Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Τα ποιήματα (Μιχάλη Δελησάββα)


[μια επιλογή από τις ποιητικές μου συλλογές -από το 1983 ως το 2009]


1] "Βήματα και Ανάσες" εκδ. Διογένης 1983.

 

       "Δεν είναι όρια φυλακής"  

 

  Δεν είναι όρια φυλακής!

  Πουθενά δεν βλέπω δίχτυ

  ή κιγκλιδώματα

  Φύλακες δεν υπάρχουν πουθενά

  - έχουν αργία φαίνεται σήμερα-

  κι ο ουρανός με κοιτάει

  περνώντας μέσα από συρμάτινους ρόμβους...

 

      "Ο Πρώτος Λόγος"

                   [αποσπάσματα]

 

  Όταν θάρθει η ώρα | μην κλείσεις τα μάτια

  Όλα θα πάρουν τότε | τις πραγματικές τους διαστάσεις

  θάναι μια μέρα που ο ήλιος | θάχει βγει έξω από την κανονική του πορεία | και θα χορεύει | σαν άτι που έσπασε το χαλινάρι | Τα βουνά θα σαλεύουν απ΄τη ρίζα| και θα κουνούν τις κορφές τους|... Οι άνθρωποι τότε θα πετάξουν| από πάνω τους τα ρούχα| και θα χαιρετιούνται ελεύθερα |χωρίς ρολόγια στις τσέπες |χωρίς καπέλα στο κεφάλι και σπαθιά στη μέση|...Θάναι μια μέρα γυμνή και ωραία | σαν την πρώτη μέρα|...Κι εγώ....| Θα σε κοιτάξω στα μάτια| και θα σου πω τον πρώτο λόγο.

 
 

          

                    "Μανάδες"

                            

 

Έχει τόση απαντοχή το βλέμμα της...

Σε χαιρετάει στην εξώπορτα

απλώνοντας τα χέρια

Σε κάνει μαθητή

που τον ξεπροβοδάει η μάνα

Κουνάς κι εσύ το χέρι

"Αντίο"

Η τελευταία γενιά

από εκείνες που έβγαλε η ανάγκη

Η μάνα σου και η μάνα μου

....

Και περιμένουν

όλο περιμένουν...

... Γιατί ξέρουν

πως τα παιδιά σ΄αυτόν τον τόπο

φεύγουν

γίνονται δάκρυα και μνήμες

Ή μένουν, και σταυρώνονται

χίλιες φορές.

 

                "Πόλη"

                   [αποσπάσματα]

 

Πόλη | που μέτρησες τη ζωή μας | μ΄εκατομμύρια πικρές στιγμές | Τα κορίτσια που δεν μας αγάπησαν | τα τραίνα που βογγούσαν στο σταθμό | και δεν μας έπαιρναν| Φυτεμένοι οι δρόμοι σου | ξοδεμένες ζωές | Τα γέλια των κοριτσιών της συνοικίας | ο βυθός του ενυδρείου κατάφωτος | Το ρολόι της μητρόπολης, ο κ. νομάρχης| Όλα καλά. Εν σοφία...

Πόλη| που δένεις τα πουλιά με χίλια βρόχια| Βάσω, Δέσποινα, Τζώρτζη | αθώοι έφηβοι | με τις ουλές στα πόδια|... Ακούμπα το ραβδί σου πάνω μου | Λύσε τα μάγια| Τέτοιν εραστή, Κίρκη | δεν θάβρεις...

 

   "Οι ποιητές θάπρεπε να βρίσκουν τον τρόπο"

 

Μάης, απόγεμα| Η μάνα μου διαβάζει στον κατάκοιτο πατέρα μου| ευχαριστήρια κηδειών στα "Πένθη"| Πηχιαίοι τίτλοι στις εφημερίδες | Απόβαση στα Φάκλαντ, νεκροί τόσοι | Μια μεγάλη φωτογραφία της κ. Θάτσερ | με το χαμόγελο και το σήμα της Νίκης|... Δεν κοιτάω πολύ το επάγγελμα τελευταία | η σκέψη αυτή με κάνει να ξύνομαι| Πέρασε η ώρα, η ψύχρα μας πειράζει όλους στα πόδια| καιρός να γυρίσω κι εγώ στο γραφείο μου...| Κι εσύ μου λες| πως οι ποιητές θάπρεπε να ξέρουν| πως θάπρεπε να βρίσκουν τον τρόπο | να είναι τουλάχιστον αισιόδοξοι...

 

       "Ας βγουν απ΄το σκοτάδι"

 

 

Ποιοι είναι αυτοί που κυνηγάμε; | πώς λέγονται εκείνοι που μας κυνηγούν; | Αν είναι αυτοί που περιμένουμε| πρόσφυγες της αλήθειας | Δώστε τους σινιάλο | Να ίνει η αναγνώριση |Ως πότε θα φοβούνται και θα κρύβονται;| Ας βγούν απ΄το σκοτάδι | Να γίνουμε συγκάτοικοι | στο μέγα σπί τι της γης.

 

                   "Αναγνώριση"

 

 Οι εργάτες στο διπλανό ταραπέζι

 μιλάνε για το ΙΚΑ

 το μεροκάματο που χάθηκε

 μέσα στη βροχή και στην ομίχλη

 Ο καπνός των τσιγάρων ανεβαίνει οργισμένος

 Εσύ πίνεις καφέ

μεταξύ ουρανού και γης.Κατοπτεύεις

άταχτος, ασύνταχτος, μετέωρος

Ώσπου νάρθει ο καιρός και για σένα...

Το βιβλίο μπροστά σου

σ΄έχει κάνει ύποπτον ήδη

Και δεν έχεις

ούτε ένα λουλούδι στο πέτο

για αναγνώριση...

 

   "Εικόνα"

 

Το καφενεδάκι με του φαντάρους

 τα κουτσά τραπέζια

 οι αθλητικές εφημερίδες

 οι καπνοί των τσιγάρων

 και οι κουβέντες

 Πίσω από τα τζάμια

 ο θόρυβος του δρόμου

 οι φωνές της αγοράς

 τα σπουργίτια

 στις καβαλίνες των αλόγων

 Στο παράθυρο πάνω από τις στέγες

 πλάι στη ζωγραφιά            

 με τη Γενοβέφα και τους τροβαδούρους

 το καραβάκι σφυράει

 κι ανοίγεται στο πέλαγος

Περιμένω μονάχος στο λιμάνι

Τουρτουρίζω

κι ο κόσμος γέμισε από σένα.

 

             "Λαβύρινθος"

 

Ψάχνω τους σκοτεινούς δρόμους να βρω

τις θαμπές μέρες ψάχνω

Με κρατάνε δεμένον

οι μεγάλες νύχτες

μέσα στα ασφυκτικά τους δωμάτια

Μ΄έμαθαν πια τα πρωινά τραίνα

οι βιαστικοί υπάλληλοι, οι εφημεριδοπώλες

Έχουμε μια κοινή πίκρα νυχτιάτικη

στα πεθαμένα μας όνειρα

Έμαθα να γεμίζω τις αγρύπνιες μου

με θύμησες παλιές, ερωτικά συμπλέγματα ξεχασμένα

Ν΄αντικαθιστώ τη μορφή σου με πόστερς

που δείχνουνε θαλασσινά τοπία

κομμάτια από τα θρυμματισμένα σου μέλη

Έμαθα να μη σε κοιτάω άλλο στα μάτια

Συνένοχοι, συννενοούμαστε μυστικά

κουνώντας το κεφάλι με κατανόηση

Έμαθα να σ΄αρνιέμαι, να μη μιλάω για σεένα

Κι όμως επιμένω πως σ΄αγαπώ

πως είσαι ακόμα ωραία

μ΄εκείνο το πλατύ σου μέτωπο, τα εξαίσια μάτια

Επιμένω, ακόμα επιμένω

πως τα βράδυα μου χαϊδεύεις το κεφάλι

παρηγορώντας με...

 

      "Στην τσέπη μου έχω ένα ποίημα"

 

Είπα να σου τραγουδήσω και ντράπηκα

μέσα σε τόσο κόσμο, σε τόσο θ'όρυβο

Θυμάσαι τον εξόριστο που γύρισε πίσω

και δεν είχε ούτε ένα ψίχουλο στην τσέπη

για εκείνην που τον περίμενε χρόνια;

Εγώ πρέπει να είμαι πιο τυχερός, ποτέ μου δεν σε αποχωρίστηκα.

Ήμουνα δίπλα σου, μιλούσα μου απαντούσες

Δεν χρειάστηκε να φύγεις για να δω

τι ήταν εκείνο που έχασα.

Στη μέσα τσέπη στο σακάκι μου, στο μέρος της καρδιάς

έχω ένα ποίημα...

 

 

 "Σημάδι πως υπήρξαμε κάποτε"

 

 

 Βαρεθήκαμε ο ένας τον άλλο

 σε τούτο το καράβι

 Κάθε μέρα τα ίδια πρόσωπα

 τα ίδια λόγια

 Σπρώχνουμε τις μέρες

 Η θάλασσα πέτρωσε

 ο βιγλάτορας πάνω στο κατάρτι

 δεν βλέπει πουθενά στεριά

 Ίσως το καταργήσαμε κι αυτόν

 μαζί με τις πυξίδες

 ποιος ξέρει;

 Τους φάρους

 ούτε κι αυτούς εμπιστευόμαστε πια

 και φεύγουμε μακριά τους...

 Καράβι φάντασμα

 στην άγονη γραμμή

 Το τελευταίο μπουκάλι

 το ρίξαμε στο πέλαγος από καιρό

 Σημάδι πως υπήρξαμε κάποτε...

 

2] Από την ποιητική συλλογή "Κατόψεις" εκδ. Διογένης 1985

 

 "Στα τυφλά με ορθάνοιχτα μάτια"

 

Τούτη η γλίτσα κολλάει στα ρούχα μας

τρυπάει τα τύμπανα των αυτιών μας

περιορίζει το οτικό μας πεδίο

Τούτη η ομίχλη

τυλίγει τις καμινάδες

μπαίνει αοπρόσκλητη κάτω από

τις πόρτες μας

θαμπώνει τα μάτια μας

Γι αυτό δεν είναι παράξενο

που βαδίζουμε στους δρόμους τρεκλίζοντας

στα τυφλά με ορθάνοιχτα μάτια

προς τα εκεί

που μας οδηγεί η καρδιά μας.

 

              "Συμβουλή"

 

Να πάψεις θάπρεπε

-μια φορά έστω-

ν΄ακούς μέσα σου το αγρίμι

Και τον θηριοδαμαστή

με το μαστίγιο

να τον κλείσεις μέσα στο κλουβί του

να τον φάνε οι τίγρεις.

 

      "Είμαι και πάλι αναγκασμένος"         

 

Είμαι και πάλι αναγκασμένος

να σου θυμίσω

Υπάρχουν κι άλλα μέτρα

κι άλλα ρολόγια

από αυτό που σ΄άφησαν να πιστεύεις.

 

 

   "Αιώνια διψασμένος"

 

Τι νάσαι άραγε;

Αν ήσουν λουλούδι, θαρχόταν καιρός

να μαραθείς

Αγκάθι άραγε; Σε ποιον λοιπόν

να πω αυτόν τον πόνο

κι αυτή την έξαψη που με κρατάει

μετέωρον;

Νάσουν πηγή πλάι στο δρόμο μου...

Η στράτα ατέλειωτη να χάνεται

μακριά στον ορίζοντα

Κι εγώ στρατοκόπος

για τη δική σου αγάπη αιώνια διψασμένος.

 

 

       "Μην απορείς μητέρα"

 

 

Μην απορείς μητέρα

Αυτό το μισόφωτο, η ασπρόμαυρη

φωτογραφία στον τοίχο

το τρέμουλο του καντηλιού στις εικόνες

μεγαλώνουν τη μοναξιά σου

την κάνουν αβάσταχτη

Αν μπορούσες να κράτηθείς-θάπρεπε-

από εκείνο το σημείο

όταν το σπίτι βούιζε απότις φωνές μας

ν΄άνοιγες το παράθυρο να μπει το φως

θα μπορούσες να κρατηθείς με τους ζωντανούς

Βλέπεις η ζωή είναι φτιαγμένη

κεντημένη πάνω σε αυτόν τον καμβά

Αλλοιώς ο θάνατος έρχεται σιγά-σιγά

απρόσκλητος, άκαμπτος μέσα σ΄αυτή τη σιωπή

τα κάδρα με τα αγαπημέν πρόσωπα στον τοίχο

Κι αλίμονο, βαθαίνοντας τα τραύματα

της αντιφατικής μας παρουσίας.

 

 

3] Από την ποιητική συλλογή "Προσωπογραφίες" εκδ. Διογένης 1993          

 

 

                  "Αριστοφάνης"

                             [αποσπάσματα]

 

 

Πόσες αλήθειες νάχει η αλήθεια, πόσες όψεις;

Πνεύμα του Θεάτρου

με κλάμα και μα γέλιο ν΄απαντάει για το ίδιο πράγμα

με τον έλεο και το φόβο, στο θρίαμβο της κακίας και την ύβρι|..Κι εσύ, Αριστοφάνη, "τέμενος των χαρίτων"

οργιαστικός, στεφανωμένος με κισσό, κρατώντας το θύρσο

στο μέγα δικαστήριο του Θεάτρου ένα μαστίγιο, ιοβόλο σκώμμα|να δείχνεις με το χέρι "τους αρετής αντιποιουμένους"|και στο λαό άλλο τόσο τις πληγές του

να στέλνεις περιστέρια μέσα σε πόλεμο αδερφοκτόνο|

σήματα λυγρά κινδύνου|θυμίζοντας τις άλλες δόξες, να κλαις γελώντας...

Ω, Πόλη.....| Κι ω, Ειρήνη, σκλαβωμένη από τα χέρια του Άρη|...  Αηδόνι, αηδόνι νευρικό, Έποπα πεποικιλμένε| λιγερό, καλλίφωνο αηδόνι, με τους χρυσούς ανάπαιστους| και τους ιάμβους | ...αψύ αλάτι από τις αλυκές | της Αίγινας..

 

 

             "Κώστας Βάρναλης"

                              [αποσπάσματα]

 

 

Θάρχονται οι γενιές και θα τα χάνουνε μαζί σου| Α, θα λένε, κάτι χαιρέκακοι δικοί σου, ιδεολόγοι. Μεγάλος| μα τον αφήσαμε πίσω, κι εσύ θα βρίσκεσαι όλο μπρος|... Να σταμάτησε τάχα η Ιστορία πριν το ναι; Κι ο ήλιος | που περιμένουν τόσοι, νάχασε τη ματωμένη του πορεία;|...Ε, και να ζούσες, σέλλινα τα μαλλιά σου, θα γινόσουνα Ορέστης| Τα πάντα τ΄άκουε με το αριστερό του αφτί, θα πούνε. Τι τα θες| ο νους βλέπει κι ακούει όταν ελεύθερα στοχάζεται, κι ακόμα| όταν η ποίηση γίνεται φως που καίει, και της αλήθειας| δίκοπο μαχαίρι η γλώσσα|... "Ορθοβύζι ντούρο, μουσελίνα τέζα", αυτοί είναι στίχοι| Μα το χαλάς στο τέλος, όπως πάντα, το τραβάς γι αλλού| τι τόθελες εκείνο "η χαρά του ενού, Χάρος του αλλουνού;"

 

 

          "Γεώργιος Βιζυηνός"

 

Πόνεσε, πλήρωσε το φόρο του στο ακέραιο

την ορφανειά, την ξενιτειά, την πικραμένη μάνα του

ακόμα και το φονιά του αδερφού του πόνεσε

Του γέμισε το σώμα χαρακιές η νοσταλγία, η πίκρα

σαν το πληγωμένο πεύκο δάκρυσε, που χύνει κόμπους το αίμα του|... Μοίρα του ποιητή....|..Μικρό χελιδονάκι μου... το χελιδόνι από τότε| φωλιάζει νοσταλγικά μέσα στις χούφτες μας|...Τρυφερά κλωνάρια οι ποιητές, λυγίζουν  στον αέρα| τραγουδούν σαν άρπες, χαϊδεύουν τις ψυχές| μεσιανά δοκάρια, ξύλα άκαφτα, λίθοι εις κεφαλήν γωνίας| αυτοί αξιώθηκαν να καθίσουν στο τραπέζι μαζί με το Θεό| κι ας μην περηφανεύεται γι΄αυτούς ο θάνατος.

 

 

           "Γιώργος Κοτζιούλας"

 

Είχε τη χάρη του βουνού| την ευωδιά του πουρναριού

γνώμη γρανίτη, πνεύμα λαγαρό| πίστη στο νέο ιδανικό

Πολέμησε με στίχο και ψυχή| το ψέμα, τον αφέντη, τον καταχτητή|Έμεινε δίπλα στο λαό| φορτώθηκε στους ώμους του σταυρό|Τραγούδησε τους ταπεινούς| τιμήθηκε με πείνα και διωγμούς.

 

 

                "Κώστας Κρυστάλλης"

                                 [αποσπάσματα]

 

 

Ποιος μίλησε για ποιητές σ΄ετούτη εδώ την ερημιά|ποιος ονειρεύτηκε κορφές βουνών κι αητού φτερά| για να πετάει στα σύννεφα| Εδώ είναι χαμηλές αυλές κι ο κύκλος του ορίζοντα | κλειστός, λειψός ο αέρας|....Τα ξένα έχουνε καημούς...|....

Κρυστάλλη, ποιος θα μας δώσει πίσω τα βουνά σου| Ποιος μίλησε για ποιητές σε τούτη εδώ την ερημιά;

 

 

4] Στοιχεία Δια-Προσωπικής Μυθολογίας

                                             1997                            

 


 

                 Υψιπέτεια

   

                        [στον ποιητή Έκτορα Κακναβάτο]

 

 

Τέντωνε τα ανύσματά του από κόχη σε κόχη

ανάμεσα ουρανό και θάλασσα

- τι να ενώσει, τι να χωρίσει;-

συν-υπάρχοντας.

Πυρακτωμένες μνήμες, σ΄αυτά τα σκοινιά

δεν πιάνεσαι, κρεμιέσαι.

Εκείνος, πήγαινε κι ερχόταν,

βημάτιζε μετέωρος

πάνω από τον κάμπο, έστεκε στο ένα του πόδι

μάτι γερακίσιο, αμφίπτερος, αφουγκραζόταν.

"Εδώ, είπε, κάτω από αυτόν τον ουρανό".

Οϋτε άστεγος, ούτε ανέστιος, βαθύριζος.

Καιοκαίρι, και το φθινόπωρο αργούσε.

Ένα, δύο, τρία βήματα,

στο τέταρτο, ας βυθιζόταν

- όχι η αμφιβολία,

η βεβαιότητα,-τριγωνοφόρος

οι οξείες του γωνίες υψιπετείς

με μια λέξη-χειροβομβίδα

κρυμμένη στον κόρφο του.

 

           Ποιητές ή το μήνυμα

 

 

Μπροστά στην κεντρική πύλη| και χτυπάει το θυρόφυλλο| με τις γροθιές | "Ανοίξτε" "Ανοίξτε...|Στέκεται κι αφουγκράζεται κι ακούει| τις σφυριές μέσα στο στήθος του.| Ήρθε τόσο δρόμο μες στο λιοπύρι| πείνασε, δίψασε, τα μάτια του γυαλίζουν| στο στόμα του ακατάληπτα λόγια,| πυρετικά.|"Έρχεται...Ήρθε...Ανοίξτε"...|Οι φύλακες τον βλέπουν κι απορούνε| οι δρόμοι άδειοι, ακόμα μέρα | Ήσυχα όλα,|αν έκαναν γιουρούσι |θάρχοναν πολλοί.| "Ένας ξένος" λένε,"ένας σαλός".| Η μοίρα του ερχόμενου| δεν ακούνε το μήνυμα| κι άλλοι δίνουν σύνθημα στους ενορίτες| πως ήρθαν πειρατές στον κάβο| κι ο κίνδυνος μεγάλος| Ποιος ξέρει τι μαχαίρια κρύβουν| κάτι τέτοιοι ξένοι| κάτω από το τρίχινό τους ράσο.

 

 

 

 
 

 

5] Προς Εαυτόν και Αλλήλους

                                 εκδ. Δρόμων  2002

 

 

"Σύντομο Δελτίο Ειδήσεων ή Οδηγίες Προς τους Ναυτιλομένους"

 

Περπατώ εις το δάσος....| Αισθάνεστε ασφαλείς| μην ακούτε ανεύθυνες διαδόσεις | Κάτω από το πούσι που σκεπάζει την πόλη | οι συστάδες των πολυκατοικιών ανθίζουν σαν νούφαρα, δείτε το κι έτσι| Ούτε οι ρύποι ξεπέρασαν και σήμερα τις τιμές ασφαλείας| ούτε ο ήλιος-όσοι τον δείτε- έβγαλε δόντια | Οι πεζοί μη πατάτε τη χλόη, περπατάτε στα ρείθρα|... Οι δρόμοι φτιάχτηκαν για τον θρίαμβο των μηχανώ μας|...Γνωρίστε την εποχή μας, τον κόσμο, έστω και κατ΄εικόνα| από το διαμέρισμά σας|...Και προπαντός μην ακούτε παραμύθια| ο μικρός παιδικός Πρίγκηπάς σας ήταν ένα παιδί φοβισμένο | ο λύκος δεν υπάρχει, δεν είναι εδώ| κάποιον πρέπει να εμπιστεύεστε επιτέλους| Σας μιλάει ο ίδιος ο λύκος...

 

        "Βάτος φλεγομένη"

                            [αποσπάσματα]

 

Ο ήλιος πάνω κι ο δρόμος ξετυλίγοντας το κουβάρι| αφήνοντας τη σάρκα τρυφερή από μέσα και τα εξανθήματα|στο πρόσωπο, στα χέρια, να μπλαβιάζουν θυμωμένα| Η έρημος γύρω, γιουρούσια, να εισβάλλει πάλι και πάλι| κι εσύ εκβάλλοντας φθόγγον οξύν, ακούγοντας μέσα σου|τη φωνή | υπακούοντας, βάζοντας το σώμα, για να μη θολώσει το νερό | και ακινητήσει, υπερασπίζοντας εκείνο το δάσος με τις φοινικές| ό,τι σου απόμεινε| Άννα ως πότε;Τούτος ο κόσμος φτιάχτηκε σε μιαν ανακωχή| κι έχει στα σπλάχνα του τη φωτιά και τη στάχτη από την αρχή| Εσύ γιατί; Δεν τον λυπάσαι; Βάτος καιομένη...

 

 

         "Οι ποιητές του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκη"

 

 

Ποιο είναι τούτο το θερμό κεφάλι που μιλάει; | Ορίστε λοιπόν, μπροστά ένα βήμα |πάρτε πάνω σας την ευθύνη, μην κρύβεστε | μιλήστε ελεύθερα| σας το επιτρέπουμε | Ο ήλιος, το φεγγάρι, μιλήστε γι΄αυτά| έτσι τη θέλουμε κι εμείς την ποίηση| Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο| δικαίωμά σας, αλλά αφήστε μας ήσυχους| ..οι δείκτες ...| οι τιμές Ντόυ Τζόνς |δεν έχουν ευαισθησίες, το βλέπετε| άλλωστε η εξουσία διαφθείρει |....Ποιητές, πού είναι οι καλές εποχές σας| στην αυλή του βασιλιά παρέα με τις δούλες| κι όταν έρθει η ώρα, οι ρίμες| κλέα ανδρών τε θεών τε| για ξεροκόμματα| .. Ενώ, κάτι άλλοι-ελάχιστοι| ο "βαθυχαιτήεις" απέναντι| κι αυτοί στο πιο θανατηφόρο κέρας...| Κι όμως η ζωή είναι ωραία|...Γράψτε λοιπόν στίχους| έτσι κι αλλιώς με πετραδάκια | δεν πετροβολούν το θηρίο |Όχι στράτευση-ξορκισμένη-| χάθηκαν οι άλλοι δρόμοι; |Περί όνου σκιάς... |Και δείξτε ανθρωπιά-το έχουμε τόση ανάγκη- | Αλλά πάρτε το σοβαρά| τουλάχιστον να μην πεθάνουμε | από ανία...

 

 

               "Ο καημένος ο Μαρξ"...

 

Μέτωπο πλατύ, ήρεμο βλέμμα, χαμόγελο μισό στην άκρη| των χειλιών| κεφάλι στεφανωμένο με πυκνά μαλλιά και γένεια, κατάλληλο| να μπηχτεί στο πιο ψηλό κοντάρι- κι όμως το ξέφυγε-| σίγουρα κάτι τέτοιο του το χρωστούσε η Ιστορία| Κάλπικα κι ανάστροφα όλα, ο κόσμος προχωράει με τα πόδια πάνω| - αν προχωράει- | Δεν είναι προσκλητήριο νεκρών η Ιστορία, ούτε παράσημα στρατηγών| παρά πόνος και αίμα | ούτε παιχνίδι λογικής η φιλοσοφία: πριν από το πριν, το μετά..|παρά η φύση, η επιστήμη, οι νόμοι, οι αποδείξεις| Μισό χαμόγελο, ήρεμο, βέβαιο βλέμμα, ούτε μια στάλα αίμα| μέσα στα μάτια, ούτε ένα τόσο δα μαχαίρι στη μέση| Το όραμα πιο μπροστά από εκείνον, πέστε το ιδέα| για να χωράει όλο τον κόσμο, το ζητούμενο| Άλλος κανείς υπαινιγμός, όλα στο φως, μόνος του ουδείς, συνυπάρχοντες όλοι| Ύστερα όμως; Ο καημένος ο Μαρξ ...Ύστερα, μετά;| Η άθλια πραγματικότητα, η διαλεκτική: θέση, αντίθεση, σύνθεση|

-σπειροειδής- λίγο ψηλότερα, πού πήγαν;

 

                            "Απουσία Ι"

 

Ημητέρα δεν θάρθει απόψε

το σπίτι βουβό, δεν ανάψαμε λάμπα

Έσβησε η ακοίμητη φωτιά που ακύρωνε τα σκοτάδια

τώρα, ποιος θα μας συγκεντρώσει γύρω από το τραπέζι...

Πέτρωσε ο άγιος κόρφος, ο παρήγορος λόγος

Κι εμέις παιδιά στη νύχτα

δεν έχουμε τρόπο να τρέξουμε μέχρι του παππού πιο κάτω

για να τη φέρουμε πίσω

να στεριώσουμε και πάλι μέσα μας τον κόσμο.

 

 

                             "Αγρύπνια"

 

 

Κάθε πρωί που σηκώνεται ανάβει τη φωτιά στο τζάκι

όπως κάνει ο ήλιος στον ουρανό για να φωτίσει τη μέρα

Το βράδυ με την ίδια κίνηση ανάβει το καντήλι

μπροστά στις εικόνες "για την αγάπη του σύμπαντος κόσμου" ψιθυρίζει. Σταυρώνει τα χέρια μπροστά, κάτω από τα στήθια και μένει στην ίδια θέση σε στάση προσευχής.

Αφού ο Θεός είναι αγάπη, και η αγάπη είναι για τον κόσμο

τότε ο κόσμος είναι όλα τα παιδιά του κόσμου. Μάνα..

 

 6] Από την ποιητική συλλογή "εκ Παραλλήλου και εν Αντιθέσει" εκδ. Λεξίτυπον 2008

[Βραβείο "Μάρκου Αυγέρη" της Ετ.Ελ. Λογοτεχνών 2009]

 

 

                 "Θερσίτης"

 

Ούτε υπαγόμενο στη λογική, ούτε επόμενο| Αναπόφευκτο| Για μια τέτοια ζωή, ούτε ένα τραγούδι, παρά μονάχα θρήνος| τι άλλο; |,Ωστε στη θέσηυ της ζωής, η μη ζωή, το μόνο ίχνος| της απουσίας μας, η θλίψη, η συντριβή| κι εκείνος που τολμάει να σηκώσει όρθιο το κεφάλι| αστόχαστος, μωρός και τυφλός|  Αυδάδης...| Όλα τελειωμένα από καιρό, όλα ίδια| η ομοιομορφία, η μονοτονία, η επανάληψη| η τόσο υμνημένη καθημερινότητα| Αργά για όλα, γνωστό το πριν και το μετά| Μάταια όλα... Κι αντί να γονατίσει στη μέση του δρόμου| συναισθανόμενος την ανυπαρξία, τη μικρότητά του| ζητώντας έλεος, αυτός ο ανύπαρκτος, στη μεγάλη σύναξη των προεστών| και μπροστά στον θεϊκό Αγαμέμνονα| αυτός, ο Θερσίτης, ένας τιποτένιος| τόλμησε να του ζητήσει το λόγο, και, ούτε λίγο| ούτε πολύ| να βγει μπροστά και να σηκώσει κεφάλι...| Να έχει αντίρρηση...

 

 

                  "Δεν φτάνουν"

                             [αποσπάσματα]

 

Αυτές κι άλλες δεκαετίες| -όχι δοσμένες, χαρισμένες- και να μη σου φτάνουν|Τόσοι διαμετακομιστικοί σταθμοί, τράπεζες αίματος| ο χρόνος μόνο ως δικαίωμα χρήσης, οι μέρες παρασύροντας| αντλώντας, εξαντλώντας τον δικαούχο| Ο μύθος του Ταντάλου...|... Το θέατρο τελικά, το αμφιθέατρο, ο στίβος και η αρένα| ο μονομάχος και τα θηρία, αθώος ή ένοχος| το δεύτερο βέβαια, ο αντίχειρας του Κάισαρος |.... Κι ο μάρτυς, μάρτυρας έτσι κι αλλιώς, αφού ήσουν παρών|...και όρθιος απέναντι σε άρματα | δρεπανηφόρα, αφού οι ποιητές πρέπει να ξέρουν| οι ποιητές θάπρεπε να βρίσκουν τον τρόπο| οι ποιητές πρέπει να βρίσκονται στη θέση τους |δυο βήματα μπροστά από τα θηρία...

Όλες τις μελαγχολικές ημέρες του κόσμου-και τις εφτά-| αν ήθελες να τις γεμίσεις, στιγμή-στιγμή| στάλα δάκρυ δεν θα περίσσευε...

 

                 "Οι ποιητές θάπρεπε να ξέρουν"

                                             [αποσπάσματα]

 

Εξάγγελοι των θεών οι ποιητές | ερμηνευτές διοσημιών, αμφίσημοι, αμφίθυμοι| απόγονοι του Ομφαλού και της μαντικής Δάφνης| συνεχίζοντας μιαν άλλη ζωή, ψάχνοντας ανάμεσα στα καθίσματα| τα ίχνη της απουσίας του αθέατου Άλλου| το νόημα των ορατών και αόρατων άλλων|...

Οι ποιητές και το βαθύτερο νόημα του κόσμου| οι κύκλοι, οι εποχές τα πάθη των ανθρώπων, ο θρήνος| οι τόσοι κύκλοι που δεν θα ξανάρθουν|... η μοναδικότητα της πιο μικρής, της πιο ασήμαντης στιγμής|...Οι ποιτές θάπρεπε να έχουν τον τρόπο| Οι ποιητές θάπρεπε τουλάχιστον να ξέρουν....

 

 

 

                        "Μικρές ιστορίες"

 

Οι μικρές θλιμμένες ιστορίες της | μαρτυρικές καταθέσεις, όπερ έδει| επείγουσες, φυγές και απουσίες επίμονες|... Λοιπόν;Ώστε το πιο δυνατό απόσταγμα της αλήθειας είναι η πίκρα | και στην άκρη του έρωτα η προδοσία| η μόνη απόδειξη πως υπάρχεις είναι αλήθεια η απουσία σου...| Ο χρόνος, κοχλίας ατέρμων, πέραν των συμβάντων..| η έκταση του χρόνου χωρίς συμβάντα...|..Οι μικρές ιστορίες της, και η αλήθεια τους, τονισμένες σε άλλη μουσική...| σήματα λυγρά, ρήματα ξένα| βολές και πέτρες στα τύμπανα των των αυτιών μου | που όσο με ενοχλούν|...άλλο τόσο με αναστατώνουν|...Οι μικρές θλιμμένες ιστορίες της, τόσο αληθινές | που αφήνουν χώρο και για σένα| για να αποθέσεις πάνω τους και τη δική σου ζωή| ό,τι πιο πολύ πρόδωσε και πίκρανε τη ζωή σου...