ἁπλὸ παραλήρημα, ἡ ὀνειροπόληση μιανοῦ γέρου ποὺ βρίσκεται στὰ τελευταῖα του, ποὺ ἡ φαντασία του ἔχει ἐξαφθεῖ ἀπὸ τὶς τελευταῖες ὁμαδικὲς ἐκτελέσεις στὴν πυρά. Ἀλλά, ὅραμα ἢ φαντασίωση, τί μᾶς ἐνδιαφέρει; Αὐτὸ ποὺ πρέπει μονάχα νὰ σημειώσουμε εἶναι ὅτι ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἀποκαλύπτει ἐπιτέλους τὴ σκέψη του, ἀποκαλύπτει ὅλα ὅσα εἶχε σκοτώσει μέσα του κατὰ τὴν διάρκεια τῆς σταδιοδρομίας του.

– Κι ὁ Κρατούμενος δὲ λέει τίποτα; Περιορίζεται μονάχα νὰ τὸν κοιτάζει;

Πραγματικά. Δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ νὰ σωπαίνει. Ὁ ἴδιος ὁ γέρος τοῦ παρατηρεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ προσθέσει τίποτα στὰ παλιά του λόγια. Αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ, κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμη: «Ὅλα μεταβιβάζονται ἀπὸ σένα στὸν Πάπα· ὅλα λοιπὸν ἐξαρτιοῦνται πιὰ ἀπὸ τὸν Πάπα. Ἔτσι μὴν ἔρχεσαι νὰ μᾶς ἐνοχλεῖς πρὶν τὴν ὥρα σου, τουλάχιστον». Αὐτὴ εἶν᾿ ἡ θεωρία τους, ἡ θεωρία ἔστω μόνο τῶν Ἰησουϊτῶν. Τὴν βρῆκαν στὰ θεολογικά τους κείμενα. «Ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἀποκαλύψεις ἂς εἶναι καὶ ἕν᾿ ἀπὸ τὰ μυστικὰ τοῦ κόσμου ἀπ᾿ ὅπου ἔρχεσαι;» ρωτᾷ ὁ γέρος, κι ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος: «Ὄχι, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα· γιατὶ τούτη ἡ ἀποκάλυψη θἀρχόταν νὰ προστεθεῖ στὴν προηγούμενη, καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο θ᾿ ἀφαιροῦσες ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐλευθερία ποὺ τὴν ὑπερασπίσθηκε τόσο πάνω σὲ τούτη τὴ γῆ. Ὅλες οἱ νεώτερες ἀποκαλύψεις θὰ ἔβλαπταν τὴν ἐλευθερία τῆς πίστης, γιατὶ θὰ ἐμφανίζονταν σὰν ὀφειλόμενες σὲ θαῦμα· ὅμως, ἐσὺ ὁ ἴδιος πρὶν ἀπὸ δεκαπέντε αἰῶνες ἔβαζες πάνω ἀπ᾿ ὅλα τούτη τὴν ἐλευθερία τῆς πίστης. Δὲν εἶπες τάχα τόσες φορές: «Θέλω νὰ σᾶς καταστήσω ἐλεύθερους!» Ἔ, λοιπόν! Τοὺς εἶδες τοὺς «ἐλεύθερους» ἀνθρώπους – προσθέτει ὁ γέρος μὲ σαρκαστικὸ τόνο. Ναί, ὅλο αὐτὸ μᾶς στοίχισε πολὺ ἀκριβά- ἐξακολούθησε κοιτάζοντάς τον μ᾿ αὐστηρότητα -μὰ ἐπιτέλους τελειώσαμε τοῦτο τὸ ἔργο στ᾿ ὄνομά σου. Μᾶς χρειάσθηκαν δικαπέντε αἰῶνες σκληρῆς δουλειᾶς, γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσουμε τὴν ἐλευθερία· μὰ τώρα πιὰ ἔγινε, καὶ καλά. Δὲν τὸ πιστεύεις; Μὲ κοιτάζεις μάλιστα μὲ τρυφερότητα, χωρὶς οὔτε νὰ καταδεχτεῖς ν᾿ ἀγανακτήσεις; Μὰ ξέρετε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποτὲ ἄλλοτε δὲν πίστεψαν τὸν ἑαυτό τους πιὸ λεύτερο ὅσο τώρα, κι ὡστόσο, ἡ ἐλευθερία τους εἶν᾿ ἐκείνη, ποὺ ἔρχονται νὰ τὴν καταθέσουν ταπεινὰ στὰ πόδια μας. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ ἔργο μας, γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια· αὐτὴ εἶν᾿ ἡ ἐλευθερία ποὺ ὀνειρεύτηκες;»

– Πάλι δὲ καταλαβαίνω, τὸν σταμάτησε ὁ Ἀλιόσα. Τὸν κορόιδευε δηλαδή, τὸν εἰρωνευόταν;

– Καθόλου! Καυχιόταν πὼς αὐτὸς κι οἱ δικοί του μπόρεσαν νὰ καταπιέσουν τὴν ἐλευθερία, μέσα στὸ σχέδιό του νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους εὐτυχισμένους. «Γιατὶ τώρα γιὰ πρώτη φορὰ (μιλᾷ φυσικὰ γιὰ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση), μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε πάνω στὴν εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων. Φυσικὰ ἐκεῖνοι ἐπαναστάτησαν· μήπως ὅμως οἱ ἐπαναστατημένοι μποροῦν ποτὲ νὰ εἶναι εὐτυχισμένοι; Ἤσουν πληροφορημένος γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ -συνεχίζει ὁ γέρος- τὰ συμβούλια δὲ σοῦ λείπουν, ἀλλὰ δὲ λογάριασες τίποτα, δὲ σκέφτηκες τὸ μοναδικὸ μέσο γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἄνθρωποι εὐτυχισμένοι· εὐτυχῶς ποὺ φεύγοντας ἀνάθεσες σ᾿ ἐμᾶς τὸ ἔργο, μᾶς τὸ ὑποσχέθηκες, μᾶς παραχώρησες ἐπίσημα τὸ δικαίωμα νὰ λύνουμε καὶ νὰ δένουμε· τώρα, δὲν πιστεύω νὰ σκέφτηκες νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσεις; Γιὰ ποιὸ λόγο λοιπὸν ᾖρθες νὰ μᾶς ἀναστατώσεις;»

– Τί σημαίνει αὐτό: «Οἱ πληροφορίες καὶ τὰ συμβούλια δὲ σοὔλειψαν ;» ρώτησε ὁ Ἀλιόσα.

– Μὰ αὐτὸ εἶναι τὸ βασικὸ τῆς ὁμιλίας τοῦ γέρου: «Τὸ Πνεῦμα, τὸ τρομερὸ καὶ βαθύ, τὸ Πνεῦμα τῆς καταστροφῆς καὶ τοῦ μηδενισμοῦ -συνεχίζει- σοῦ μίλησε στὴν ἔρημο, κι οἱ Γραφὲς ἀναφέρουν ὅτι «σ᾿ ἔβαλε σὲ πειρασμό». Εἶν᾿ ἀλήθεια αὐτό; Καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε τίποτα πιὸ διεισδυτικό, ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπε στὰ τρία ἐκεῖνα ἐρωτήματα ἤ, γιὰ νὰ μιλήσουμε ὅπως οἱ Γραφές- στοὺς τρεῖς «πειρασμοὺς» ποὺ ἀπέκρουσες; Ἂν πραγματικὰ σημειώθηκε ποτὲ πάνω στὴ γῆ ἕνα θαῦμα αὐθεντικό, ποὺ νὰ τὄόμαθε ὅλος ὁ κόσμος, ἔγινε κείνη τὴν ἡμέρα τῶν τριῶν ἐρωτήσεων. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι διατυπώθηκαν αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα ἀποτελεῖ ἕνα θαῦμα. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι τὰ σβήνουμε μέσ᾿ ἀπὸ τὶς Γραφές, κι ὅτι πρέπει νὰ τ᾿ ἀποκαταστήσουμε, νὰ τὰ φανταστοῦμε πάλι γιὰ νὰ τὰ τοποθετήσουμε ἐκεῖ, καὶ συγκεντρώνουμε γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς γῆς, πολιτικούς, δεσποτάδες, διανοούμενους, φιλοσόφους, ποιητές, λέγοντάς τους: σκεφτεῖτε καὶ συντάξετε πάλι τρία ἐρωτήματα ποὺ ὄχι μόνο ν᾿ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος, μὰ ἀκόμη καὶ νὰ ἐκφράζουν σὲ τρεῖς φάσεις ὅλη τη μελλοντικὴ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, πιστεύεις ὅτι αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος, τῆς ἀνθρώπινης σοφίας θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ τίποτα τὸ ἴδιο δυνατὸ καὶ τὸ ἴδιο βαθύ, μὲ τὰ τρία ἐρωτήματα ποὺ σοῦ πρότεινε τότε τὸ ἰσχυρὸ Πνεῦμα; Αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα ἀποδείχνουν ἀπὸ μόνα τους ὅτι ἔχουμε νὰ κάνουμε μ᾿ ἕνα Πνεῦμα αἰώνιο κι ἀπόλυτο, κι ὄχι μ᾿ ἕνα διαβατάρικο πνεῦμα ὅπως τὸ ἀνθρώπινο. Γιατὶ περικλείνουν μέσα τους καὶ προλέγουν ταυτόχρονα ὅλη τὴν κατοπινὴ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας· εἶναι οἱ τρεῖς μορφὲς ὅπου ἀποκρυσταλλώνονται ὅλες οἱ ἀντιθέσεις, οἱ ἀξεδιάλυτες τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τότε δὲν μπορούσαμε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε αὐτό, γιατί τὸ μέλλον δὲν εἶχε ἀποκαλυφθεῖ, μὰ τώρα ποὺ κύλησαν δεκαπέντε αἰῶνες, βλέπουμε πὼς ὅλα εἶχαν προβλεφθεῖ σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα καὶ πραγματοποιήθηκαν σὲ σημεῖο ποὺ νἆναι ἀδύνατο νὰ προσθέσεις ἢ ν᾿ ἀφαιρέσεις μία λέξη.

«Ἀποφάσισε λοιπὸν ἀπὸ μόνος σου, ποιὸς εἶχε δίκιο: ἐσύ, ἢ ἐκεῖνος ποὺ σὲ ρώτησε; Θυμήσου τὸ πρῶτο ἐρώτημα, τὴν ἔννοια ἔστω κι ὄχι τὴν ἐπιφάνεια: Θὲς νὰ πᾶς στὸν κόσμο μ᾿ ἄδεια χέρια καὶ νὰ κηρύξεις μίαν ἐλευθερία ποὺ τοὺς κάνει ἀνόητους καὶ ποὺ ἡ φυσική τους ἀχαριστία τοὺς ἐμποδίζει νὰ καταλάβουν, μιὰ ἐλευθερία ποὺ τὴν φοβοῦνται, γιατὶ δὲν ὑπάρχει καὶ δὲ θὰ ὑπάρξει ποτὲ τίποτα πιὸ ἀνυπόφορο γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὴν κοινωνία, ἀπὸ τούτη τὴν ἐλευθερία! Βλέπεις αὐτὲς τὶς πέτρες στὴν ἄνυδρη ἔρημο; Μετάλλαξέ τις σὲ ψωμιὰ κι ὁ κόσμος θὰ τρέξει νὰ πέσει στὰ πόδια σου, ὅμοια σὰν ἕνα κοπάδι πειθαρχημένο κι ὅλο εὐγνωμοσύνη, τρέμοντας ὡστόσο μὴ τυχὸν χάσουν τὴν προστασία σου καὶ πάψουν νἄχουν ψωμί.

«Μὰ δὲ θέλησες νὰ στερήσεις τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὴν ἐλευθερία του, κι ἀρνήθηκες, κρίνοντας πὼς ἡ ἐλευθερία ἦταν κάτι ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν ὑποταγὴ ποὺ ἀγοράζεται μὲ ψωμιά. Ἀποφάνθηκες πῶς ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ «μόνο με ἄρτον», μὰ ξέρεις ὅτι στ᾿ ὄνομα τοῦ γήινου αὐτοῦ ἄρτου, τὸ πνεῦμα τῆς Γῆς θὰ ἐξεγερθεῖ ἐναντίον σου, θ᾿ ἀγωνιστεῖ καὶ θὰ σὲ νικήσει, ὅτι ὅλοι τὸ ἀκολουθοῦν φωνάζοντας: «Ποιὸς μοιάζει μ᾿ αὐτὸ τὸ ζῷο ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ φωτιὰ τ᾿ οὐρανοῦ;» Αἰῶνες θὰ περάσουν κι ἡ ἀνθρωπότητα θὰ διακηρύσσει μὲ τὸ στόμα τῶν σοφῶν καὶ τῶν συνετῶν της ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐγκλήματα καὶ κατὰ συνέπεια, δὲν ὑπάρχουν κι ἁμαρτήματα· ὅτι δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνο πεινασμένοι. «Θρέψε τους πρῶτα κι ὕστερα ν᾿ ἀπαιτεῖς ἀπ᾿ αὐτοὺς νἆναι «ἐνάρετοι». Νὰ τὶ θὰ γράψουν στὸ λάβαρο τῆς ἐπανάστασής τους, ποὺ θὰ ἐπιτεθεῖ στὸ ναό σου. Στὴ θέση του ἕνα καινούργιο οἰκοδόμημα θὰ ὑψωθεῖ, ἕνας νέος πύργος τῆς Βαβέλ, ποὺ θὰ παραμείνει δίχως ἀμφιβολία ἀτέλειωτος, ὅπως κι ὁ πρῶτος ἐκεῖνος· ἀλλὰ θὰ μποροῦσες νὰ γλυτώσεις τοὺς ἀνθρώπους ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν δοκιμασία, κι ἀπὸ χιλιόχρονα βάσανα. Γιατί θὰ ξανάρθουν νὰ μᾶς βροῦν ἀφοῦ θἄχουν κοπιάσει χίλια χρόνια νὰ χτίσουν τὸν πύργο τους! Θὰ μᾶς ἀναζητήσουν κάτω ἀπ᾿ τὴ γῆ, ὅπως ἄλλοτε, μέσα στὶς κατακόμβες ὅπου θἄμαστε κρυμένοι (θὰ μᾶς βασανίσουν πάλι) καὶ θὰ κραυγάσουν: «Δῶστε μας νὰ φᾶμε γιατί αὐτοὶ ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκαν τὴ φωτιὰ τ᾿ οὐρανοῦ δὲ μᾶς τὴν ἔδωσαν». Τότε θ᾿ ἀποτελειώσουμε ἐμεῖς τὸν πύργο τους, γιατί δὲ χρειάζεται γιὰ κάτι τέτοιο παρὰ μόνο ἡ τροφή, καὶ θὰ τοὺς θρέψουμε, ὑποτίθεται στ᾿ ὄνομά σου, θὰ τοὺς κάνουμε νὰ τὸ πιστέψουν τουλάχιστο. Χωρὶς ἐμᾶς θἆναι γιὰ πάντα τοὺς πεινασμένοι. Καμιὰ γνώση δὲ θὰ τοὺς δώσει ψωμί, ὅσο θὰ μένουν ἐλεύθεροι ἀλλὰ θὰ καταλήξουν νὰ τὴν καταθέσουν στὰ πόδια μας τούτη τὴν ἐλευθερία τους, λέγοντας: «Ὑποτάξετέ μας, κάνετέ μας δούλους, μὰ δῶστε μας νὰ φᾶμε». Θὰ καταλάβουν ἐπιτέλους πὼς ἡ ἐλευθερία δὲ μπορεῖ νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸ ψωμὶ τῆς γῆς ποὺ εἶναι στὴ διάθεσή τους, γιατί πότε δὲ θὰ μπορέσουν νὰ τὸ μοιράσουν μεταξύ τους! Θὰ πεισθοῦν ἀκόμη γιὰ τὴν ἀνικανότητά τους νἆναι ἐλεύθεροι, ὄντας ἀδύναμοι, ξεστρατισμένοι, μηδαμινοὶ κι ἐπαναστατημένοι. Τοὺς ὑποσχέθηκες τὸν οὐράνιον ἄρτον· ἀλλὰ μπορεῖ κάτι τέτοιο, ὅσο δυνατὸ κ ἂν εἶναι σὰν χτύπημα, νὰ συγκριθεῖ μ᾿ αὐτὸ τῆς γῆς, στὰ μάτια τῆς ἀδύναμης καὶ ξεστρατισμένης τῆς αἰώνια ἀχάριστης ἀνθρώπινης ράτσας; Χιλιάδες καὶ δεκάδες χιλιάδων ψυχὲς θὰ σὲ ἀκολουθήσουν ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ ψωμιοῦ, μὰ τί θὰ γίνουν τὰ ἑκατομμύρια κι οἱ χιλιάδες ποῦ δὲν ἔχουνε τὸ θάρρος νὰ προτιμήσουν τὸν ἄρτο τ᾿ οὐρανοῦ ἀπ᾿ τὸν ἄρτον τῆς γῆς; Δὲν θἄφτανες στὸ σημεῖο νὰ διαλέξεις τοὺς μεγάλους καὶ τοὺς δυνατούς, ποῦ σ᾿ αὐτοὺς οἱ ἄλλοι, τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος, ποῦ εἶναι ἀδύναμο μὰ ποῦ σ᾿ ἀγαπᾷ, θὰ χρησίμευε σὰν ἐκμεταλλεύσιμο ὑλικό; Μᾶς εἶναι τὸ ἴδιο ἀγαπητὰ καὶ τ᾿ ἀδύναμα πλάσματα. Παρόλο ποὺ εἶναι ξεστρατισμένοι κι ἐπαναστατημένοι θὰ γίνουν πειθαρχικοὶ τελικά. Θὰ ξαφνιαστοῦν καὶ θὰ μᾶς πιστέψουν γιὰ θεοὺς μία ποὺ καταδεχτήκαμε νὰ μποῦμε ἐπικεφαλῆς τους, γιὰ νὰ τὰ καταφέρουμε ἔτσι ποὺ ἡ ἐλευθερία ποὺ τοὺς τρόμαζε νὰ ξαναγυρίσει ἀπ᾿ ἄλλο δρόμο, κι ἀκόμη γιατί καταδεχτήκαμε νὰ βασιλέψουμε πάνω τους, τόσο ποὺ στὸ τέλος θ᾿ ἀρχίσουν πραγματικὰ νὰ φοβοῦνται νἆναι ἐλεύθεροι. Ἀλλὰ ἐμεῖς θὰ τοὺς λέμε πὼς εἴμαστε ὑποτακτικοί σου, ὅτι βασιλεύουμε μόνο στ᾿ ὄνομά σου. Θὰ τοὺς ξεγελάσουμε πάλι, μιὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ σ᾿ ἀφήσουμε νὰ τοὺς ξαναπλησιάσεις. Κι εἶναι τούτη ἡ ἀγυρτεία ποὺ θὰ γίνει τὸ βασανιστήριό μας, γιατί θὰ πρέπει νὰ ποῦμε ψέματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο νόημα τοῦ ἐρωτήματος ποὺ σοὔκαναν στὴν ἔρημο, καὶ νά, ποὺ ἀποδιώχτηκες στ᾿ ὄνομα αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας ποὺ τὴν τοποθετοῦσες πάνω ἀπ᾿ ὅλα. Ὡστόσο αὐτὴ εἶναι ποὺ κρύβει ὅλο τὸ μυστικό του κόσμου. Γιατί ἂν δεχόσουν νὰ κάνεις αὐτὸ τὸ θαῦμα τῶν ψωμιῶν θἆχες κατασιγάσει τὴν πανανθρώπινη ἀγωνία -ἀτόμων καὶ ὁμάδων- δηλαδὴ θἄδινες ἀπάντηση στὸ ἀγωνιακὸ ἐρώτημα: «μπροστὰ σὲ ποιὸν πρέπει νὰ ὑποκλιθοῦμε;» Γιατί δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀπομένει ἐλεύθερος, ἔγνοια πιὸ μόνιμη, πιὸ ἀγωνιώδης, ἀπ᾿ τὴν ἀναζήτηση ἑνὸς πλάσματος γιὰ νὰ τὸ προσκυνήσουν. Ἀλλά, ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος δὲ θέλει νὰ ὑποκύψει παρὰ μόνο μπροστὰ σὲ κάποιον μὲ ἀναμφισβήτητη ἀξία καὶ δύναμη, ποὺ ὅλοι νὰ τὸν σέβονται, μὲ μιὰ παγκόσμια συγκατάθεση. Αὐτὰ τὰ δυστυχισμένα πλάσματα βασανίζονται ἀποζητώντας μιὰ λατρεία, ποὺ νὰ ἑνώνει ὄχι μόνο τους ἀδύναμους, καὶ μικροὺς πιστούς, ἀλλὰ ποὺ σ᾿ αὐτὴν νὰ μετέχουν ὅλοι μαζύ, ἑνωμένοι ἀπ᾿ τὴν ἴδια πίστη. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς κοινότητας μέσα στὴ λατρεία, εἶναι τὸ οὐσιαστικώτερο βασανιστήριο τοῦ κάθε ἀτόμου καὶ τῆς ἀνθρωπότητας ὁλόκληρης, ἀπὸ τὴν πανάρχαια ἐποχή… Γιὰ νὰ πραγματοποιήσουν αὐτὸ τὸ σκοπὸ ἀλληλοεξοντώνονται μὲ τὴ ρομφαῖα. Οἱ λαοὶ δημιούργησαν θεοὺς καὶ τοὺς ἔβαλαν ν᾿ ἀντιμάχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο: «Ἀρνηθεῖτε τοὺς θεούς σας καὶ πιστέψτε στοὺς δικούς μας, ἀλλιώτικα δυστυχία σ᾿ ἐσᾶς καὶ στοῦ θεούς σας!» Κι ἔτσι θὰ γίνεται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, ἀκόμη κι ὅταν οἱ θεοὶ θἄχουν ἐξαφανιστεῖ· οἱ ἄνθρωποι θὰ γονατίζουν μπρὸς στὰ εἴδωλα. Δὲν ἀγνοοῦσες, δὲν ἦταν δυνατὸ ν᾿ ἀγνοεῖς αὐτὸ τὸ βασικὸ μυστικὸ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, κι ὡστόσο ἀπόδιωξες τὸ μοναδικὸ ἀκατανίκητο λάβαρο ποὺ σοῦ προσφέρθηκε καὶ ποὺ ἀναμφισβήτητα θἆχε τυλίξει ὅλους του ἀνθρώπους μέσα του καὶ θὰ τοὺς ἔκανε νὰ κλίνουν τὸ κεφάλι μπρός σου, τὸ λάβαρο τοῦ γήινου ψωμιοῦ· τὸ ἀπώθησες στ᾿ ὄνομα τοῦ οὐράνιου ἄρτου καὶ τῆς ἐλευθερίας! Νὰ τί ἔκανες κατόπι στ᾿ ὄνομα πάντα τῆς ἐλευθερίας! Δὲν ὑπάρχει στὸ ξαναλέω, πιὸ ἀγωνιακὴ ἀνάγκη γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὸ νὰ βρεῖ, ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα, ἕνα πλάσμα ποὺ νὰ τοῦ παραδώσει αὐτὴ τὴν ἐλευθερία, ποὺ ὁ δυστυχισμένος κουβαλᾷ στὴ ράχη του ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ τῆς γέννησής του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ διαθέσεις κατάλληλη τὴν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων, πρέπει νὰ τοὺς προσφέρεις τὴν ἀνάπαυση τῆς συνείδησης. Τὸ ψωμὶ θὰ σοῦ ἐξασφάλιζε τὴν ἐπιτυχία· ὁ ἄνθρωπος ὑποκύπτει μπροστὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ δίνει αὐτὸ τὸ ψωμί, γιατί πρόκειται γιὰ κάτι χεροπιαστό, μὰ ὅταν κάποιος ἄλλος θελήσει νὰ γίνει κύριος τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης, θὰ παρατήσει ἀκόμη καὶ τὸν ἄρτον σου, κατὰ μέρος γιὰ νὰ προσφέρει αὐτὸ ποὺ κατακτᾷ τούτη τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση. Πάνω σ᾿ αὐτὸ εἶχες δίκιο, γιατί τὸ μυστικὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης συνίσταται ὄχι μόνο στὸ νὰ ζήσει, μὰ καὶ στὸ νἅβρει ἕνα κίνητρο γιὰ τούτη τὴ ζωή. Χωρὶς μία ξεκάθαρη ἰδέα γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς ὕπαρξης, ὁ ἄνθρωπος προτιμᾷ νὰ τ᾿ ἀρνηθεῖ ὅλα, ἔστω κι ἂν ἔχει ὅσο ψωμὶ θέλει γύρω του -θὰ προτιμήσει νὰ καταστραφεῖ, παρὰ νὰ μείνει στὴ γῆ. Μὰ τί ἀπόγινε; Ἀντὶ νὰ πάρεις στὰ χέρια σου τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία θέλησες νὰ τὴν ἐξαπλώσεις; Ξέχασες λοιπὸν ὅτι ὁ ἄνθρωπος προτιμᾷ τὴν ἡσυχία του κι ἀκόμη τὸ θάνατο, ἀπ᾿ τὴν ἐλευθερία νὰ ξεχωρίζει τὸ Καλὸ ἀπ᾿ τὸ Κακό; Δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ γοητευτικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὸ νὰ τὸν ἀφήνεις ἀσύδοτο, μὰ κι ἀκόμη τίποτα πιὸ ἐπίπονο. Κι ἀντὶ γιὰ σταθερὲς ἀρχὲς ποὺ θἆχαν καθησυχάσει γιὰ πάντα τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση, διάλεξες ἀόριστα νοήματα, παράξενα κι αἰνιγματικά, τὸ κάθε τί ποὺ ξεπερνᾷ τὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, κι ἐνέργησες κατὰ ἕνα τρόπο σὰ νὰ μὴν ἀγαποῦσες τὴν ἀνθρωπότητα, ἐσύ, ποὺ ᾖρθες νὰ δώσεις τὴ ζωή σου γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων! Μεγάλωσες τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία ἀντὶ νὰ τὴν περιορίσεις, κι ἐπέβαλες γιὰ πάντα στὸ ἠθικὸ ἄτομο τὰ βασανιστήρια αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας. Θέλησες νὰ σ᾿ ἀγαποῦν ἐλεύθερα, νὰ σ᾿ ἀκολουθήσουν ἐθελοντικὰ οἱ ἄνθρωποι γοητευμένοι ἀπὸ σένα. Ἀντὶ γιὰ τὸν σκληρό, παλαιὸ νόμο, ὁ ἄνθρωπος δὲ θἆχε τώρα παρὰ νὰ ξεχωρίσει μ᾿ ἐλεύθερη καρδιὰ τὸ Καλὸ ἀπ᾿ τὸ Κακό, χωρὶς ἄλλο ὁδηγὸ ἔξω ἀπ᾿ τὴν εἰκόνα σου -μὰ δὲν πρόβλεψες ὅτι τελικὰ θ᾿ ἀπωθοῦσε καὶ θὰ περιφρονοῦσε, ἀμφισβητώντας τὴν εἰκόνα σου, ἔχοντας κουραστεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τρομερὸ φορτίο: τὴν ἀλήθεια νὰ διαλέξουν; Θὰ φωνάξουν τελικὰ πὼς ἡ ἀλήθεια δὲ βρισκόταν σ᾿ ἐσένα, γιατί ἀλλιώτικα δὲ θὰ τοὺς ἄφηνες μέσα σὲ μιὰ τέτοια ἀγωνιώδικη ἀβεβαιότητα, μὲ τόσες ἀγωνίες κι ἀξεδιάλυτα προβλήματα. Προετοίμασες ἔτσι τὴν καταστροφὴ τῆς βασιλείας σου· μὴν κατηγορεῖς λοιπὸν κανένα γι᾿ αὐτὴ τὴν καταστροφή. Ὡστόσο ἦταν αὐτὸ ποὺ σοῦ πρότειναν; Ὑπάρχουν τρεῖς δυνάμεις, οἱ μόνες ποὺ μποροῦν νὰ ὑποδουλώσουν γιὰ πάντα τὴ συνείδηση αὐτῶν τῶν ἀδυνάμων ἐπαναστατημένων, εἶναι: τὸ θαῦμα, τὸ μυστήριο, ἡ αὐταρχικότητα! Τ᾿ ἀπώθησες καὶ τὰ τρία αὐτά, δίνοντας ἔτσι ἕνα παράδειγμα.
Τὸ τρομερὸ καὶ βαθὺ Πνεῦμα, σὲ εἶχε συμπαρασύρει μέσα στὸ Ναὸ καὶ σοῦ εἶχε πεῖ: «Θὲς νὰ ξέρεις ἂν εἶσαι γιὸς τοῦ Θεοῦ; Πέσε κάτω ἀπὸ δῶ ψηλά, γιατί εἶναι γραμμένο πὼς οἱ ἄγγελοι θὰ σὲ συγκρατήσουν καὶ θὰ σὲ στηρίξουν, δὲ θὰ τραυματιστεῖς καθόλου, καὶ τότε θὰ ξέρεις ἂν εἶσαι γιὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ θ᾿ ἀποδείξεις ἔτσι τὴν πίστη στὸν Πατέρα σου». Μὰ ἀπόδιωξες καὶ τούτη τὴν πρόταση, δὲν ὅρμησες νὰ πέσεις κάτω. Ἔδειξες τότε μιὰ ὑπέροχη περηφάνεια, ὁλότελα θεία, μὰ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ράτσα ἀδύναμη κι ἐπαναστατημένη, δὲν εἶναι θεοί! Ἤξερες πῶς κάνοντας ἕνα βῆμα, μιὰ χειρονομία γιὰ νὰ ὁρμήσεις, θὰ ἐνοχλοῦσες τὸν Κύριο καὶ θἄχανες τὴν πίστη σου σ᾿ Αὐτόν. Μὰ ὑπάρχουν πολλοὶ σὰν κι ἐσένα; Μποροῦσες νὰ παραδεχτεῖς ἔστω καὶ γιὰ μία στιγμὴ ὅτι οἱ ἄνθρωποι θἆχαν τὴ δύναμη ν᾿ ἀντέξουν σ᾿ ἕνα παρόμοιο πειρασμὸ; Εἶναι τάχα μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση ν᾿ ἀποδιώχνει τὸ θαῦμα, καὶ στὶς σοβαρὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς μπροστὰ σὲ βασικὰ κι ἐπίμονα προβλήματα, νὰ διατηρεῖ τὴν ἐλεύθερη κρίση τῆς καρδιᾶς; Ὤ! Ἤξερες πὼς ἡ σταθερότητά σου θ᾿ ἀναφερόταν στὶς Γραφές, θὰ ἐπιζοῦσε μέσα στοὺς αἰῶνες, θἄφτανε ὡς τὶς πιὸ μακρινὲς περιοχές, κι ἔλπισες πῶς ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμά σου, ὁ ἄνθρωπος θὰ περιοριζόταν στὸ Θεὸ χωρὶς νὰ προσφεύγει στὸ θαῦμα. Μὰ ἀγνοοῦσες ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπωθεῖ τὸ Θεὸ ταυτόχρονα μὲ τὸ θαῦμα, γιατὶ εἶναι προπάντων τὸ θαῦμα ποὺ ἀποζητᾷ. Καὶ καθὼς δὲν ξέρει πῶς νὰ κάνει συγκεντρώνεται πάλι στὸν ἑαυτό του, καταφεύγει στοὺς δικούς του, ὑποκλίνεται στὰ θαύματα κάποιου μάγου, στὰ μαγικὰ κόλπα μιᾶς μάγισσας, στὸν ὅποιο ἐπαναστατημένο ἢ αἱρετικό. Δὲν κατέβηκες ἀπὸ τὸ σταυρὸ ὅταν σὲ κορόιδευαν, κι ὅταν σοῦ φώναζαν μ᾿ ἀπόγνωση: «Κατέβα ἀπὸ τὸ σταυρὸ καὶ θὰ σὲ πιστέψουμε». Δὲν τὸ ἔκανες, γιατί δὲ θέλησες πάλι νὰ ὑποδουλώσεις τὸν ἄνθρωπο μ᾿ ἕνα θαῦμα, ἐπιθυμοῦσες μία πίστη ποὺ θἆταν ἐλεύθερη καὶ δὲ θὰ ἐμπνεόταν ἀπὸ θαύματα. Σοῦ χρειαζόταν μία ἐλεύθερη ἀγάπη, κι ὄχι ἡ δουλικὴ συμπεριφορὰ τοῦ τρομοκρατημένου σκλάβου. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀκόμη ἡ ἰδέα ποὺ εἶχες γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἦταν πολὺ ἀνώτερη, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι σκλάβοι, ἔστω κι ἂν δημιουργοῦν ἐπαναστατικὲς ἰδέες. Δὲς μονάχος σου καὶ κρῖνε, τί ἔγινε ὕστερ᾿ ἀπὸ δεκαπέντε ἐπαναστατημένους αἰῶνες, ποιὸς ἀνυψώθηκε ὡς ἐσένα; Σοῦ τὸ καταγγέλω: ὁ ἄνθρωπος εἶναι πιὸ ἀδύναμος καὶ πιὸ χυδαῖος, ἀπ᾿ ὅσο πίστεψες ποτέ. Μπορεῖ, εἶναι δυνατὸ ποτὲ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ἐσύ; Ἡ μεγάλη ἐκτίμηση ποὺ ἔτρεφες γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀδίκησε τὸν οἶκτο ποὺ ἔπρεπε νὰ νιώσεις γι᾿ αὐτόν. Ζήτησες πολλὰ ἀπ᾿ τοὺς ἄνθρωπους, ἐσὺ προπάντων ποὺ τοὺς ἀγάπησες περισσότερο κι ἀπ᾿ τὸν ἑαυτό σου! Ἂν τοὺς ἐκτιμοῦσες λιγώτερο, θὰ τοὺς εἶχες ἐπιβάλει ἕνα ἐλαφρότερο φορτίο, ποὺ νὰ ἀναλογεῖ περισσότερο στὴν ἀγάπη σου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κουρασμένος κι ἀδύναμος. Τί σημασία ἔχει τώρα ἂν ἐπαναστατοῦν παντοῦ ἐνάντια στὴν ἐξουσία μας, κι ἂν εἶναι περήφανοι γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐξέγερση; Εἶναι κάτι ἀνόλογο μὲ τὴν ἀλαζονεία νεαρῶν σπουδαστῶν ποὺ ἐστασίασαν κι ἔδιωξαν τὸ δάσκαλό τους. Ἀλλὰ τούτη ἡ ἐπιπολαιότητα τῶν χαμινιῶν θὰ πάρει τέλος καὶ θὰ τοὺς στοιχίσει ἀκριβά. Θὰ γκρεμίσουν τοὺς ναοὺς καὶ θὰ πλημμυρίσουν τὴ γῆ στὸ αἷμα· ἀλλὰ θὰ καταλάβουν ἐπιτέλους αὐτὰ τ᾿ ἀνόητα παιδιά, πὼς δὲν εἶναι παρὰ κάτι ἀδύναμοι στασιαστές, ἀνίκανοι νὰ ἐπαναστατοῦν γιὰ πολύ. Θὰ χύσουν ἀνόητα δάκρυα καὶ θὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Δημιουργὸς κάνοντάς τους ἔτσι ἐπαναστάτες, θέλησε νὰ τοὺς κοροϊδέψει, σίγουρα. Θὰ τὸ φωνάξουν μ᾿ ἀπελπισία κι αὐτὴ ἡ βλαστήμια θὰ τοὺς κάνει ἀκόμη πιὸ δυστυχισμένους, γιατὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἀνέχεται τούτη τὴ βλαστήμια, καὶ καταλήγει νὰ παίρνει τὴν ἐκδίκησή της. Ἔτσι, ἡ ἀγωνία, ἡ ταραχή, ἡ δυστυχία εἶναι τὸ μοιράδι τῶν ἀνθρώπων, ὓστερ᾿ ἀπὸ τὰ μαρτύρια ποὺ δοκίμασες γιὰ νὰ τοὺς ἀπελευθερώσεις! Ὁ φωτισμένος προφήτης σου εἶπε, μέσα στὸ συμβολικὸ ὅραμά του, ὅτι εἶδε ὅλους ὅσοι παίρνουν μέρος στὴν πρώτη ἀνάσταση καὶ τοὺς ἀριθμεῖ σὲ δώδεκα χιλιάδες ἀπ᾿ τὴν κάθε φυλή. Γιὰ νἆναι ὅμως τόσο πολλοί, ἔπρεπε νἆναι περισσότερο ἀπὸ ἄνθρωποι, ἔπρεπε νἆναι θεοί. Ὑπόφεραν τὸ σταυρό σου, καὶ τὴ ζωὴ μέσα στὴν ἔρημο, τρώγοντας ἀκρίδες κι ἄγρια χόρτα· βέβαια, μπορεῖ νἆσαι περήφανος γι᾿ αὐτὰ τὰ παιδιὰ τῆς ἐλευθεριᾶς, γιὰ τούτη τὴν ἐλεύθερη ἀγάπη, γιὰ τὴν ὑπέρτατη θυσία τους στ᾿ ὄνομά σου. Ἀλλὰ θυμήσου, δὲν ἦταν παρὰ μερικὲς δεκάδες χιλιάδες κι ὅλοι τους σχεδὸν θεοί, οἱ ὑπόλοιποι ὅμως; Εἶναι ἀπὸ λάθος τους αὐτῶν τῶν ἄλλων, τῶν ἀδύναμων, ἂν δὲν μπόρεσαν νὰ ὑποφέρουν τὰ μαρτύρια τῶν δυνατῶν; Ἡ ἀδυναμία τῆς ψυχῆς φταίει τάχα ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κρατήσει μέσα της τόσο τρομερὰ δῶρα; Δὲν ᾖρθες στ᾿ ἀλήθεια γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς; Τότε, αὐτὸ εἶναι ἕνα μαρτύριο, ἀκατανόητο γιὰ μᾶς, καὶ θἄχαμε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κηρύξουμε στοὺς ἀνθρώπους, νὰ τοὺς διδάξουμε πὼς δὲν πρόκειται γιὰ καμιὰ ἐλεύθερη ἀπόφαση μέσ᾿ ἀπὸ τὴν καρδιά, οὔτε γιὰ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ γιὰ ἕνα μυστήριο ποὺ ὀφείλουν νὰ ὑποταχτοῦν σ᾿ αὐτὸ τυφλά, ἀκόμη καὶ ἐνάντια στὴ θέληση ἢ στὴν συνείδησή τους. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάναμε κι ἐμεῖς. Διορθώσαμε τὸ ἔργο σου στηρίζοντας τὸ πάνω στὸ «θαῦμα, στὸ «μυστήριο» καὶ στὴν «κυριαρχία». Κι οἱ ἄνθρωποι χαίρονται νὰ ξαναγεννηθοῦν σὰν ἕνα κοπάδι καὶ ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μοιραῖο δῶρο ποὺ τοὺς προκαλοῦσε τόσα βάσανα. Εἴχαμε δίκιο ποὺ ἐνεργήσαμε ἔτσι; Πές μου! Δὲ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾷς τὴν ἀνθρωπότητα, ὅταν καταλαβαίνεις τὶς ἀδυναμίες της, ὅταν ξαλαφρώνεις τὸ φορτίο της μὲ τὴν ἀγάπη, ὅταν ἀνέχεσαι ἀκόμη καὶ τὴν ἁμαρτία στὸν ἀδύναμο χαρακτῆρα, φτάνει τούτη ἡ ἁμαρτία νὰ γίνεται μὲ τὴν ἄδειά μας; Γιατί λοιπὸν νἄρθεις καὶ νὰ ἐμποδίσεις τὸ ἔργο μας; Γιατί κάθεσαι ἔτσι σιωπηλὸς καὶ μὲ κοιτάζεις μὲ τὸ τρυφερὸ καὶ διαπεραστικὸ αὐτὸ βλέμμα; Ἐξαφανίσου καλύτερα, δὲν τὴ θέλω τὴν ἀγάπη σου, γιατί οὔτε κι ἐγὼ σ᾿ ἀγαπῶ. Γιατί νὰ τὸ κρύψω; Ξέρω σὲ ποιὸν μιλῶ, ξέρεις ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔχω νὰ σοῦ πῶ, τὸ βλέπω μέσα στὰ μάτια σου. Τάχα εἶναι στὸ χέρι μου νὰ σοῦ κρύψω τὸ μυστικό μας; Ἴσως νἄθελες νὰ τ᾿ ἀκούσεις ἀπ᾿ τὸ στόμα μου, ὁρίστε ποὺ σοῦ τὄπα. Δὲν εἴμασταν μαζί σου ἀλλὰ μ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ πέρασε ἐδῶ καὶ πολὺν καιρὸ ἀπὸ τούτη τὴ γῆ. Εἶν᾿ ἀκριβῶς ὀχτὼ αἰῶνες ποὺ πήραμε ἀπ᾿ Αὐτὸν τοῦτο τὸ δῶρο, τὸ τελευταῖο ποὺ ἐσὺ ἀπόδιωξες μ᾿ ἀγανάκτηση, ὅταν σου ἔδειχνε ὅλα τὰ βασίλεια πάνω στὴ γῆ, δεχτήκαμε τὴ Ρώμη καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα, κι ἀνακηρυχτήκαμε οἱ μοναδικοὶ βασιλιάδες τῆς γῆς, παρόλο ποὺ ὡς τώρα δὲν εἴχαμε ποτὲ τὸν καιρὸ ν᾿ ἀποτελειώσουμε τὸ ἔργο μας. Ἀλλὰ ποιανοῦ εἶναι τὸ λάθος; Ὤ! ἡ ὑπόθεση αὐτὴ δὲ βρίσκεται παρὰ μόνο στὴν ἀρχή, θέλει πολὺν καιρὸ γιὰ νὰ τελειώσει ἀκόμη, κι ἡ γῆ θὰ χρειαστεῖ πολλὰ νὰ ὑποφέρει ὡς τότε, ἀλλὰ ἐμεῖς θὰ φτάσουμε στὸ σκοπό μας, θὰ γίνουμε Καίσαρες καὶ τότε θὰ συλλογιστοῦμε καὶ τὴν παγκόσμια εὐτυχία.

«Ὡστόσο, θὰ μποροῦσες τότε νἆχες πάρει τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα. Γιατί τ᾿ ἀπόδιωξες αὐτὸ τὸ τελευταῖο δῶρο; Ἀκολουθώντας ἐκείνη τὴν τελευταία συμβουλὴ τοῦ παντοδύναμου Πνεύματος, θὰ μποροῦσες νὰ πραγματοποιήσεις τὸ κάθε τί ποὺ ζητοῦν οἱ ἄνθρωποι στὴ ζωή, καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ: νὰ γίνεις ἕνας ἀφέντης ποὺ μπρός του νὰ προσκυνοῦν, ἕνας φύλακας τῆς συνείδησής τους, καὶ τὸ μέσο ποὺ θὰ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ ἑνωθοῦν τελικὰ μονοιασμένοι σὲ μία κοινότητα μυρμηγκιῶν, γιατὶ ἡ ἀνάγκη γιὰ παγκόσμια ἕνωση εἶναι τὸ τρίτο καὶ τὸ τελευταῖο βασανιστήριο τῆς ἀνθρώπινης φυλῆς. Ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε πάντα τὴν τάση, στὸ σύνολό της, νὰ ὀργανωθεῖ σὲ μία παγκόσμια βάση. Ὑπάρχουν μεγάλοι λαοὶ μέσα στὴν Ἱστορία μὰ στὸ μέτρο ποὺ ἀνυψώθηκαν ὑπόφεραν πιότερο, δοκιμάζοντας πιὸ ἰσχυρὰ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους τὴν ἀνάγκη τούτη γιὰ παγκόσμια ἕνωση. Οἱ μεγάλοι κατακτητές, οἱ Ταμερλάνοι κι οἱ Τζέγκις Χάν, ποὺ πέρασαν πάνω ἀπ᾿ τὴ γῆ σὰν τὴν καταιγίδα, ἐνσάρκωναν κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦν τούτη τὴν τάση τῶν λαῶν πρὸς τὴν ἑνότητα. Ἂν εἶχες δεχτεῖ τὴν πορφύρα τοῦ Καίσαρα, θὰ μποροῦσες νὰ δημιουργήσεις τὶς βάσεις γιὰ μία παγκόσμια αὐτοκρατορία καὶ νὰ φέρεις τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο. Γιατί ποιὸς ἄλλος εἶναι προορισμένος νὰ κυβερνήσει τοὺς ἀνθρώπους παρὰ ὅποιος κυβερνᾷ τὴ συνείδησή τους κι ἀκούει τὸν πόνο τους; Ἐμεῖς πήραμε τὸ σκῆπτρο τοῦ Καίσαρα, καὶ κάνοντας τὸ αὐτὸ σ᾿ ἐγκαταλείψαμε γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσουμε Ἐκεῖνον. Ὤ, θ᾿ ἀκολουθήσουν ἀκόμη αἰῶνες πνευματικῆς λγοκρισίας, μάταιας γνώσης κι ἀνθρωποφαγίας, γιατί μόνο ἔτσι θὰ καταλήξουν, ἀφοῦ θὰ οἰκοδομήσουν τὸν Πύργο τῆς Βαβέλ τους, χωρὶς ἐμᾶς, νὰ φτάσουν σ᾿ ἐμᾶς. Ἀλλὰ τότε τὸ ζῷο θἄρθει σ᾿ ἐμᾶς μπουσουλίζοντας, θὰ γλύψει τὰ πόδια μας, θὰ τὰ ποτίσει μ᾿ αἷμα καὶ δάκρυα. Κι ἐμεῖς θὰ σκαρφαλώσουμε πάνω του, θὰ ὑψώσουμε στὸν ἀγέρα τὸ κύπελλο ποὺ πάνω του θἆναι γραμμένη ἡ λέξη: «Μυστήριο!» Τότε μόνο ἡ γαλήνη κι ἡ εὐτυχία θὰ βασιλέψουν πάνω στοὺς ἀνθρώπους. Εἶσαι περήφανος γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς σου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται παρὰ γιὰ λίγους διαλεχτούς, ἐνῷ ἐμεῖς θὰ δώσουμε τὴ γαλήνη σ᾿ ὅλους. Ἄλλωστε ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρούς, ποὺ προορίζονται νὰ γίνουν ἐκλεκτοί, πόσοι δὲν ἔχουν κουραστεῖ ἐπιτέλους νὰ περιμένουν, πόσοι δὲν πρόσφεραν καὶ θὰ προσφέρουν ἀκόμη ἀλλοῦ τὴ δύναμη τοῦ πνεύματός τους καὶ τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς τους, πόσοι δὲ θὰ καταλήξουν νὰ ἐπαναστατήσουν ἐναντίον σου στ᾿ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας! Ὅμως ἐσὺ τοὺς τὴν ἔδωσες. Ἐνῷ ἐμεῖς θὰ τοὺς κάνουμε ὅλους εὐτυχισμένους, οἱ ἐπαναστάσεις κι οἱ σφαγές, ποὺ συνοδεύουν ἀξεχώριστα τὴν ἐλευθερία, θὰ σταματήσουν. Ὤ, θὰ τοὺς πείσουμε ὅτι δὲ θἆναι πραγματικὰ ἐλεύθεροι παρὰ μόνο ἂν παραιτηθοῦν ἀπ᾿ τὴν ἐλευθερία τους γιὰ χάρη μας. Ἔ, λοιπόν, θὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια ἢ θἄχουμε πεῖ ψέμματα; Θὰ πεισθοῦν κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὅτι μιλοῦμε τὴν ἀλήθεια, γιατὶ θὰ θυμηθοῦν σὲ ποιὰ δουλεία, σὲ ποιὰ ἀναταραχὴ τοὺς εἶχε βυθίσει ἡ δική σου ἐλευθερία. Ἡ ἀνεξαρτησία, ἡ ἐλεύθερη σκέψη, ἡ ἐπιστήμη θὰ τοὺς ἔχουν παρασύρει σ᾿ ἕνα τέτοιο λαβύρινθο, θὰ τοὺς φέρουν μπρὸς σὲ τόσα ἀνεξήγητα θαύματα κι αἰνίγματα, ποὺ ἄλλοι, ἔξαλλοι ἐπαναστάτες θὰ καταστρέψουν τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους, κι ἄλλοι ἐπαναστάτες κι αὐτοί, μὰ ἀδύναμοι, δειλοί, τρελλοὶ κι ἐξαθλιωμένοι, θὰ συρθοῦν στὰ πόδια μας φωνάζοντας: «Ναί, εἴχατε δίκιο, ἐσεῖς μόνο ξέρετε τὸ μυστικὸ καὶ σ᾿ ἐσᾶς ξαναγυρίζουμε· σῶστε μας ἀπ᾿ τὸν ἑαυτό μας!» Χωρὶς ἀμφιβολία, ὅταν θὰ πάρουν ἀπὸ μᾶς τὸ ψωμί, θὰ δοῦν βέβαια ὅτι τοὺς παίρνουμε τὸ δικό τους, ποὺ τὸ κέρδισαν μὲ τὸν ἴδιο τὸν κόπο τους, γιὰ νὰ τοὺς τὸ ξαναμοιράσουμε δίχως θαύματα, θὰ δοῦν ὅτι δὲ μεταλλάξαμε τὶς πέτρες σὲ ψωμιά, ἀλλ᾿ αὐτὸ ποὺ θὰ τοὺς εὐχαριστήσει περισσότερο κι ἀπ᾿ τὸ ψωμὶ τὸ ἴδιο, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ τὸ παίρνουν ἀπὸ τὰ χέρια μας! Γιατί θὰ θυμηθοῦν ὅτι παλιότερα, ἀκόμη καὶ τὸ ἴδιο τὸ ψωμί, ὁ καρπὸς τῆς δουλειᾶς τους, μετάλλαζε σὲ πέτρα μέσα στὰ χέρια τους, ἐνῷ ὅταν ξαναγυρίσουν κοντά μας, οἱ πέτρες θὰ μοιάζουν μὲ ψωμί. Θὰ καταλάβουν τὴν ἀξία τῆς ὁριστικῆς ὑποταγῆς. Ὅσο οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ μποροῦν νὰ τὰ καταλαβαίνουν ὅλ᾿ αὐτά, θἆναι δυστυχισμένοι. Ποιὸς ἔχει βάλει τὸ χέρι τοῦ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ τούτη ἡ ἀκατανοησία; Πές μου! Ποιὸς μοίρασε τὸ κοπάδι καὶ τὸ σκόρπισε σ᾿ ἄγνωστους δρόμους; Μὰ τὸ κοπάδι θὰ ξανασυγκροτηθεῖ, θαξαναβρεῖ τὴν ὑπακοή, κι αὐτὸ θἆναι πιὰ γιὰ πάντα. Τότε θὰ τοὺς προσφέρουμε μία ἤρεμη καὶ ταπεινὴ εὐτυχία, μιὰ εὐτυχία προσαρμοσμένη στὰ μέτρα τῶν ἀδύναμων πλασμάτων, τέτοιων ποὺ εἶναι. Θὰ τοὺς πείσουμε τέλος νὰ μὴν περηφανεύουνται, γιατὶ ἤσουν ἐσύ, ποὺ ἀνυψώνοντάς τους, τοὺς τὸ δίδαξες κι αὐτό· ἐμεῖς θὰ τοὺς ἀποδείξουμε ὅτι εἶναι ταπεινοὶ κι ἄχρηστα παιδιά, θλιβερὰ πλάσματα, μὰ πὼς ἡ παιδιάστικη εὐτυχία εἶναι πιὸ προσιτή. Θὰ γίνουν ντροπαλοί, δὲ θὰ θένε νὰ μᾶς χάσουν ἀπ᾿ τὰ μάτια τους, καὶ θὰ σφίγγονται πάνω μας μὲ τρόμο σὰν τὰ τρυφερὰ κλωσσοπούλια κάτω ἀπ᾿ τὰ φτερὰ τῆς κότας. Θὰ δοκιμάζουν μίαν ὅλο φόβο κατάπληξη, καὶ θἆναι περήφανοι γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐνεργητικότητα καὶ τὴν ἐξυπνάδα, ποὺ ἐμεῖς θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε νὰ παρουσιάζουν ὅλοι αὐτοί, μέσ᾿ ἀπὸ τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἐπαναστατημένων. Ἡ ὀργή μας θὰ τοὺς κάνει νὰ τρέμουν, ἡ ντροπὴ κι ἡ δειλία θὰ τοὺς πλημμυρίζει, τὰ μάτια τους θὰ πάρουν μία θρηνητικὴ ἔκφραση σὰν τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παιδιῶν· μά, σ᾿ ἕνα νόημά μας, θὰ περνοῦν τὸ ἴδιο εὔκολα στὴ χαρὰ καὶ στὸ γέλιο, σὰν ξένοιαστα παιδιά. Βέβαια, θὰ τοὺς ὑποχρεώνουμε νὰ δουλεύουν, μὰ τὶς ὦρες τῆς σχόλης τους, θὰ ὀργανώσουμε τὴ ζωή τους ἔτσι ποὺ νὰ μοιάζει σὰν παιχνίδι, μὲ τραγούδια, μὲ χορωδίες, μ᾿ ἀθῴους χορούς. Ὤ, ναί! Θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ἀκόμη καὶ ν᾿ ἁμαρτάνουν, γιατί εἶν᾿ ἀδύναμοι, κι ἐξαιτίας αὐτοῦ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς ἀγαποῦν σὰν παιδιά. Θὰ τοὺς ποῦμε πὼς τὸ κάθε ἁμάρτημα θὰ ἐξαγοράζεται, ἂν ἔγινε μὲ τὴν ἄδειά μας· ἀπὸ ἀγάπη εἶναι ποὺ θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ν᾿ ἁμαρτάνουν, καὶ θὰ παίρνουμε τὴ θλίψη καὶ τὸ βάρος πάνω μας. Θὰ μᾶς εὐλογοῦν σὰν εὐεργέτες ποὺ φορτωνόμαστε τὰ ἁμαρτήματά τους, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲ θἄχουν πιὰ μυστικὰ ἀπὸ μᾶς. Ἀνάλογα μὲ τὸ βαθμὸ τῆς ὑπακοῆς τους, θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ἢ θὰ τοὺς ἀπαγορεύουμε νὰ ζοῦν μὲ τὶς γυναῖκες τους, ἢ μὲ τὶς ἐρωμένες τους, νἄχουν παιδιὰ ἢ νὰ μὴ ἔχουν, κι αὐτοὶ θὰ μᾶς ἀκοῦνε μὲ χαρά. Θὰ μᾶς παραδίνουν τὰ πιὸ πολύτιμα μυστικὰ τῆς συνείδησής τους, θὰ λύνουμε ὅλα τὰ προβλήματά τους, καὶ θὰ δέχονται τὴν ἀπόφασή μας μὲ ξενοιασιά, γιατί θὰ τοὺς βγάζει ἀπ᾿ τὴ μεγάλη ἔγνοια νὰ διαλέξουν ἀπὸ μόνοι τους ἐλεύθερα. Κι ὅλοι τους θἆναι εὐτυχισμένοι, ἑκατομμύρια πλάσματα, ἔξω ἀπὸ καμιὰ ἑκατοστὴ χιλιάδες, τοὺς διευθυντές τους, ἔξω ἀπὸ μᾶς, ποὺ θὰ ξέρουμε τὰ μυστικά τους. Οἱ εὐτυχισμένοι θ᾿ ἀριθμοῦνται κατὰ δεκάδες χιλιάδες, κατὰ μυριάδες καὶ δὲ θὰ ὑπάρχουν παρὰ ἑκατὸ χιλιάδες μάρτυρες, ποὺ θὰ ξέρουν τὴν καταραμένη διάκριση ἀνάμεσα στὸ Καλὸ καὶ στὸ Κακό. Θὰ πεθάνουν εἰρηνικά, θὰ σβήσουν γλυκὰ στ᾿ ὄνομά σου, καὶ στὸ ὑπερπέραν δὲ θὰ βροῦν παρὰ τὸ θάνατο. Θὰ φυλάξουμε ὅμως τὸ μυστικό· θὰ τοὺς λικνίσουμε, ναί, θὰ τοὺς νανουρίσουμε, γιὰ τὴν εὐτυχία τους, μὲ μίαν αἰώνια ἀνταμοιβὴ στὸν οὐρανό. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ζωή, κάτι τέτοιο βέβαια δὲν εἶναι καμωμένο γιὰ πλάσματα σὰν κι αὐτά. Προφητεύουν ὅτι θὰ ξαναγυρίσεις γιὰ νὰ νικήσεις πάλι, περιτριγυρισμένος ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς σου, τοὺς πανίσχυρους καὶ περήφανους· θὰ ποῦν ὅτι δὲ θἄχουν σωθεῖ παρὰ μόνο ἐκεῖνοι ἀπὸ μόνοι τους, ἐνῷ ἐμεῖς θἄχουμε σώσει ὅλο τὸν κόσμο. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ πόρνη ἀνεβασμένη πάνω στὸ ζῷο καὶ κρατώντας στὰ χέρια της τὸ «κύπελλο τοῦ μυστηρίου» θἆναι ἀτιμασμένη, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐπαναστατήσουν πάλι, ὅτι θὰ ξεσχίσουν τὴν προρφύρα της καὶ θὰ καταβροχθίζουν τὸ «ἀκάθαρτο». Θὰ σηκωθῶ τότε καὶ θὰ δείξω τὶς μυριάδες τοὺς εὐτυχισμένους, ποὺ δὲ γνώρισαν τὸ ἁμάρτημα. Κι ἐμεῖς, ἐμεῖς ποὺ πήραμε ἀπάνω μας τὰ λάθη τους, γιὰ τὴν εὐτυχία τους, θ᾿ ἀνορθωθοῦμε μπροστά του καὶ θὰ ποῦμε: «Δὲ σὲ φοβόμαστε καθόλου· κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο βρεθήκαμε στὴν ἔρημο, ζήσαμε μ᾿ ἀκρίδες καὶ μέλι· κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο εὐλογήσαμε τὴν ἐλευθερία ποὺ παραχώρησες στοὺς ἀνθρώπους, κι ἑτοιμαστήκαμε νἄμαστε ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεκτούς σου, στοὺς ἰσχυροὺς καὶ στοὺς περήφανους, καὶ νὰ καοῦμε «γιὰ νὰ συμπληρώσουμε τὸν ἀριθμό». Ἀλλὰ συνήρθαμε καὶ δὲ θελήσαμε νὰ ὑπηρετήσουμε μία παράλογη ἰδέα. Ξαναγυρίζουμε γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μ᾿ αὐτοὺς ποὺ διόρθωσαν τὸ λάθος σου. Ἐγκαταλείψαμε τοὺς περήφανους καὶ γυρίσαμε κοντὰ στοὺς ταπεινούς, γιὰ νὰ φτιάξουμε τὴν εὐτυχία τους». Στὸ ξαναλέω, αὔριο, σ᾿ ἕνα νόημά μου, ὅλο αὐτὸ τὸ πειθαρχημένο κοπάδι θὰ φέρει ἀναμμένα κάρβουνα γιὰ τὴν πυρά, ὅπου θὰ σ᾿ ἀνεβάσουμε γιὰ νὰ μὴν ἐμποδίσεις τὸ ἔργο μας. Γιατί ἂν κάποιος ἀξίζει πιότερο ἀπ᾿ ὅλους νὰ καεῖ, αὐτὸς εἶσ᾿ ἐσύ. Αὔριο θὰ σὲ κάψω. Ἐλέχθη.

Ὁ Ἰβὰν σώπασε. Εἶχε ξανάψει μιλώντας, κι ὅταν τέλειωσε ἕνα χαμόγελο φάνηκε στὰ χείλια του.

Ὁ Ἀλιόσα ἄκουγε σιωπηλά, μὲ μίαν ὑπέρτατη συγκίνηση. Πολλὲς φορὲς θέλησε νὰ διακόψει τὸν ἀδερφό του, μὰ συγκρατήθηκε.

– Μὰ…. εἶν᾿ ἀνόητο! φώναξε καὶ γίνηκε κατακόκκινος. Τὸ ποίημά σου εἶν᾿ ἕνας ὕμνος στὸν Ἰησοῦ, κι ὄχι κατηγόρια … ὅπως τὄθελες. Ποιὸς θὰ πιστέψει ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ λὲς γιὰ τὴν ἐλευθερία; Γιατί, τάχα ἔτσι τὴν καταλαβαίνουμε τὴν ἐλευθερία; Ἢ μήπως τέτοια εἶν᾿ ἡ ἀντίληψη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας; Αὐτὰ ὅλα τἄκανε ἡ Ρώμη κι ἀκόμη ὄχι ὁλόκληρη μὰ τὰ χειρότερα στοιχεῖα της, ἀνάμεσα στὸν Καθολικισμό, οἱ ἱεροεξεταστές, οἱ Ἰησουΐτες!.. Δὲν ὑπάρχει φανταστικὸ πρόσωπο σὰν τὸν ἱεροεξεταστή σου. Ποιὰ εἶναι τ᾿ ἁμαρτήματα τοῦ πλαϊνοῦ μας ποὺ φορτωνόμαστε; Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ συντηροῦν τὸ μυστήριο, ποῦ φορτώνονται μὲ τὸ ἀνάθεμα γιὰ τὴν εὐτυχία τῆς ἀνθρωπότητας; Ποῦ τὸ ξανάδες κάτι τέτοιο; Τοὺς ξέρουμε δὰ τοὺς Ἰησουΐτες, λένε πολὺ ἄσχημα πράγματα, ἀλλὰ μοιάζουν καθόλου μ᾿ αὐτοὺς ποῦ περιγράφεις ἐσύ; Καθόλου! …Εἶναι ἁπλούστατα ἡ ρωμαιοκαθολικὴ στρατιά, τὸ ὄργανο τῆς μελλοντικῆς κυριαρχίας τοῦ κόσμου, μ᾿ ἕναν αὐτοκράτορα, τὸν Ποντίφηκα, ἐπικεφαλῆς… Νά, ποιὸ εἶναι τὸ ἰδανικό τους. Δὲν ὑπάρχει σ᾿ ὅλο αὐτὸ κανένα μυστήριο, καμιὰ ὑπέρτατη θλίψη… ἡ δίψα γιὰ ἐξουσία, ἡ χυδαία συναλλαγὴ πάνω στὰ βρώμικα ἐπίγεια ἀγαθά… ἕνα εἶδος μελλοντικῆς ὑποδούλωσης, ὅπου ἐκεῖνοι θἆναι οἱ μεγαλογαιοκτήμονες… κι αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο. Μπορεῖ ἴσως καὶ νὰ μὴν πιστεύουν στὸ Θεό, μὰ ὁ ἱεροεξεταστής σου δὲν εἶναι παρὰ ἕνα κατασκεύασμα…

– Στάσου, στάσου! λέει γελώντας ὁ Ἰβάν. Πόσο ξάναψες μ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἱστορία. Κατασκεύασμα εἶπες, ἔ; Ναί, μπορεῖ, φυσικά. Ὅμως πιστεύεις στ᾿ ἀλήθεια ὅτι ὁλόκληρο τὸ κίνημα τοῦ Καθολικισμοῦ, κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες δὲν ἐμπνέεται παρὰ μόνο ἀπὸ τούτη τὴ δίψα γιὰ τὴν ἐξουσία, ὅτι δὲν ἔχει κατὰ νοῦ παρὰ μόνο τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ; Μήπως ὁ πάτερ-Παΐσιος σοῦ τὸ διδάσκει αὐτά;

– Ὄχι, ὄχι, τὸ ἀντίθετο. Ὁ πάτερ-Παΐσιος μίλησε κάποτε μὲ τὸ πνεῦμα τὸ δικό σου… μὰ δὲν ἦταν διόλου τὸ ἴδιο πρᾶγμα.

– Ἄ, ἄ, νά, μιὰ πολύτιμη πληροφοία, παρόλο τό: «δὲν ἦταν διόλου τὸ ἴδιο πρᾶγμα», ποὺ λές. Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο τότε οἱ Ἰησουΐτες κι οἱ ἱεροεξεταστὲς θὰ ἑνώνονταν, μόνο γιὰ τὴν ἐπίγεια εὐτυχία; Δὲ θὰ μπορούσαμε νὰ βροῦμε ἀνάμεσά τους κι ἕναν μάρτυρα, ποὺ νἄχει παρασυρθεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐγενικὸ πόνο καὶ ποὺ ν᾿ ἀγαπᾷ τὴν ἀνθρωπότητα; Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ τὰ διψασμένα γιὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ πλάσματα, ὑπάρχει ἕνα μόνο σὰν αὐτὸ τὸ γερο-ἱεροεξεταστή, ποὺ ἔζησε μ᾿ ἀκρίδες καὶ μέλι στὴν ἔρημο καὶ ποὺ πάθιασε γιὰ νὰ λυτρωθεῖ ἀπ᾿ τὶς αἰσθήσεις του καὶ νὰ γίνει ἐλεύθερος, γιὰ νὰ φτάσει ὡς τὴν τελειότητα· ὡστόσο, πάντα του ἀγάπησε τὴν ἀνθρωπότητα. Ξαφνικά, βλέπει καθαρά, καταλαβαίνει πὼς εἶναι πολὺ μέτρια εὐτυχία νὰ πετύχεις τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία, ὅταν χιλιάδες ἀνθρώπινα πλάματα παραμένουν πάντα ἀχάριστα, πολὺ ἀδύναμα γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουν αὐτὴ τὴν ἐλευθερία, ὅτι αὐτοὶ οἱ φτηνοὶ ἐπαναστατημένοι δὲ θὰ μπορέσουν ποτὲ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸν κύκλο τους, κι ὅτι δὲν εἶναι παρὰ γιὰ κάτι τέτοια κοτόπουλα ποὺ ὁ μεγάλος ἰδεαλιστὴς ὀνειρεύτηκε τὴν ἁρμονία του. Κι ἀφοῦ τὰ κατάλαβε αὐτὰ ὁ ἱεροεξεταστής μου, στρέφεται πίσω καὶ ἐντάσσεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Πνεύματος. Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατο νὰ συμβεῖ κάτι τέτοιο;

– Σὲ ποιὸν νὰ ἐνταχθεῖ, σὲ ποιοὺς ἀνθρώπους τοῦ Πνεύματος; φωνάζει ὁ Ἀλιόσα σχεδὸν ἐνοχλημένος. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν κανένα πνεῦμα, δὲν ξέρουν οὔτε ἀπὸ μυστήρια, οὔτε ἀπὸ μυστικά… Ὁ ἀθεϊσμός, νά, ποιὸ εἶναι τὸ μυστικό τους! Ὁ ἱεροεξεταστής σου δὲν πιστεύει στὸ Θεό.

– Ἄ, καὶ τί σημασία ἔχει αὐτό; Τὸ μάντεψες ἐπιτέλους. Αὐτὸ εἶναι μάλιστα, αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο κι ὅλο τὸ μυστικό, ἀλλὰ δὲν εἶναι κι αὐτὸς ἕνας πόνος, μιὰ ἀγωνία, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο σὰν κι αὐτόν, ποὺ θυσίασε τὴ ζωή του στὸ ἰδανικό του, μέσα στὴν ἔρημο καὶ δὲν ἔπαψε ν᾿ ἀγαπᾷ τὴν ἀνθρωπότητα; Στὴ δύση τῶν ἡμερῶν του πείθεται ξεκάθαρα ὅτι μόνες οἱ συμβουλὲς τοῦ μεγάλου καὶ τρομεροῦ πνεύματος, θὰ μποροῦσαν νὰ καταστήσουν ὑποφερτὴ τὴν ὕπαρξη τῶν χυδαίων ἐπαναστατημένων, αὐτῶν τῶν «ἐκτρωτικῶν πλασμάτων, ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ ξεγέλασμα». Καταλαβαίνει ὅτι πρέπει ν᾿ ἀκούσει τὸ βαθυστόχαστο πνεῦμα, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐρήμωσης καὶ τοῦ θανάτου, καὶ πὼς γιὰ νὰ τὸ κάνει, πρέπει νὰ προσεταιριστεῖ τὴν ἀπάτη καὶ τὸ ψέμα, νὰ ὁδηγήσει ἐσκεμμένα τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο καὶ τὴν ἐρήμωση, μὰ ἐπιδέξια, μὰ ξεγελώντας τους σ᾿ ὅλο τὸ δρόμο, γιὰ νὰ τοὺς κρύψει ἐκεῖνο ποὺ τοὺς περιμένει στὸ τέλος, καὶ γιὰ νἄχουν αὐτὰ τὰ θλιβερὰ πλάσματα μία ψευδαίσθηση εὐτυχίας. Πρόσεξε καὶ τοῦτο: ἡ ἀπάτη γίνεται στ᾿ ὄνομα Ἐκείνου ποὺ ὁ γέρος τὸν πίστεψε φλογερά, σ᾿ ὅλη του τὴ ζωή! Δὲν εἶν᾿ αὐτὸ μιὰ δυστυχία; Κι ἂν ὑπάρχει, ἔστω κι ἕνα παρόμοιο πλάσμα, ἐπικεφαλῆς αὐτῆς τῆς στρατιᾶς ποὺ εἶναι «λαίμαργη γιὰ ἐξουσία ἀπέναντι στὰ χυδαῖα ἀγαθά», αὐτὸ τάχα δὲν εἶν᾿ ἀρκετὸ γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ μία τραγῳδία; Ἀκόμη περισσότερο, εἶν᾿ ἀρκετὸς ἕνας τέτοιος ἡγέτης, γιὰ νὰ ἐνσαρκώσει τὴν ἀληθινὴ κατευθυντήρια ἰδέα τοῦ ρωμαϊκοῦ καθολικισμοῦ, μὲ τὶς στρατιές του καὶ τοὺς Ἰησουΐτες του, τὴν ὑπέρτατη ἰδέα. Σοῦ τὸ δηλώνω, ἔχω πεισθεῖ ἀπόλυτα ὅτι αὐτὸς ὁ μοναδικὸς τύπος δὲν παράλειψε ποτὲ νὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ κινήματος. Ποιὸς ξέρει μπορεῖ νὰ ὑπῆρξαν καὶ μερικοὶ τέτοιοι ἀκόμη κι ἀνάμεσα στοὺς ποντίφηκες. Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξέρει; Ἴσως τοῦτος ὁ καταραμένος γέρος, ποὺ ἀγαπᾷ μὲ τόσο πεῖσμα τὴν ἀνθρωπότητα, μὲ τὸν τρόπο του βέβαια, νὰ ὑπάρχει ἀκόμη καὶ τώρα σὲ πολλὰ ἀντίτυπα, κι αὐτὸ ὄχι τυχαῖα, ἀλλὰ μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς συμμαχίας, μιᾶς μυστικῆς ἐταιρίας, ποὺ ὀργανώθηκε ἐδῶ καὶ πολὺν καιρό, γιὰ νὰ φυλάξει τὸ μυστήριο, νὰ τὸ σκορπίσει ἀνάμεσα στοὺς δυστυχισμένους καὶ στοὺς ἀδύναμους γιὰ νὰ τοὺς κάνει εὐτυχισμένους. Σίγουρα θὰ πρέπει νἆναι ἔτσι, γιατί εἶναι μοιραῖο νἆναι. Φαντάζομαι ἀκόμη ὅτι οἱ «φραμασόνοι» ἔχουν κι αὐτοὶ ἕν᾿ ἀνάλογο μυστήριο στὴ βάση τῆς θεωρίας τους, καὶ γιὰ τοῦτο οἱ Καθολικοὶ τοὺς μισοῦν τόσο πολύ, βλέπουν σ᾿ αὐτοὺς ἕναν ἀντίπαλο, τὴ διάχυση τῆς μοναδικῆς ἰδέας, ἐνῷ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνα μόνο κοπάδι μ᾿ ἕνα μοναδικὸ πάστορα. Ἄλλωστε, ὑπερασπιζόμενος τὶς σκέψεις μου, ἔχω τὸ ὕφος κάποιου δημιουργοῦ, ποὺ δὲν ἀνέχεται τὴν κριτική, αὐτὸ ἔπαθα στὸ τέλος… Μά, ἀρκετὰ πάνω στὸ πρόβλημα, φτάνει.

– Ἴσως κι ἐσὺ ὁ ἴδιος νἆσαι μασόνος, ἄφησε ξαφνικὰ νὰ τοῦ ξεφύγει ὁ Ἀλιόσα. Δὲν πιστεύεις στὸ Θεὸ πρόσθεσε μὲ μία βαθιὰ θλίψη. Τοῦ φάνηκε μάλιστα πὼς ὁ ἀδερφός του τὸν κοίταζε κοροϊδευτικά, καὶ πρόσθεσε:

– Πῶς τελειώνει ὅμως τὸ ποίημά σου; Ἢ μήπως αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο;

Ὁ Ἀλιόσα λέγοντας τούτη τὴν τελευταία φράση κράτησε χαμηλωμένα τὰ μάτια του.

– Ὄχι, νά, πῶς θἄθελα νὰ τὸ τελειώσω: ὁ ἱεροεξεταστὴς σωπαίνει, περιμένει μία στιγμὴ τὴν ἀπάντηση τοῦ Κρατούμενου. Ἡ σιωπή του, τὸν βαραίνει. Ὁ Κρατούμενος τὸν ἄκουγε ὅλη τὴν ὥρα ἔχοντας καρφωμένη πάνω του τὴ διαπεραστικὴ κι ἤρεμη ματιά του, φανερὰ ἀποφασισμένος νὰ μὴν τοῦ ἀπαντήσει. Ὁ γέρος θἄθελε νὰ τοῦ πεῖ κάτι, ἔστω κι ἂν ἦταν λόγια πικρὰ καὶ σκληρά. Ξαφνικὰ ὁ Κρατούμενος πλησιάζει ἤρεμα καὶ σιωπηλὸς τὸ γέρο καὶ τοῦ φιλᾷ τ᾿ ἄχρωμα χείλια του. Αὐτὴ ἦταν ὅλη κι ὅλη ἡ ἀπάντησή του. Ὁ γέρος τινάζεται, τὰ χείλια του τρέμουν· πάει στὴν πόρτα, τὴν ἀνοίγει καὶ τοῦ λέει: «Φύγε καὶ νὰ μὴν ξαναγυρίσεις πιά… ποτὲ πιά!» Καὶ τὸν ἀφήνει νὰ φύγει μέσα στὰ σκοτάδια τῆς πόλης. Ὁ Κρατούμενος φεύγει.


Τ απόσπασμα είναι από  το Feltor's Blog .