Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Από τη δουλειά του Γιώργου Νικολόπουλου .


Το έλαβα από diasporic literature spot   άκουσα τα λόγια του , με ερέθισαν οι αυταπόδεικτες αλήθειες που είπε και το ανάρτησα στο Πατάρι Λογοτεχνών …. «Αυτό να τους πεις. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα, δεν έχουν να φοβούνται τίποτε» .

 «Ούτε κι εμείς», συμπλήρωσες .

Λεωνίδας Ορφανουδάκης .




Είμαι εδώ, είμαι αλλού;/ Ή μήπως, είμαι παντού;/ Ο χρόνος κυλάει σαν
υδράργυρος./ Φευγαλέες σκέψεις με διαπερνούν./ Μια τελευταία: Ζω;
«Εσωτερική αναζήτηση»

«Και οι άλλοι;» ρώτησες. «Τι κάνουν οι άλλοι;»// «Οργώνουμε», σου απάντησαν. «Σπέρνουμε. Θερίζουμε. Γυρίζουμε τη μυλόπετρα. Μέχρι το επόμενο πρωί. Και πάλι οργώνουμε. Σπέρνουμε. Θερίζουμε. (…) Μέχρι το τελευταίο πρωί».// Χαμογέλασες ικανοποιημένος./ «Προπαντός, να μην ξεχνάνε τη μυλόπετρα», μου είπες. «Αυτό να τους πεις. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα, δεν έχουν να φοβούνται τίποτε»./ Σκέφτηκες για λίγο. «Ούτε κι εμείς», συμπλήρωσες. «Ούτε κι εμείς έχουμε να φοβόμαστε τίποτε. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα».

«Οι άλλοι»
Xωρισμένη σε έξι ενότητες και ακολουθώντας την δομή ενός κλασικού κειμένου με πρόλογο, κυρίως θέμα και επίλογο, οι συνειδητά προκλητικοί Διάλογοι του Γιώργου Νικολόπουλου, .... (Περισσότερα http://diasporic.org/2011/09/iakovos-2/lying-on-the-operating-table/ )

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Σχολείο - Σχόλη από τα ( 24grammata​.com )

Οι λέξεις της εβδομάδας : Σχολείο – (Σχόλη = Αργία)   έχουνετυμολογική σχέση!!!

γράφει ο  ΓιώργοςΔαμιανός

Οι μαθητές στην Ελλάδα (κυρίως στο Λύκειο) είναι, ίσως, οιπιο ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Όσοι, ιδιαίτερα, φοιτούν σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριοξεκινούν τη μέρα τους από τις 6π.μ. και τελειώνουν περίπου τα μεσάνυχτα. Αυτοίοι ταλαίπωροι μαθητές σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι η λ.σχολείο είχε ως αρχική σημασία την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο(< αρχαία ελληνική λέξη: σχόλη). Η αρχική σημασία της λ. σχόλης είχε τηνέννοια του: “βραδύνω, αργοπορώ” («σχολήν τίθημι» : αργοπορώ) ή («σχολήγίγνεται»: υπάρχει καιρός). Με το ίδιο νόημα απαντάται και σήμερα στη φράση:«Κυριακή γιορτή και σχόλη». (Για πρώτη φορά στο διαδίκτυο, όλα τα σχολικάβιβλία (220) του Δημοτικού, Γυμνασίου, Λυκείου σε τρία εύχρηστα e-book εντελώςδωρεάν από τα 24grammata.com)

Ήδη, όμως, από τους κλασικούς χρόνους τη συναντάμε με τηνιδιότητα του ελεύθερου χρόνου με αποτέλεσμα να καλλιεργήσει κανείς το πνεύματου. Γιατί, όμως, μία λέξη που δήλωνε την τεμπελιά (σχόλη) πήρε τη σημασία τηςσυστηματικής καλλιέργειας του πνεύματος; Την απάντηση θα την βρείτε αναναλογιστείτε πως φάνταζαν στα μάτια του απλού κόσμου όλοι οι φιλοσοφούντες καιοι έχοντες «ελεύθερον χρόνον». Μάλλον περιφρονητικά χρησιμοποίησαν, αρχικά, τηλ. σχόλη. Ο όρος, αρχικά, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την ανώτατη βαθμίδαεκπαίδευσης, όπως, γα παράδειγμα, η Κυρηναϊκή σχολή (ιδρύθηκε από τονΑρίστιππο, 435 – 436, μαθητή του Σωκράτη και υποστήριζε τον άκρατο ηδονισμό).Άλλη σημαντική, αλλά ξεχασμένη, σήμερα, σχολή ήταν η Ανώτατη Τεχνική ΕλληνικήΣχολή. Πρόκειται για το πρώτο Πολυτεχνείο στον κόσμο, που ιδρύθηκε στηΑλεξάνδρεια από τον Ήρωνα
Από την αρχαιότητα, ήδη, παρουσιάζεται και το επίθετοσχολαστικός για να δηλώσει αυτόν που αφιερώνει τό χρόνο του στη μελέτη. ΄Ηταν,δηλαδή, ο μορφωμένος, ο εκπαιδευμένος...

...Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη σχέσηανάμεσα στο σχολείο και το σκουλαρίκι διαβάστε στα 24grammata.com

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ιερά οδός ( Άγγελος Σικελιανός)


Δύο καλοί φίλοι μου υπενθύμισαν πως λείπει από το πατάρι μου ο μεγάλος Άγγελος Σικελιανός και ειδικά η «Ιερά οδός» του και σπεύδω να επανορθώσω άμεσα . Περισσότερα στο Φιλόλογος  http://teacherhistorybook.blogspot.com/2009/02/blog-post_13.html αλλά και στο http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=8&author_id=45


Ιερά οδός                      Άγγελος Σικελιανός

Aπό τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ' εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."