Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Ιερά Οδός

Μια επίκαιρη ματιά στο έργο
Αφού   απάτριδες της  πέρασαν  χαλκά στη μύτη και την δέσαν με χοντρή αλυσίδα , την πατρίδα μου την μάνα μου Ελλάδα  κάναν  το ίδιο στο λαό τον αδελφό μου . Έτσι δεμένες , οδηγημένες για δεκάδες χρόνια από το χέρι του ντόπιου εκμεταλλευτή τους μέχρι προχθές και από το χέρι του ξένου τοκογλύφου όπου είναι  σήμερα παραδομένες  ,  οι δυο αρκούδες  δίνουν μέσα στην  ψυχή μου την   τραγική παράσταση τους. Ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος, είναι αυτόματος . Ακριβώς όμοια  τότε το 1935  ο Σικελιανός στον δρόμο για το ιερό της Ελευσίνας είδε στην Ιερά Οδό και έγραψε ,
 «…. απ' το γύρο τον κοντινό,  προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του .......ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες  .
Η μία , (ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
 με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο το μέτωπο γαλάζιες,
κι από πάνωμιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν

ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,….»
 Έτσι μασκαρεμένη την περιγράφει  ο ποιητής  μα εγώ δεν γελιέμαι , ότι και αν πείτε την γνώρισα , η αλυσοδεμένη μεγάλη , η πονεμένη και ταπεινωμένη αρκούδα είναι εμένα η μάνα μου η Ελλάδα . Και το αρκουδάκι δέστε πως το περιγράφει ο ποιητής .
« ….. Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!.....» και πέστε μου πως στο μικρό αρκούδι δεν αναγνωρίζετε και εσείς τον ανίδεο  λαό μας που δεν μαντεύει ακόμα του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα της σκλαβιάς του , ο  αδελφό μου ο αδελφός σας ο λαός μας .
 «……. K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
 και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
………
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."
Εμένα η ελπίδα μου τελείωσε και βάσαλμο δεν θέλω στις πληγές μου,  ο ποιητής  είχε για εσάς ένα λόγο παρηγοριάς στους τελευταίους στίχους του και σας τον μετέφερα .
Λεωνίδας Ορφανουδάκης .

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Από τη δουλειά του ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΡΕΛΗ

Ένα ποίημα


Καμουτσίκι των ανέμων
πάνω στην ράχη των νησιών, τον Αύγουστο.

Ανεμίζουν τρομαγμένα πουλιά· κινούν
το νήμα αλλιώς του χρόνου. 

Οι παραλίες
βουίζουνε-
πολυπληθείς.

Χωράν οι λέξεις σ’ ένα λυπημένο ποίημα; χωρά η μουσική;
Η ψυχή χωρά;

Τώρα που έγινε η επιθυμία
χώρα του αχώρητου…

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Στις μήτρες των αγέννητων θεών

Μέσα στις μήτρες των αγέννητων Θεών ,
η μάνα του Φόβου η Άγνοια ,
και η κόρη της Ανάγκης η Ελπίδα ,
Θεούς γεννούνε να τους έχουμε ασπίδα .

Εκεί κι η πρωτοκόρη η αμαρτία
ολόχρυσα για αυτούς κεντά στολίδια
κλεμμένα απ των ανθρώπων τα παιχνίδια.

Να και ο Θάνατος παρέκει
εις των θνητών τις γέννες παραστέκει,
όσοι θωρούνε κλαίνε και γελούνε
δεν ξέρουν που τον πόνο τους να πούνε.



Η γέννηση  Των Θεών  στους Ορφικούς
Γενάρχης ο Χρόνος 

Στο έρεβος στου χάους την αγρύπνια
όπως ο χρόνος ραθυμούσε ,
σ όνειρο είδε πως τον κόσμο αγαπούσε .

Ήτανε λέει στη δεύτερη του την νιότη
και ήθελε φως να ρίξει μες στα σκότη ,
με φως απ την πηγή του σκότους
κίνησε να φωτίσει τους ανθρώπους .

Σε ασημενιο αυγό εγέννησε ο αγέραστος ,
τον Έρωτα τον Φάνη ,
κι άναψε των Θεών το Πυροφάνι .
Ήλθαν κι ο ουρανός η γη κι ο Κρόνος
γενάρχης των θεών γίνηκε ο χρόνος .

Περάσανε έκτοτε αμέτρητοι αιώνες .
Ξύπνησε γέρος μέσα σ αίματα κι αγώνες ,
της μάνας το αγκάθινο στεφάνι ,
νέων θεών είχε γενεί μήτρα κι αγκάλη
και η έγνοιες της καυτό μαγκάλι.

Λεωνίδας Ορφανουδάκης

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Από την ιστοσελίδα Του ΚΩΣΤΑ ΠΟΥΛΙΑΝΙΤΗ

Αντιγράφω για τους επισκέπτες του ΠΑΤΑΡΙΟΥ


Δύο κομμάτια γραφής Πουλιανίτη μα θωρεμένα με τη ματιά του Καβάφη .

ΚΑΚΟΣ ΟΙΩΝΟΣ




Οι λίθινοι διάσπαρτοι οδοδείκτες

Οι του θεού Ερμή την κεφαλή φέροντες

Βρέθηκαν κατεστραμμένοι από βέβηλα χέρια ιερόσυλων

Αναστατώνοντας την ευνομούμενη πόλη της Παλλάδας

Το άγος σκέπασε τα πάντα

Οιωνός κακός για την σικελική εκστρατεία



Αλκιβιάδη! Αλκιβιάδη!

Ασήμαντο αν ένοχος ήσουν ή αθώος

Σημαντικό όμως πως λησμόνησες

Ότι όποιος έχει μεγάλα πάθη

Έχει φίλους φανατικούς

Μα και πολλούς εχθρούς



Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ



Οι Αθηναίοι για το κοινό καλό όλων φροντίζοντας

Κατά της ουδετέρας Μήλου εκστράτευσαν

Μετά πλήθους σύμμαχων συνοδευόμενοι

Που άλλοι από συμφέρον κι’ άλλοι από υποταγή

Θλιβεροί παρόντες , αυτογελοιοποιούνταν

Και πριν την πολιορκία αρχίσουν

Πρέσβεις απόστειλαν ζητώντας πολιτικό ρεαλισμό και παράδοση

Μα η άρνηση των Μηλίων δεν τους τάραξε

Καθότι πολλάκις οι ισχυροί χρειάζονται εχθρούς παρά φίλους

Κι’ όταν οι σύμμαχοι νίκησαν δεν φάνηκαν μεγαλόψυχοι

Ανελέητη σφαγή έπραξαν για παραδειγματισμό

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

ΚΑΘΩΣ ( του Γιώργου Πρίμπα )

Ποιήματα


Γιῶργος Πρίμπας

 
Καθὼς


Πορεύεται

ἡ ἀκινησία στὴ δύση της

Ἡ σελήνη καθώς, σ’ ἀνατολή,

πορεύεται.



Γεννιέται

ἡ σύζευξη στὸ στίχο της

Τὸ πόνημα καθώς, μ’ ὠδίνες,

γεννιέται.



Πίνεται

ἡ μέθη στὴν ὑγειά της

Ὁ οἶνος καθώς, ἐν εὐθυμίᾳ,

πίνεται.



2

Πάλλεται

ἡ ψυχὴ στὴ λύτρωσή της

Τὸ κορμὶ καθώς, ἀπὸ ἔρωτα,

πάλλεται.



Φύεται

ἡ ζωὴ στὸν κύκλο της

Ὁ σπόρος καθώς, στὸν ὑφήλιο κόσμο,

φύεται.



Καίγεται

ἡ μετάβασή μας στὸ ἐπερχόμενο

Τὸ κυπαρίσσι καθώς, μὲ πρόθεση,

καίγεται.



3

Μετουσιώνεται

ἡ γραφὴ σὲ ἄκουσμα

Ὁ πιανίστας καθώς, σὲ δημιουργό,

μετουσιώνεται.



Δίνεται

χῶρος στὴν ἐλπίδα

Ἡ ἀγάπη καθώς, ἀν-ανερμάτιστα

δίνεται.



Προτάσσεται

ἡ ἀντίθεση στὴν ἐξ-ουσία

Ὁ πόθος καθώς, γιὰ ζωή,

προτάσσεται.



4

Φυλάσσεται

ἀπέθαντη ἡ μνήμη τῶν στιγμῶν

Ἕνα γράμμα καθώς, μὲ ἱερότητα,

φυλάσσεται.



Διαμορφώνεται

στὸ νοῦ τὸ ποίημα

Ἡ ἐντύπωσή του καθώς, ἀπὸ τὴ φαντασία,

διαμορφώνεται.



Ἀποδομεῖται

τὸ ἀν-αυθύπαρκτο τοῦ κόσμου

Τὸ σκοπούμενο καθώς, ἐντός μου,

ἀποδομεῖται.



5

Κρούεται

τὸ χοροστάσι ἐν χορῷ

Τὸ ταμποῦρο καθώς, μὲ ρυθμὸ καὶ πάθος,

κρούεται.



Ξεβράζεται

τὸ ποίημα στὸ χαρτὶ

Τὸ ἐκτὸς καθώς, ἀπὸ ἐντός,

ξεβράζεται.



Τρέφεται

ὁ λύκος ἀπὸ τὸ ζαρκάδι

Ἕνα ὄρνιο καθώς, ἀπὸ πτῶμα λύκου,

τρέφεται.



6

Παίζεται

τὸ παιχνίδι στὶς ματιὲς

Τοῦ ἔρωτα καθώς, τὸ ποθούμενο,

παίζεται.



Ἐκλέγεται

τῶν ἀποφάσεων ἡ ἐλεημοσύνη

Τῶν κοινῶν καθώς, ἡ ἀντιπροσώπευση,

ἐκλέγεται.



Χάνεται

τῶν ἐπιμέρους ἡ ζωὴ

Στὴν οἴησή του καθώς, ὁ ἄνθρωπος,

χάνεται.



7

Προσεγγίζεται

τὸ γίγνεσθαι τοῦ κόσμου

Ἀπὸ τὴ φαντασία καθώς, ὁ λόγος,

προσεγγίζεται.



Διαβρέχεται

τοῦ ἀγρότη τὸ μειδίαμα

Τῆς γῆς καθώς, τὸ χῶμα,

διαβρέχεται.



Ὑποδύεται

ἑαυτοὺς κι ἑαυτὸν

Τὸ ρόλο του καθώς, ὁ ἠθοποιός,

ὑποδύεται.



8

Διασχίζεται

ἀπὸ μιὰ ἔξαρση ζωῆς

Ἡ ἔρημος καθώς, ἀπὸ τὸν ποταμό,

διασχίζεται.



Ἀγγίζεται

τῶν αἰσθήσεων τὸ ξύπνημα

Τῆς ἐρωμένης καθώς, τὸ κορμί,

ἀγγίζεται.



Ἀκούγεται

μιᾶς κιθάρας ἡ μελωδία

Μιᾶς μπαλάντας καθώς, τὸ ἱστόρημα,

ἀκούγεται.











από το : Τεῦχος 2 - Ὀκτώβριος 2010

Μηνιαία ψηφιακὴ ἔκδοση

τοῦ ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ «Λογοτεχνικὰ Ἐπίκαιρα»

Συντακτικὴ ἐπιμέλεια: Θοδωρὴς Βοριᾶς